Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

19 η συνέχεια


Έμεινα άφωνη να τον κοιτώ λες και δεν πίστευα αυτό που αντίκριζα. Τα κλειδιά..είχε λοιπόν κλειδιά..τον έστειλε η θεία να με κατασκοπεύσει ίσως. Όμως η εικόνα του μου έδωσε ένα  χορός συναισθημάτων μέσα μου που σάρωσε τη λογική και τη σκέψη. Δεν ξέρω τώρα που το σκέπτομαι αν ήθελα να τον δω, αν ήταν η χαρά αυτό που πήρε τη θέση του ξαφνιάσματος στη παρουσία του ή αν έπρεπε ίσως να σκεφτώ πως  εισβολή του στο μικρό μου πια βασίλειο προοιώνιζε τα δόλια του Δούρειου ίππου .Όμως τώρα που η λογική περνάει πια σε πρώτη θέση στο μυαλό μου πια,  έκανα ότι δεν έπρεπε. Τον αγκάλιασα αυθόρμητα σαν ένα δικό μου άνθρωπο  κρεμάστηκα από το λαιμό του γιατί ήταν μέσα στη μοναξιά του διαμερίσματος μου η..οικογένεια μου.
Αμέσως όμως μετά τραβήχτηκα και ντράπηκα για το θέαμα που είδε μπαίνοντας. Μέσα μου ξύπνησε η εφηβική αντίδραση και τον ρώτησα με επιτέλους λίγη δυσαρέσκεια για τα κλειδιά και την απροειδοποίητη είσοδο του. Μπορεί η ξαφνική παρουσία του να γέμισε το χώρο μου  εδώ μέσα όμως σκέφτηκα με λίγο θυμό ότι αυτό με έκανε να νοιώθω τρωτή και αδύναμη .Το μέλλον που ονειρευόμουν να φτιάξω μόνη μου θα είχε πάντα τη δική τους σκιά.
-Έχετε κλειδιά; Γιατί δεν μου το είπες; Ας έπαιρνες τουλάχιστον ένα τηλέφωνο πριν .Ψέλλισα μέσα στη ταραχή των όσων ένοιωθα.
Δεν ταράχτηκε καθόλου ούτε καν έχασε το χαμόγελο του, ήταν ο Αντώνης που ήξερα ,όπως πάντα ψύχραιμος και κυρίαρχος σαν παρουσία , όμως..είχε κάτι διαφορετικό..στο βλέμμα που με κοιτούσε, στο κρυφό γελάκι στα μάτια του. Προχώρησε αργά μα με τη σταθερότητα που είχε πάντα στις κινήσεις του προς το μέρος μου . Πάντα μου θύμιζε ένα λιοντάρι η παρουσία του , είχε μία κίνηση με επίγνωση της δύναμης του και προκαλούσε στους άλλους απλά και μόνο με τη στάση του την αμηχανία της υποταγής. Έτσι και τώρα με έκανε να νοιώσω πάλι αδύναμη καθώς με περιεργάστηκε όπως κοιτάει κανείς το..φρούτο πριν το πάρει στη χούφτα του για να το δαγκώσει. Άπλωσε το χέρι του κι εγώ ακίνητη τον άφησα να σιάξει τα μαλλιά μου που είχαν ανάκατα πέσει στους ώμους μου από το παιχνίδισμα μου στο χορό. Η φωνή του ακούστηκε χάδι απαλό στ’ αυτιά μου και μαγικό κάλεσμα σειρήνας .
-Μικρή μου σε  σκεπτόμουν μόνη σου και δεν μπορούσα να  μη νοιαστώ. Θέλησα τόσο  να σε δω , μου έλειψες..μας έλειψες δηλαδή γενικά. Η Σοφία μόνο που δεν έκλαιγε στο πρωινό , έβαλε το πιάτο σου στο τραπέζι!  Όσο για τα κλειδιά.. γιατί απορείς; κράτησα ένα για ασφάλεια σου όπως καταλαβαίνεις. Μόνη σου , τόσο μικρή και ευάλωτη κοριτσάκι! Άστα τώρα αυτά..σίγουρα δεν έφαγες και ήρθα να σου προσφέρω πρωινό  όπως σου αξίζει για ξεκίνημα της ελευθερίας σου. Α! είναι και κάτι άλλο..
Σταμάτησε και έβγαλε από το καλοραμμένο όπως πάντα σακάκι του ένα βιβλιάριο και κάποιο φάκελο..
-Εδώ είναι το βιβλιάριο με τις καταθέσεις στο όνομα σου όλων των χρημάτων που εισπράξαμε από τα ενοίκια του σπιτιού αυτού. Στο φάκελο υπάρχουν αποδείξεις, πιστοποιητικά, συμβόλαια, νομικά έγραφα κατοχής του διαμερίσματος και ότι άλλο νόμιζα ότι σου χρειάζεται. Βέβαια εγώ θα είμαι πάντα δίπλα σου μικρή για ότι χρειαστείς , ότι σε απασχολήσει στο μέλλον. Η θεία σου έχει διαφορετική γνώμη , πιστεύει ότι θα μάθεις να «κολυμπάς» μόνο αν βουτήξεις στα νερά μόνη σου. Περιμένεις και αποτελέσματα αν δεν κάνω λάθος..Τι λες; Έχεις ελπίδες; Θα ήταν υπέροχο να γίνεις δικηγόρος και να έχω πλάι μου στο γραφείο, στις δουλειές μου.. Θα ήθελα πολύ να σε έχω πάντα δίπλα μου Ελπίδα!
Δεν ήξερα τι να πω..αυτός ο άνθρωπος είχε καταφέρει το τελευταίο καιρό να με κάνει να τον αισθάνομαι σαν το μόνο στήριγμα μου, με..μάγευε ακόμα και η πιο απλή φροντίδα του για μένα.
-Το ψυγείο έχει τρόφιμα, η θεία μου το γέμισε, μουρμούρισα, μπορώ να φάω κάτι εδώ ξέρεις.
Γέλασε ρίχνοντας πίσω το κεφάλι του και μου έκανε μία κίνηση με το χέρι του να βιαστώ.
-Πάμε, πάμε.. δεν θέλω αντιρρήσεις, σου αξίζει το καλύτερο και θέλω να σε κακομάθω πριν το κάνει κάποιος άλλος. Ντύσου, θα σε περιμένω κάτω, κάνε γρήγορα, η ελεύθερη ώρα μου είναι μέσα σε χρονικά όρια. Κοίταξε το ρολόι του, έριξε μια γρήγορη ματιά στο δωμάτιο με λίγη δυσφορία και έφυγε όπως ήρθε.
Έκλεισε τη πόρτα πίσω του ενώ  εγώ έμεινα να την κοιτώ και να αναρωτιέμαι γι’ αυτό που με έκανε να τον υπακούω και συγχρόνως να νοιώθω τόσο ασφαλής κοντά του. Ντύθηκα και κατέβηκα βιαστικά από τη σκάλα σχεδόν πηδώντας τρία τρία τα σκαλιά. Με περίμενε στο αυτοκίνητο του, μου άνοιξε τη πόρτα από μέσα κι εγώ ..χώθηκα πλάι του .Τον κοίταξα με μία υποταγή στη ματιά μου και αφέθηκα να χαρώ το πρωινό μαζί του διώχνοντας κάθε δισταγμό από μέσα μου.
Έτσι κύλησε μία ολόκληρη εβδομάδα στη νέα μου ζωή,  ερχόταν και με έπαιρνε για φαγητό μεσημεριανό πάντα σε διαφορετικά μέρη όλα ακριβά και ιδιαίτερα συνήθως με θέα τη θάλασσα. Με πήγε  μία βραδιά και σε μία Θεατρική παράσταση  που του ανέφερα κάποια στιγμή ότι ήθελα να δω. Δεν μου μιλούσε ποτέ για τη θεία μου παρά μόνο άλλαζε θέμα στις δικές μου αναφορές σ’ αυτήν. Δεν μου φαινόταν παράξενο, δεν ήταν από αυτούς που κουβεντιάζουν τα της οικογένειας και μπορώ να πω πως η σιωπή του ήταν πάντα..φλύαρη αφού τα μάτια του τα έλεγαν όλα. Θυμάμαι ακόμα τη πρώτη φορά που τους αντίκρισα με τη κοινωνική λειτουργό..τα μάτια του είχαν τη πνοή της αδιαφορίας και τη παγωνιά της άρνησης.
Μία μέρα σηκώθηκα πρωί και παίρνοντας ένα ταξί πήγα στο σπίτι τους , ήθελα τόσο να δω, να αγκαλιάσω τη μικρή Έλενα, τη Σοφία. Ανέβηκα με συγκίνηση τη μεγάλη σκάλα της εισόδου και χτύπησα το κουδούνι σαν επισκέπτρια. Η Σοφία έβγαλε μία φωνή βλέποντας με και με έσφιξε στην αγκαλιά της με συγκίνηση. Αισθάνθηκα τόσο όμορφα στην αγκαλιά της που άφησα τα δάκρυα μου να βρέξουν τον ώμο της.
-Μη κλαις κοριτσάκι μου, σε σκέπτομαι πάντα, μου λείπεις να το ξέρεις. Μαζί με σένα έφυγε από αυτό το σπίτι ο αέρας της αθωότητα που είχες επάνω σου.
Η μικρή Έλενα ούρλιαξε από τη χαρά της μόλις με είδε και έπεσε επάνω μου.
-Έλπη μου, Έλπη μου γιατί έφυγες; Δεν μας αγαπάς πια;
-Και μας αγαπάει και την αγαπούμε Έλενα μου όμως η Ελπίδα μεγάλωσε πια και πρέπει να ζήσει μόνη της.
Η θεία μου στάθηκε δίπλα μας και έσκυψε να με φιλήσει όπως ακριβώς φιλούσε τις φίλες της όταν τις συναντούσε. Η παρουσία της πάγωσε την ατμόσφαιρα και έκανε τη πρόθεση μου να περάσω μαζί τους την ημέρα αυτή μία τυπική φιλική επίσκεψη.
-Λυπάμαι Ελπίδα μου όμως ήρθες απροειδοποίητα και όπως καταλαβαίνεις έχω κανονίσει το πρόγραμμα μου. Μια άλλη φορά χρυσό μου… θα πω και στον Αντώνη να βρεθούμε σαν οικογένεια όλοι μαζί κάπου! Σοφία φεύγω , περιποιήσου την Ελπίδα..
Γέλασα με τη γκριμάτσα της Σοφία πίσω από τη κλειστή πόρτα της.
– Σοφία μου πράγματι τώρα καταλαβαίνω πόσο μου έλειψες…
Πέρασα το πρωινό μου με τη μικρή Έλενα και η καρδιά μου γέμισε με την αγάπη της και το ενδιαφέρον της Σοφίας που μου άρχισε με τρόπο την ανάκριση.. Της είπα για τις επισκέψεις του Αντώνη και την είδα να συννεφιάζει τόσο που έπεσε από το χέρι της το πιάτο με το κέικ που μου έφερνε.
-Πρόσεχε μικρή μου, πρόσεχε..Κοίτα να βρεις κανένα νεαρό να κάνεις παρέα, τι στο καλό ..σε έπαιρναν τηλέφωνα θυμάμαι..
-Δεν μου έκανε κανείς Σοφία μου εντύπωση , ούτε ένοιωσα αυτό το..κάτι που έλεγαν οι φίλες μου..
Πέρασε η ώρα μαζί της και μόνο όταν την είδα να ανησυχεί για το φαγητό που δεν ετοίμασε κατάλαβα ότι έπρεπε να φύγω. Σκέφτηκα με πικρία ότι δεν είχα θέση στο τραπέζι χωρίς πρόσκληση από τη θεία μου.
-Φεύγω Σοφία μου, έχω δουλειές με το σπίτι και τα αποτελέσματα που περιμένω, θα περάσω από το σχολείο ίσως.
Με αποχαιρέτησαν με τη μικρή Έλενα που την τράβηξε από την αγκαλιά μου και κατεβαίνοντας τις σκάλες ήταν λες και είχα τελειώσει με μία υποχρέωση που έπρεπε να κάνω για πολλούς λόγους. Πρώτα από όλα για να νοιώσω αν ακόμα αυτό πίσω μου..ήταν το σπίτι μου..Το κοίταξα, θαύμασα το κήπο όπως τη πρώτη φορά μα..όχι..δεν ήταν πια το σπίτι μου. Το σπίτι μου έπρεπε να το «φτιάξω» μόνη μου, δεν ήταν οι τοίχοι και τα έπιπλα..ήταν όλα όσα θα ζούσα μέσα σε αυτό , όσα θα γέμιζαν σαν αναμνήσεις στο μέλλον η θύμηση του.
Λίγες μέρες μετά..γνώρισα τον Πάνο. Ήταν το αγόρι με το ποδήλατο που είχα δει το πρώτο πρωί στο νέο μου σπίτι και με χαιρέτησε δειλά. Έτσι πάλι συναντηθήκαμε, εκείνος στο ποδήλατο, εγώ απρόσεκτη στη διάβαση..με χτύπησε ελαφρά και έπεσε το δρόμο για να αποφύγει να μου κάνει κάτι περισσότερο.
-Συγνώμη, συγνώμη δεσποινίς, δεν το ήθελα..συγνώμη..
Πήγα κοντά του να τον βοηθήσω, εκείνος ψέλλιζε δικαιολογίες και το πρόσωπο του ήταν κατακόκκινο από τη ταραχή ενώ τα μάτια του χαμηλωμένα αποφεύγοντας να κοιτάξουν τα δικά μου.
Ασυναίσθητα χαμογέλασα πλατιά, σχεδόν..γέλασα γιατί αυθόρμητα σύγκρινα τη σιγουριά του αγέρωχου Αντώνη με το ταραγμένο ντροπαλό πρόσωπο του.

Δεν θα σου πω πολλά , νομίζω ότι κάτι μας ένωσε εκείνη τη στιγμή .Η ψυχολογία λέει ότι η γυναίκα θέλει αντιφατικά πράγματα στην ανδρική παρουσία δίπλα της..την ασφάλεια μα και την προστατευτική μητρική δύναμη επάνω στο σύντροφο της. Ο Πάνος από τη πρώτη στιγμή με κέρδισε με την  ολοκάθαρη ματιά του, την αμηχανία του δίπλα μου να ..αρθρώσει  λέξεις και την κοριτσίστικη διάθεση μου να νοιώσω την υπεροχή της δύναμης του φύλου μου επάνω του. Καταλήξαμε να περπατούμε μαζί και να γνωριζόμαστε με την γρηγοράδα που δύο νέοι μόνον το μπορούν.
( συνεχίζεται)

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

18η συνέχεια


Η Ελπίδα κουλουριασμένη μέσα στη φιλόξενη και ζεστή αγκαλιά της Λενιώς σταμάτησε για λίγο την διήγηση  της σε όσα την οδήγησαν σ' αυτή τη γωνιά στη προσπάθεια της να βρει καταφύγιο.
Η Λενιώ δεν την πίεσε, την άφησε να πάρει μια ανάσα όσο και αν η περιέργεια της είχε φθάσει στο πιο ψηλό σημείο. Ήξερε , καταλάβαινε ..ότι είχαν φθάσει στο καίριο σημείο , δεν χρειαζόταν να είσαι μάντης για να καταλάβεις..Όμως ήθελε να μάθει αν η μικρή έφταιγε σαν μια μικρή Λολίτα στο αποτέλεσμα αυτό ή ο "θείος" ήταν ένας ακόμη παιδεραστής καλυμμένος πίσω από μία θαυμάσια όψη που εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη της για ένα..πατέρα..
Η Ελπίδα αναστέναξε και της ζήτησε λίγο νερό..το ήπιε σιγά σιγά λες και προσπαθούσε να σκεφτεί αν έπρεπε να συνεχίσει .Όμως τελικά καταλάβαινε  ότι αυτή η φορά θα ήταν ίσως η μόνη της εξομολόγηση που θα έκανε στη ζωή της. Μέσα της ήθελε να απαλλαγή από  όλα όσα την βάραιναν και είχε αποφασίσει να τα "θάψει" στην αγκαλιά αυτή της γυναίκας .Πήρε λοιπόν ανάσα και συνέχισε να ανοίγει "πόρτες"σε όσα είχε κλείσει φεύγοντας και αφήνοντας πίσω από αυτές όλα όσα ήθελε να ξεχάσει πλέον για πάντα.
-Όταν ανέβηκα στο διαμέρισμα και άνοιξα τη πόρτα με το κλειδί που μου έβαλε στο χέρι η θεία μου ήταν λες και μπήκα σε κάτι που έβλεπα πρώτη φορά.. Μου φάνηκε τόσο μικρό..τόσο απλό..τόσο..άχρωμα άγνωστο. Δεν μπορεί σκέφτηκα.. εδώ γεννήθηκα, εδώ έκανα τα πρώτα μου βήματα, εδώ υπήρχε η οικογένεια μου, οι δικοί μου άνθρωποι. 
Ήταν άδειο, χωρίς έπιπλα, τα χνάρια των ανθρώπων που έζησαν 6 χρόνια σε αυτό υπήρχαν στους τοίχους και όχι των δικών μου..Δεν ήταν αυτό το σπίτι μου..ούτε το άλλο όμως σκέφτηκα με πικρία..Λοιπόν; που ανήκα τελικά;
Ο κόμπος στο λαιμό μου με έπνιγε.. Ποιο ήταν λοιπόν το δικό μου σπίτι σκέφτηκα με πικρία ; Δεν ανήκα πουθενά τελικά..Ήμουν μόνη όπως ακριβώς τότε που κοιτούσα επάνω από το τάφο των γονιών μου τους ανθρώπους ολόγυρα για να δω σε ποιον θα άπλωνα το χέρι...
Θα πίστευες ότι έκλαψα...Κι όμως, απίστευτο, λες και ξαφνικά έχασα μέσα μου ακόμη και αυτή τη δυνατότητα για να αισθανθώ καλύτερα.Έκανα ένα βιαστικό πέρασμα στο μικρό χώρο με τα 2 μικρά δωμάτια και την ακόμα πιο μικρή κουζίνα. Ασυναίσθητα χαμογέλασα μέσα μου με τη σκέψη ότι ήταν μικρότερη ακόμα και από το μπάνιο των θείων μου.
-Μπορούμε να φύγουμε θεία, το είδα ..
Η Κατερίνα άρχισε να μιλά ασταμάτητα λέγοντας της ότι θα της το επίπλωνε και θα φρόντιζε να γίνει ένα άνετο σπιτάκι για ένα νεαρό κορίτσι. Ήταν ευτυχισμένη..το έβλεπε η Ελπίδα, το ένοιωθε ακόμα και στη κίνηση των χεριών της , στο ανάλαφρο βηματισμό μέχρι να μπουν στο αυτοκίνητο της.
-Εκείνο το απόγευμα έγινε μία μικρή γιορτή στο σαλόνι, η τούρτα μου, τα δώρα της θείας, το ανήσυχο βλέμμα της Σοφία,τα γελάκια της μικρής Έλενας , το βαρύ βλέμμα του Αντώνη που απέφευγε το δικό μου.
Κατάλαβα ότι η απόφαση είχε παρθεί,η Κατερίνα είχε πάντα την ηγετική εξουσία , ο χρόνος μου σ' αυτό το σπίτι ήταν μετρημένος.. Δεν θα το κρύψω, κάτι μέσα μου ήθελε να δω στη στάση του Αντώνη τη φροντίδα και την τρυφερότητα, τη προσπάθεια του να με κάνει να νιώσω ότι κάποιος υπήρχε ή θα υπήρχε για μένα.Τι περίμενα περισσότερο; Στην ουσία δεν ήξερα κι εγώ τι αποζητούσε η ψυχή μου, τι μου έλειπε..
Ξέρω κα Λενιώ ότι θα αναρωτιέσαι τι ένοιωθα γι' αυτόν..Τώρα ή μάλλον τότε..στη "άσχημη " στιγμή μου μαζί του κατάλαβα ότι δεν ήμουν ερωτευμένη καν, απλά οι προσπάθειες του να σταθεί δίπλα μου πολλές φορές για όποιο λόγο το έκανε φάνταξε στα χρόνια μου σαν ένα ήρωας μοναδικός. Θαύμαζα το τρόπο που φερόταν τα όσα μου έδινε με τόση χάρη, το τρόπο που έλυνε τα προβλήματα στο σπίτι. Ένοιωθα δίπλα του μικρή μα και συγχρόνως σημαντική όταν με έκαμνε έτσι ακριβώς να νοιώθω..Ίσως  τότε πήρε δίπλα μου τη θέση του πατέρα, του ισχυρού, του προστάτη και η προσωπικότητα του δεν μου έδωσε χώρο να κοιτάξω δίπλα, σε άλλους της ηλικίας μου.Μη νομίζετε ότι δεν με φλέρταραν αγόρια, εγώ δεν είχα μάτια για αυτά...Δεν ξέρω τι είναι έρωτας, ίσως δεν τον ένοιωσα και ίσως δεν τον συναντήσω  έτσι που άλλαξε η ζωή μου. Θαύμαζα τότε το τρόπο που με φερόταν, τα όσα μου δίδαξε, όσα μου έμαθε μέχρι..μέχρι που είδα την άλλη πλευρά..και όχι εκείνη που είχα εξιδανικεύσει σαν είδωλο.
Τελικά η Σοφία είχε δίκιο, περίμενε σαν γεράκι να γίνω 18..να ανοίξω φτερά και να κάνω το πρώτο πέταγμα από τη φωλιά..αμάθητη,άπειρη ευκολόπιστη...Θεέ μου πόσο με άλλαξε.  Δεν θέλω να σε κουράσω άλλο, δεν θέλω κι εγώ να ντρέπομαι ακόμα και που σου τα λέω.
Η Κατερίνα έφτιαξε το σπίτι μέσα σε μία εβδομάδα αν το πιστεύεις. Τίποτε το εξεζητημένο, δεν της άρεσαν τα ..έξοδα χωρίς σημαντικό λόγο κι εγώ πλέον ήμουν ασήμαντος, σχεδόν ενοχλητικός. Η Σοφία με γέμιζε συμβουλές στα κρυφά, με κούραζε το ενδιαφέρον της και ίσως η..ανόητη τότε  ένοιωθα οργή που με έβλεπε σαν αδύναμο κρίκο .Θα έβλεπαν ..μπορούσα να ζήσω μόνη μου χωρίς να φοβάμαι κανένα.
Στις 15 μέρες τους αποχαιρετούσα στην ίδια σκάλα που κοιτούσα με δέος μικρή στα 12 όταν πρωτοήρθα. Μόνο η Σοφία και η Έλενα έκλαψαν στην αγκαλιά μου.....μόνον γι' αυτές έκλαψα κι εγώ.
Ο Αντώνης σιωπηλός δίπλα στη γυναίκα του με κοιτούσε από το καθρεπτάκι κ εγώ άφησα τη ματιά μου αδιάφορα να ακολουθεί τους δρόμους πίσω από το τζάμι του αυτοκινήτου, την αγωνία και τη θλίψη μου τη κρατούσα μέσα μου.
Φθάσαμε, μου ανέβασαν τις βαλίτσες με τα ρούχα μου , η Κατερίνα μου έδωσε οδηγίες για τα ηλεκτρικά που είχε βάλει και..και..ένα αγκάλιασμα , ένα φιλί στο μέτωπο.Ο  Αντώνης με αγκάλιασε με διακριτικότητα, το χέρι του μόνο με χάιδεψε στιγμιαία το σβέρκο μου πίσω από τα μαλλιά μου . 
-Ότι χρειαστείς δεν είναι ανάγκη να σου το πούμε..θα ήμαστε σε επαφή μικρή.
Ένα βλέμμα τελευταίο επάνω μου και η πόρτα έκλεισε πίσω τους, κάπως σκέφτηκα  όπως αφήνεις κανείς ένα ..γατάκι στην άκρη του πεζοδρομίου να διασχίσει μόνο του το δρόμο......
Ακούμπησα τη πλάτη επάνω της, κοίταξα ολόγυρα και πήρα ανάσα δυνατή. Χαμογέλασα στο αύριο και σκέφτηκα ότι δεν χρειαζόμουν κανένα..είχα όλα όσα ήθελα για να ξεκινήσω τη ζωή μου.Έτρεξα στο δωμάτιο με το κρεβάτι μου ανέβηκα επάνω του και άρχισα να χοροπηδώ κοιτάζοντας συγχρόνως τον εαυτό μου στο καθρέπτη.
Αύριο κι όλας θα έφτιαχνα ένα πλάνο της ζωής μου, τι θα επεδίωκα, τι θα έπρεπε να μάθω, είχα να περιμένω και τα αποτελέσματα των εξετάσεων μου..Είχα τόσα πράγματα να ασχοληθώ που σίγουρα δεν θα είχα χρόνο να νιώσω μοναξιά.
Εκείνο το βράδυ όμως παίζοντας με το τηλεκοντρόλ στο χέρι η μοναξιά είχε το χρώμα της σιωπής στο νέο χώρο, καμία φωνή, κανένα γελάκι της Έλενας..Μόνο η φιγούρα μου στο καθρέπτη και μία ανατριχίλα της ..παρουσίας των σκιών των γονιών μου ίσως. Τράβηξα το σεντόνι επάνω από το κεφάλι μου και έκλεισα δυνατά τα μάτια να μη βλέπω ούτε καν τις σκιές των αναμνήσεων μου.Κάπως έτσι με πήρε ο ύπνος, φοβισμένη, μικρή όσο ποτέ. Κάτι μου έφερε σαν αστραπή την εικόνα μου στο κρεβάτι του ασύλου που με πήγαν την νύχτα που τους έχασα.
Ξύπνησα από το θόρυβο των αυτοκινήτων έξω από το σπίτι, διάφορες φωνές, κάποια κορναρίσματα..μία καινούργια μέρα σκέφτηκα!
Το φως διώχνει πάντα κάθε σκιά κι εγώ εντελώς διαφορετική πλέον από χθες άνοιξα τη ροζ κουρτίνα με τα μπουκετάκια λουλουδιών επάνω της και βγήκα στο μικρό μπαλκόνι. Η αχτίδες του ήλιου με έκαναν να βάλω το χέρι μπροστά στα μάτια μου. Ένας νεαρός απέναντι το πέρασε για χαιρετισμό και μου κούνησε το δικό του κοντεύοντας να πέσει από το ποδήλατο. Γέλασα, μπήκα μέσα και άρχισα να στριφογυρίζω, τι χαζή που ήμουν χθες σκέφτηκα..είμαι μόνη, νέα και μπορώ να τα καταφέρω μόνη μου πλέον!
Έβαλα το ραδιόφωνο σε ένα σταθμό δυνατά και άρχισα να χορεύω..να χορεύω...ο  θόρυβος του κάλυπτε κάθε ήχο από έξω και καθώς στριφογύριζα έχασα την  ισορροπία μου και..έπεσα στα χέρια του Αντώνη !
Τραβήχτηκα τρομαγμένη και τον είδα να μου χαμογελά με εκείνο το βλέμμα της απίστευτης σιγουριάς στον εαυτό του και στα χέρια του να παίζει τα κλειδιά του σπιτιού..

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

17η Συνέχεια.



Εκείνο το βράδυ οι φωνές τους ακουγότανε μέχρι το δωμάτιο μου και πρέπει να πω ότι ήταν ελάχιστες οι φορές που τους άκουγα να μαλώνουν  όσο έμενα σε αυτό το σπίτι. 
Δεν έκλεισα μάτι , πάλευε μέσα μου ο φόβος της αλλαγής στη ζωή μου όπως μου τη πρότεινε η θεία μου και η ενοχή γιατί κατάλαβα ότι μέσα της με είδε για πρώτη φορά σαν ένα "εχθρό"..ένα ζιζάνιο στο σιτάρι της. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου έψαχνα στο..ταβάνι κάπου ανάμεσα στις..λάμπες και στο λευκό χρώμα του να σκεφτώ τι να κάνω. 
Μέσα μου πάλευε η νεανική τόλμη να ξεκινήσω μόνη μου κάτι από την αρχή..μετά ξυπνούσε το κοριτσάκι που έβλεπε με τρόμο το άγνωστο νερό του ορμητικού ποταμού να του γλύφει τα πόδια απειλητικά.
Ποια η δυσκολία σκέφτηκα;..μόλις τελείωσα το Λύκειο, είχα δώσει εξετάσεις στη νομική, μιλούσα ήδη 2 γλώσσες, σπίτι δικό μου θα είχα..Ήμουν νέα..δεν είχα να φοβηθώ τίποτα αν ζούσα μόνη μου..μου είπε ότι είχα λεφτά. Άραγε αναρωτήθηκα πόσα να είναι; θα ήταν αρκετά να ζω μέχρι να τελειώσω ή να βρω μία δουλειά; Βέβαια θα μου έλειπαν η ..Σοφία.. η Έλενα...ο..Αντώνης..Θεέ μου πως θα μπορούσα να νοιώθω ασφαλής χωρίς εκείνον;
Οι αλλαγές που φοβόμουν με..περίμεναν πρωί πρωί έξω από τη πόρτα μου. Η θεία μου λες και περίμενε να ξυπνήσω και μόλις βγήκα από το δωμάτιο μου έπεσα επάνω της. Μου χάρισε ένα μελιστάλαχτο χαμόγελο που με έκανε να αισθανθώ ακόμα πιο ένοχη για τις σκέψεις μου γι' αυτήν όμως συγχρόνως κάτι μέσα με προειδοποιούσε για επερχόμενη παγίδα.
-Φάε πρωινό γλυκιά μου και πάμε βόλτα μαζί σήμερα..σου έχω έκπληξη..
Μουδιασμένα της χαμογέλασα και έτρεξα στη τραπεζαρία .Η Σοφία με κοίταξε συνοφρυωμένη και με πλησίασε να με σερβίρει ρίχνοντας συγχρόνως ματιές στο διάδρομο.
- Άκουσες το καυγά χθες;..Το όνομα σου μπλεκόταν στις κουβέντες τους, έγινε κάτι;..Πρόσεχε μικρή μου..πρόσεχε..Αχ! η ζωή να πάρει η ευχή ..μοιάζει με τριαντάφυλλο..πρέπει να προσέχεις από που θα το πιάσεις για να μη σε πληγώσει.
-Η θεία μου είπε ότι από αύριο μπορώ πλέον να ζω μόνη μου στο δικό μου σπίτι με τα δικά μου χρήματα...από τα νοίκια που μαζεύτηκαν αυτά τα χρόνια..
-Μμμμμ..θέλει να σε ξαποστειλει;..Εμ! το μυρίστηκα εγώ..Από τότε..από τότε καλέ που σε "ανακάλυψε" ο άλλος, που τα μάτια του πέφτουν σε κάθε μικρό ανήλικο θηλυκό..
Σηκώθηκα με τη μπουκιά στο στόμα ..η μάλλον στο λαιμό..
- Τι λες Σοφία..τι λες; Αν δεν είχα κι εκείνον αυτό το καιρό..Είναι ο μόνος που νοιάζεται για μένα, που ρωτάει για το τι με απασχολεί..τι αισθάνομαι..τι θέλω στο μέλλον..
- Αχ! μικρή μου, κούνια που σε κούναγε..εδώ ξεκινάει μεγάλο παιχνίδι, αυτός σε λιγουρεύτηκε κι αυτή ξαφνικά το πήρε είδηση.Άλλωστε σε πληροφορώ δεν είναι η πρώτη φορά η μήπως δεν ξέρω ότι πάει με 19χρονα μοντέλα .
Κάθισε στη διπλανή καρέκλα αφού πρώτα πήγε μέχρι το διάδρομο και κοίταξε μήπως η θεία βρισκόταν κάπου κοντά εκεί.
-Άκου, πριν 4 χρόνια μία τον εκβίασε μάλιστα , το έμαθε και η κυρία Κατερίνα..χαμός να δεις και όλα στα κρυφά !Θυμάσαι που έφυγαν δήθεν διακοπές στην Ελβετία για...σκι;... Ήσουν μικρή δεν τα πρόσεξες αυτά , όλη μέρα στο σχολείο και στα μαθήματα , εγώ έμεινα μαζί σας τότε. Μα το χρήμα γλυκιά μου..το χρήμα και οι διασυνδέσεις κάνουν θαύματα..Εκείνοι γύρισαν αγαπημένοι, το κορίτσι εξαφανίστηκε από κάθε περιοδικό και πασαρέλα και όλοι μιλούσαν για το μπλέξιμο της με ναρκωτικά..Μπούρδες! Εγώ δεν τα χάβω αυτά. πρόσεχε, μόνον αυτό έχω να σου πω, πρόσεχε, μη σε ξεγελάει το κυριλέ ύφος του.Είμαι βέβαιη ότι είναι "κύριος" μαζί σου, θα δούμε μετά..μόλις κλείσεις τα 18..εμένα να μη με λένε Σοφία αν κάνω λάθος.
Ένοιωθα να ασφυκτιώ με όσα μου έλεγε, με άγχωνε με τις πληροφορίες της που ίσως καλοπροέραιτες μα για μένα τότε φαινόντουσαν κακά κουτσομπολιά μιας υπηρέτριας. Πόσο δίκιο είχε κυρία Λενιώ μου, πόσες φορές την σκέφτηκα και μετάνιωσα που μετά από εκείνη τη μέρα την απόφευγα και της φερόμουν ψυχρά σχεδόν σαν..αφεντικό.
Με έσωσε η φωνή της θείας μου από το χωλ που με φώναζε να βιαστώ, πριν βγω από τη κουζίνα έπιασα το βλέμμα της Σοφίας να με κοιτάζει με έννοια και να κουνάει στο κεφάλι της σκυθρωπή καθώς μάζευε τα πιάτα.
Μπήκαμε στο σπορ αυτοκίνητο της και με το μυαλό γεμάτο από τις σκέψεις που που προξένησαν τα λόγια της Σοφίας δεν άκουγα σχεδόν τίποτε από το αδιάκοπο μουρμουρητό της θείας μου καθώς οδηγούσε. Ξάφνου άρχισα να αναγνωρίζω το μέρος που πηγαίναμε και η καρδιά μου γέμισε από συναισθήματα που η εφηβική μου αδιαφορία είχε βάλει στην άκρη..
Η γειτονιά των γονιών μου..να το μαγαζί που αγόραζε η μητέρα μου ψωμί..υπήρχε ακόμα..το σπίτι της φίλης μου που παίζαμε στο πεζοδρόμιο μπροστά στη πόρτα μας.. Να και η πολυκατοικία μας, μικρή, με λίγα πατώματα, με πρασιά και λουλούδια, μικρά μπαλκόνια, να το δικό μας..το 2ο..άδειο..κανένα λουλούδι..τα στόρια κλειστά..
Ένας κόμπος, ένας πόνος στη καρδιά μου, έκλεισα τα ματια για να προσπαθήσω να φέρω τις μορφές τους μπροστά μου. Θεέ μου..γιατί όταν προσπαθούσα να το κάνω έβλεπα τις εικόνες από τις φωτογραφίες που είχα στη κορνίζα στο δωμάτιο μου; ήμουν 12 ετών,,πως μπόρεσα να βάλω στην άκρη μια ζωή ολόκληρη; Μόνο σαν φλας κάποιες φορές ζούσα στιγμές από τη ζωή μας, σαν φωτογραφίες στιγμής, σαν σταγόνες να ξεδιψάσω την ανάγκη μου να θυμηθώ εκείνους που με αγάπησαν χωρίς καμία υποχρέωση και αμφισβήτηση. 
-Τι κλαις..άλλο πάλι κι αυτό. Σε καταλαβαίνω βέβαια όμως πέρασε καιρός , η ζωή προχωράει Ελπίδα μου , έλα κατέβα, έλα να σου δείξω το σπίτι σου.
Κατέβηκα μουδιασμένη και αναρωτήθηκα πως θα μου το έδειχνε αφού ήταν νοικιασμένο όμως λες και το κατάλαβε με πρόλαβε ενώ συγχρόνως με έπιασε από το μπράτσο και με οδήγησε στην εξώπορτα της.
- Το διαμέρισμα ήταν κανονισμένο από μένα να ξενοικιαστεί αυτό ακριβώς το καιρό .
-Τόσο πολύ ήθελες να με..ξεφορτωθείς θεία μου; της είπα ίσως λίγο πονεμένα. Σχεδόν  όμως απρόβλεπτα επιθετικά από μένα αυτές οι λέξεις ξεπήδησαν από τα βάθη της καρδιάς μου με πικρία και επίγνωση πλέον ότι γι' αυτούς ήμουν πάντα μία νομική υποχρέωση. 
Μπορεί να μη θυμόμουν τους γονείς μου όπως ίσως έπρεπε μα θυμόμουν το βλέμμα τους όταν με έπαιρναν από τη κοινωνική λειτουργό και τη δική μου προσπάθεια πάντα να δείχνω "αόρατη" στο σπίτι τους μέσα. 
Ανέβηκα με τόλμη τα σκαλιά , εκείνη τη στιγμή είχα πάρει μία απόφαση..έτσι ξαφνικά..Κατάλαβα ότι έπρεπε να "μεγαλώσω" όπως ακριβώς κατάλαβα τότε το ίδιο τις στιγμές που  εκείνη η καλή καθηγήτρια στο σχολείο μου εξηγούσε δακρυσμένη ότι η ζωή μου στέρησε την ασφάλεια κάθε παιδιού..τους γονείς μου .

                                 (συνεχίζεται)



Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

16η συνέχεια




-Δεν μπορώ Κα Λενιώ μου να  ίσως να σας εξηγήσω  πως εκείνη τη στιγμή τον ένοιωσα σαν το μόνο άνθρωπο που θα με καταλάβαινε.. Έσφιξα τα χέρια μου ολόγυρα του και σκούπισα τα δάκρυα μου στο μεταξωτό κουστούμι του.. Με κράτησε σφιχτά και ήταν λες και βρήκα την ασφάλεια της οικογένειας μου. Μη με ρωτάς..δεν έχω καν εξήγηση για το δέσιμο μου το ξαφνικό μαζί του. Πολλές φορές μετά αναρωτιόμουν τον επόμενο χρόνο που έκανα λάθος, τι παρεξήγησα μέσα μου και τι επίσης «έπρεπε» να ξεχωρίσω και δεν το έκανα..
Δεν με ρώτησε καν το λόγο που έκλαιγα, απλά σιωπή κατανόησης και τρυφερότητας γύρω μου. Δεν ήθελα τίποτα περισσότερο..απλά..αυτό!
Με απομάκρυνε από το μα, ξερόβηξε και έσιαξε με το δάχτυλο του το τσουλούφι που έπεσε στο πρόσωπο μου.
-Ψηλά το κεφάλι μικρή, δεν δείχνουμε ποτέ όσα αισθανόμαστε. Χαμογελάμε και αντιμετωπίζουμε τα δύσκολα σαν κάτι το συνηθισμένο και απλό για μας. Μέσα μας τα βάζουμε σε σειρά και προετοιμαζόμαστε μόνο για επικράτηση και νίκη..σε όλα..να αισθάνεσαι μέσα σου πάντα την υπεροχή του νικητή. Έλα..κατέβα και κέρδισε τους όλους..έτσι απλά..μόνο με το να αισθάνεσαι νικητής.Μην αφήνεις οτιδήποτε να σε λυγίζει..οτιδήποτε..ακούς;
- Με έκανε να το νιώσω ξέρεις αυτό το "μάθημα" επιβίωσης ..μου έβγαλε από μέσα μου όλο το πείσμα να γίνω δυνατή και ξύπνησε πάλι την παιδιάστικη διάθεση να διασκεδάσω εκείνη τη νύχτα και..το έκανα.
Κατέβηκα κάτω ακολουθώντας το δάχτυλο του που μου έδειξε τη πόρτα και το χαμόγελο του που ήταν μία γοητευτική κοροϊδευτική λίγο κίνηση στο πρόσωπο του. Μίλησα με όλους , δέχθηκα το φλερτ των νεαρών , αδιαφόρησα για το ζηλιάρικο βλέμμα της φίλης των και φέρθηκα με ευγένεια σε όποιον μου σύστηνε η θεία μου. Κάπου μέσα σε εκείνο το σαλόνι ήξερα..ένιωθα ότι το βλέμμα του μου έλεγε "μπράβο'..
Από εκείνη τη βραδιά και μετά όλα άλλαξαν στο σπίτι ξέρεις. Ήταν λες και έγινα κάτι το άλλο και ο.. Αντώνης έγινε ο σύμμαχός μου .. ο κρυφός, όπως μου είπε με συνωμοτικό ψίθυρο. 
Άρχισε να ενδιαφέρεται για τη μόρφωση μου, με φόρτωσε με εξωσχολικές ασχολίες, γυμναστήριο πολυτελείας, μαθήματα χορού, μαθήματα υπολογιστή.  Ερχόταν πολλές φορές και με έπαιρνε από το σχολείο χωρίς να με ειδοποιήσει από το σπίτι  πηγαίνοντας με βόλτες με το αυτοκίνητο του.
Με κερνούσε το αγαπημένο μου παγωτό σε ένα υπέροχο μπιστρό στη Πλάκα και με άφηνε να μιλάω ώρες ατελείωτες για όσα με απασχολούσαν. Άρχισα να ..ανοίγομαι, βρήκα κάποιον να ενδιαφέρεται για μένα αληθινά. Με πήγε για πρώτη φορά σε έκθεση ζωγραφικής εξηγώντας μου τους πίνακες και την αξία τους σαν επένδυση. Μας συνόδεψε  στο Μουσείο μαζί με τη μικρή Έλενα μία Κυριακή και μετά μας "κέρασε" όπως είπε μία διασκέδαση στο Λούνα Πάρκ για τις ..μικρές! Θυμάμαι σαν όνειρο εκείνο το  βράδυ που η θεία μου είχε πονοκέφαλο και δεν ήθελε να τον ακολουθήσει σε μία εκδήλωση και μου ζήτησε να τον συνοδέψω εγώ στη Λυρική σε μία συναυλία.. Τι βραδιά..τι εμπειρία..
Μου άνοιξε ορίζοντες Λενιώ μου, μου έδειξε πράγματα που δεν φαντάστηκα ποτέ. Δεν θέλω να δικαιολογήσω κάτι μα..τα 1 μου χρόνια νομίζω τα δικαιολογούν όλα. 
Γνώρισα μαζί του ότι με ρομαντική διάθεση χάζευα στη τηλεόραση  ξέρεις. Μου άνοιγε τη πόρτα να περάσω, μου τραβούσε το κάθισμα να καθίσω, μου ψώνιζε ρούχα και δωράκια..Το πρώτο μου τάμπλετ, το πρώτο μου I PHON..τη πρώτη μου επίσκεψη σε σκάφος μια Κυριακή με την οικογένεια όλη βέβαια..
Θα αναρωτιέσαι τη στάση της θείας μου για αυτήν την αλλαγή..μα νομίζω ότι ούτε καν τη πρόσεξε γιατί ο Αντώνης φρόντιζε όπως κατάλαβα μετά να είναι μπροστά της σχεδόν ..ενοχλημένος που ασχολιόταν με την ανεψιά της.
Έπιανα τον εαυτό μου να τον σκέπτεται στο σχολείο κοιτώντας από το ανοιχτό παράθυρο το κήπο, να γράφω το όνομα του στις άδειες κόλλες , να ψάχνω τη ματιά του στο σπίτι όταν ήμασταν στο ίδιο χώρο..
Ξέρω..ξέρω..ήταν απαίσιο, ήταν φοβερό μα έγινε ο..ήρωας μου, ο τέλειος άνθρωπος στη ζωή μου που ξάφνου απέκτησε ενδιαφέρον. Ανατρίχιαζα όταν με άγγιζε, χτυπούσε η καρδιά μου στη σκέψη του και μέσα μου ανάκατα συναισθήματα για το τι πραγματικά ήταν για μένα. ..Τον ένοιωθα σαν..σαν..φίλο, πατέρα.. πρώτο καρδιοχτύπημα;..ντρέπομαι.. ντρέπομαι..έφταιξα;..είμαι ένοχη;..κάπου έκανα το λάθος να μη καταλάβω ότι τα αισθήματα του για μένα και το ενδιαφέρον του μπορεί να ήταν ..ίσως..αληθινό όμως ..ήταν λάθος..ήταν αρρωστημένο από μέρους του.
Μπορεί να ξεγελαστεί ένα κορίτσι 17 ετών; Μπορεί να ..ερωτευτεί ένα μεγάλο άνθρωπο; Θυμάμαι τις συμμαθήτριες μου που ήταν ερωτοχτυπημένες με το καθηγητή της μουσικής και τα παιχνίδια τους για να του τραβήξουν τα ενδιαφέρον..Τον ερωτεύτηκα..μάλλον κάτι τέτοιο ήταν..και του το έδειχνα με αθωότητα σε κάθε μου ματιά.
Άρχισα να μισώ τη θεία μου που τον είχε δίπλα της και ήταν δικός της..έκλαιγα τις νύχτες στο κρεβάτι μου και έδιωχνα τη θλιμμένη μορφή της μητέρας μου στα ένοχα όνειρα μου.. μέχρι..μέχρι..
Ήταν τα γενέθλια μου..έγινα 18..και έλαμπα γύρω μου από διάθεση να κατακτήσω τα πάντα..θα ήμουν ελεύθερη ..ελεύθερη..
Η Σοφία από δύο μέρες πριν ετοίμαζε τη μικρή γιορτή που θα μου έκαναν και που της ζήτησε ο Αντώνης και η θεία μου. Κάποια στιγμή μπήκε η θεία μου στο δωμάτιο μου, εξέτασε ολόγυρα με μία ματιά και κάθισε στη καρέκλα μου στο γραφείο.
- Ελπίδα αύριο γίνεσαι 18.. εδώ τελειώνει η επίσημη υποχρέωση που έχουμε απέναντι σου και έρχεται το σπίτι των γονιών σου στη κυριότητα σου. Ελπίζω να μην είχες κάποιο παράπονο από εμένα και τον άνδρα μου, σε μεγαλώσαμε σαν δικό μας παιδί και κάτι παραπάνω νομίζω από ότι οφείλουμε.
- Ευχαριστώ θεία μου και βέβαια το αναγνωρίζω και ελπίζω να μη σας δυσκόλεψα.
Με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νοιώθω ξένη..πάντα ψυχρό και αδιάφορο , ποτέ δεν με αγκάλιασε ξέρεις Λενιώ μου..
-  Είναι αλήθεια αυτό αν και περίμενα τα δύσκολα από σένα  με τους γονείς που είχες. Ο αδελφός μου πάντα ήταν ατίθασος , πεισματάρης και εγωιστής..πίκρανε τους γονείς μας με τις επιλογές του .Τέλος πάντων πρέπει να σκεφτείς πλέον το μέλλον σου, έχεις ένα ποσό στη τράπεζα από την ενοικίαση του διαμερίσματος  που σου άφησαν.Μη νομίζεις ότι είναι κάτι σπουδαίο αν το θυμάσαι..μία τρύπα ήταν και είναι..,Μα μπορείς να μείνεις σ' αυτό όποτε θελήσεις.
Πάγωσα με αυτό που μου είπε..σκέφτηκα για πρώτη φορά ότι της ήμουν..ανεπιθύμητη..ότι περίμενε να έρθει αυτή η μέρα.
-Δεν σε διώχνουμε ..προς Θεού , διόρθωσε τα λόγια της ίσως καταλαβαίνοντας το πάγωμα μου από αυτά. Με τις σχέσεις που έχουμε μπορείς να φύγεις στο εξωτερικό σε κάποιο κολέγιο εσωτερική ..ή σε οικοτροφείο..για μία ανώτερη μόρφωση και για να μπορείς να φτιάξεις μόνη σου τη ζωή σου. Υπάρχουν υποτροφίες, ίσως αν βοηθήσουμε κι εμείς οικονομικά αν χρειαστεί συμπλήρωμα στα χρήματα σου..
Νομίζω ότι πρέπει να κάνεις βήματα πλέον μόνη σου..να μεγαλώσεις..
-Τι είναι αυτά που της λες Κατερίνα..είσαι με τα καλά σου;
Η φωνή του Αντώνη και η μεγαλόσωμη φιγούρα του στη πόρτα σκέπασε τα πάντα στο χώρο..συναισθήματα, λόγια, μυστικές σκέψεις..φόβους..εμένα ολόκληρη..Εκείνος..ο δικός μου ήρωας..η ασφάλεια μου απέναντι όλων..



(συνεχίζεται)

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

15η Συνέχεια


Έτσι έφθασε η μέρα της γιορτής που όλοι στο σπίτι την περίμεναν από τη δική τους μεριά ο καθένας με τα δικά τους ενδιαφέροντα του σαν κάτι σημαντικό . Ήταν Παραμονή Πρωτοχρονιάς!
 Η μικρή Έλενα ήταν το πιο χαρούμενο και ανέμελο πλάσμα μέσα σε όλα αυτά. Έμπαινε στα πόδια τους και ξαπλωμένη στο πάτωμα δίπλα από το πελώριο δένδρο έψαχνε κρυφά με τα χεράκια της να ανακαλύψει τι είχε το κάθε πακέτο.Το σπίτι φεγγοβολούσε θαρρείς ετερόφωτο από την λάμψη όλων όσων ήταν μέσα σε αυτό... Η Ελπίδα δεν μπόρεσε να μη παρασυρθεί από όλη αυτή τη προετοιμασία και την αγωνία της αντίστροφης μέτρησης της Καίτης για την ώρα που είχε καλέσει τους φίλους τους. Με το ζόρι και όρθιοι τσίμπησαν κάτι το μεσημέρι και η θεία της ήταν τόσο εκνευρισμένη που σε μια στιγμή κόντεψε να χτυπήσει τη μικρή Έλενα.
-Πάρε την από εδώ, εξαφανιστείτε από μπροστά μου ,κάνε κι εσύ μία δουλειά επιτέλους Ελπίδα και πάψτε να είστε στα πόδια μας..
Πήρε τη βαλαντωμένη από το κλάμα μικρή και ανέβηκε στο δωμάτιο της.Την κράτησε σφιχτά στα μπράτσα της μουρμουρίζοντας στο αυτί της τα τραγουδάκια που της άρεσε να ακούει..
- Μ' αγαπάς Έλπη;..
- Σ'αγαπώ μωρό μου..
Έτσι αγκαλιασμένες έγυραν στο μαλακό κρεβάτι και έτσι..τους πήρε στην αγκαλιά τους ο ύπνος μέχρι που η πόρτα άνοιξε δυνατά και οι φωνές της Σοφία αλαφιασμένης τους θύμισε ότι έπρεπε να ντυθούν.Ένοιωσε μέσα της μία αγωνία ξαφνική όπως όταν έδινε εξετάσεις. Έδωσε τη μικρή στη κοπέλα που θα τη φρόντιζε και μετά..κοιτάχτηκε στο καθρέπτη.. Αντίκρισε μία νεαρή κοπέλα, σχετικά καλοκαμωμένη μα..τόσο απλά συνηθισμένη έφηβος θα μπορούσε να πει...Έβλεπε όσα πίστευε μέσα της ότι ήταν, κάποιος θα διέκρινε αμέσως πίσω από το τζιν τα μακριά λεπτά της πόδια, το νεανικό στητό μπούστο της και τη λυγερή μέση της.
Κούνησε το κεφάλι της να διώξει τις αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό της και έτρεξε να κάνει ένα ντουζ και να φροντίσει το πρόσωπο της όπως της έδειξε η Νίνα.
Όταν κοιτάχτηκε ξανά είδε το γυμνό κορμί της για πρώτη φορά μέσα στα όμορφα μοντέρνα εσώρουχα που της είχε αγοράσει και ένοιωσε τη μεταμόρφωση της να ξεπηδάει σαν το νερό της πηγής..Το απλό μα υπέροχα καλοραμμένο φουστάνι στη κρεμάστρα της "φώναζε" ότι ήταν το υπόλοιπο όνειρο εκείνης της μέρας. Το πέρασε αργά και προσεκτικά επάνω στο χυτό κορμί της και ξάφνου... η Σταχτοπούτα των παιδικών διηγήσεων της μαμάς της πριν κοιμηθεί.. ξεπρόβαλε μπροστά της.
 Είναι παράξενο σκέφτηκε πως κάποια υλικά πράγματα δίνουν στους ανθρώπους μία αίσθηση δύναμης και υπεροχής μεταμορφώνοντας τους σε κάτι άλλο..Έτσι έγινε φαίνεται  και μ' εκείνη, ήταν τώρα μία άλλη και το πιο παράξενο ήταν ότι της άρεσε αυτό και ξύπνησε τη κοιμισμένη γυναικεία φιλαρέσκεια που βρίσκεται μέσα σε κάθε κοριτσάκι από τη στιγμή που βάζει τα..τακούνια της μαμάς του..
Έφτιαξε τα μαλλιά της όπως της έδειξαν, άλλωστε ο κομμωτής της είχε δώσει μία φόρμα που θαρρείς έπαιρνε μορφή απλά με  ένα βούρτσισμα. Το βάψιμο της όπως της είπε η Νίνα σχεδόν ανεπαίσθητο μα αρκετό ώστε να φανεί το υπέροχο σχήμα των ματιών της. Θαύμασε επάνω της  κοραλλί απαλό κραγιόν στα χείλη της και πέρασε ελαφρά την άκρη της γλώσσας της επάνω τους για να νοιώσει τη γεύση του . 
Δεν ήξερε εκείνη τη στιγμή ακόμα η μικρή Ελπίδα ότι η μεγαλύτερη δύναμη μιας γυναίκας είναι να μη συνειδητοποιεί  πόσο λαμπερή και γυναίκα είναι και να αφήνει αυτό να το απολαμβάνουν οι άλλοι..
Ήταν έτοιμη να βάλει τα παπούτσια της όταν χτύπησε η πόρτα και άνοιξε συγχρόνως. Ο Αντώνης έκρυψε με το σώμα του σχεδόν το άνοιγμα της, ήταν ένας εύσωμος και γυμνασμένος άνδρας και ήταν τόσο καλοντυμένος σκέφτηκε..τόσο όμορφος..Έκανε να σηκωθεί όταν εκείνος έτρεξε , γονάτισε και έπιασε το πέδιλο στα χέρια του.Την κοίταξε και..
-Άσε να σε βοηθήσω μικρή..είσαι πανέμορφη σήμερα και αν έχουμε κάποιο νεαρό θα κάψεις καρδιές..
Άφωνη και αμήχανη τον άφησε σαν μαγνητισμένη να της φορέσει το πρώτο πέδιλο και να κουμπώσει με άνεση το λουράκι. Ένοιωσε να κολυμπάει σε μία πρωτόγνωρη ανατριχίλα..ένοιωσε άθελα της τόσο  διαφορετικά..ένοιωσε σε άγνωστα νερά..
-Αφήστε θείε μου θα το βάλω μόνη μου ευχαριστώ και βάλθηκε να προσπαθεί να φορέσει το άλλο κάνοντας αδέξιες και αμήχανε κινήσεις.
-Θείε; θείε; δεν είπαμε Αντώνη; τόσο φοβερός είμαι που δεν τολμάς να το πεις;
Τον είδε να γελάει και κάτι σαν παιχνίδισμα στα μάτια του της προκάλεσε ακόμα πιο μεγάλη αστάθεια στα χέρια. Τα φόρεσε και σηκώθηκε όρθια δίπλα του βλέποντας για πρώτη φορά πόσο μικροσκοπική ήταν μπροστά του. Σκέφτηκε με πόσο φόβο τον έβλεπε στην αρχή και πόσο πάγωνε με εκείνο το ψυχρό αδιάφορο βλέμμα του όταν καταδεχόταν να πέσει επάνω της. Πάντα την έκανε να νοιώθει ξένη, παρείσακτη..και τώρα..τώρα λες και ήταν ένας άλλος. Τελικά αυτή τη μέρα όλοι είχαν αλλάξει..
-Ήρθα για να σου δώσω το..συμπλήρωμα στην αλλαγή σου, το δωράκι σου για την ημέρα αυτή..
Τα χέρια του έβγαλαν το κουτί και μπροστά στην έκπληκτη Ελπίδα έβγαλε από αυτό το βραχιόλι και της το πέρασε αστραπιαία στο λεπτό καρπό της. Η πείρα του στις γυναικείες αυτές μικροχαρές του είχε δώσει την άνεση αυτή στις κινήσεις. Έκλεινε θαρρείς σαν χειροπέδη και αντικρίζοντας το η Ελπίδα μαγεύτηκε από τη λάμψη των περίεργων ματιών του δράκου. Το έφερε μπροστά της..το χάιδεψε με τα δάχτυλα της..το πρωτο κόσμημα που φόρεσε ποτέ της.. η μητέρα της δεν τα αγαπούσε και έτσι δεν κληρονόμησε τίποτε από αυτήν εκτός από τον ασημένιο μικρό σταυρουδάκι της και τις βέρες των γονιών της.
Ασυναίσθητα λειτούργησε σαν παιδί που παίρνει το δώρο που δεν πίστευε ότι θα έπαιρνε και τον αγκάλιασε ,σχεδόν κρεμάστηκε από το λαιμό του.
-Ευχαριστώ , ευχαριστώ, είναι υπέροχο..είναι ...δικό μου;
Ο Αντώνης αισθάνθηκε στιγμιαία μία ταραχή και αμηχανία μα τα χέρια του έσφιξαν το λεπτοκαμωμένο κορμί χωρίς δισταγμό μα με ..προσοχή..Ήταν κάτι διαφορετικό αυτό το αγκάλιασμα, δεν μπορούσε ακόμα και αυτός να ελέγξει αυτό το νέο συναίσθημα που είχε γεννηθεί μέσα του. Πάλευε η ενοχή με την απαγορευμένη  λαχτάρα για το μοναδικό φρούτο που ήθελε να "γευτεί".
Τράβηξε τα χέρια του και πήγε προς τη πόρτα..μετά γύρισε και κοίταξε το πανέμορφο αυτό πλάσμα..την ενοχή..τη λαχτάρα..μουρμούρησε ένα ευχαριστώ και κατέβηκε τις σκάλες σαν κυνηγημένος.
Η Καίτη στεκόταν στη μέση του σαλονιού με μία λίστα από λεπτομέρειες στο χέρι μιλούσε έντονα στους ανθρώπους του κέτεριγκ που έστρωναν το το μπουφέ. Η ενοχή αυτή τον οδήγησε να την πλησιάσει και να την αγκαλιάσει από τη μέση. Ξαφνιάστηκε η Καίτη και τραβήχτηκε απότομα.
-Τι σε έπιασε τώρα, θα μου χαλάσεις το μαλλί και θα μου τσαλακώσεις το φόρεμα. Δεν μου είπες αν σου αρέσει; Το ξεσήκωσε η μοδίστρα μου από μία φωτογραφία της Αντζολί...
Αναστέναξε ο Αντώνης και σκέφτηκε ότι η Καίτη που αγκάλιαζε ξαφνικά και φιλούσε παθιασμένα  στις σκάλες του πατρικού της ήταν παρελθόν μαζί με τον έρωτα τους.
-Το φόρεμα δεν θα γίνει ομορφότερο με αυτό; Της είπε και έβγαλε από την άλλη τσέπη το βελούδινο κουτί. Προσπάθησε να της φορέσει το κολιέ μα πάλι σταμάτησε από τις διαμαρτυρίες της.
-Στάσου Αντώνη μου, υπέροχο είναι στ' αλήθεια μα.. δεν ταιριάζει με το φόρεμα . Η Νίνα μου διάλεξε κάτι το κατάλληλο, όμως είναι υπέροχο αγάπη μου όπως ότι διαλέγεις. ..αλήθεια..ευχαριστώ. Σηκώθηκε και τον φίλησε απαλά και διστακτικά κοιτάζοντας γύρω της τους σερβιτόρους που πηγαινοέρχονταν.
-Αλήθεια τη μικρή της διάλεξες κάτι ή το ξέχασες; Δεν πιστεύω κάτι ακριβό;
- Ένα βραχιόλι, της το πήγα κι όλας. Μία καλή απομίμηση μου την έφερε ένας φίλος για σένα μα εσύ δεν είσαι για τέτοια, σου αξίζει κάτι το ακριβό να δείχνεις στις φίλες μας.
Ήξερε ότι την ικανοποίησε η απάντηση του και έφυγε βιαστικά να χωθεί στο γραφείο του μέχρι να χτυπήσει το πρώτο κουδούνι. Εκεί έβαλε ένα ποτό, βυθίστηκε στη πολυθρόνα του και άφησε το μυαλό του να περιπλανηθεί στο γαλαζοπράσινο απλό φόρεμα της Ελπίδας.
Οι επόμενες ώρες ήταν κάτι συνηθισμένο για τις μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις που διοργάνωνε πάντα είναι αλήθεια με επιτυχία η γυναίκα του. Σ' αυτό της έβγαζε το καπέλο, ήταν η τέλεια οικοδέσποινα για τους συνεργάτες και τις οικογένειες τους.Όλα οργανωμένα στην εντέλεια, το μάτι της άγρυπνο σε κάθε κίνηση και έλλειψη . Με το ποτήρι στο χέρι και την υπεροχή που αισθανόταν με την εμφάνιση της πήγαινε από παρέα σε παρέα με μόνιμο χαμόγελο και πάντα ενήμερη για τα ενδιαφέροντα του καθενός. Μόνο σε μια στιγμή πάγωσε αμήχανα το χαμόγελο της όταν είδε τα μάτια όλων σχεδόν  να στρέφονται στη σκάλα στο νεαρό πλάσμα..άγνωστο πλάσμα πραγματικά ..που κατέβαινε με ένα δειλό χαμόγελο τη σκάλα κρατώντας από το χέρι τη μικρή Έλενα.
 Αν γυρνούσε τη ματιά της στον Άντώνη θα έβλεπε ότι το δικό του βλέμμα είχε εκείνο που είχε ξεχάσει..τη ματιά του όταν την ερωτεύτηκε.
Πως ήταν δυνατόν αυτή η όμορφη νεαρή κοπέλα να ήταν το αδιάφορο κοριτσάκι με τα τριμμένα τζιν που έβλεπε να περνάει αθόρυβα και αμίλητα μέσα στο σπίτι..Ένοιωσε..ένοιωσε για λίγο ..ανεξήγητα συναισθήματα..Κάτι σαν κουδούνι κινδύνου..κάτι σαν ανησυχία ..κάτι σαν ζήλια ! Η υπεροχή που ένοιωθε στο φόρεμα της χάθηκε θαρρείς μαζί με την ξαφνική αίσθηση ότι γινόταν η Βασίλισσα που κοίταζε στο καθρέπτη και ρωτούσε ποια είναι η ωραιότερη στο σπίτι.
Ξαναβρήκε αμέσως τη κυριαρχία της στον εαυτό της και με αρχηγική κίνηση πλησίασε τη σκάλα και χαμογελώντας παρουσίασε στους καλεσμένους την Ελπίδα.
- Για όσους δεν γνωρίζετε η μικρή μας κόρη η Έλενα που κάνει το ντεμπουτο της σήμερα εδώ μαζί με τη προστατευόμενη κόρη του συχωρεμένου του αδελφού μου που αναλάβαμε από μικρή γλυτώνοντας την από το ίδρυμα ευτυχώς.
Η Ελπίδα ένοιωσε σαν μαχαιριά μέσα της την ..αλήθεια..όμως υπάρχουν και αλήθειες που πληγώνουν. Η μικρή Έλενα έσωσε τη κατάσταση τραβώντας την από το χέρι να κατέβουν
-Έλα Έλπη..πάμε..
Παράξενο πόσα μάτια την εξερευνούσαν στο πέρασμα της και πόσο μόνη ένοιωθε σε τόσους πολλούς. Γρήγορα όμως όπως αρμόζει στα νέα άτομα όλες οι αναστολές  θαρρείς χάθηκαν και σύντομα ενσωματώθηκε σε μία παρέα νέων . Ένα κορίτσι και δύο νεαρούς γιους συνεργατών που βαριόντουσαν και ξαφνικά βρήκαν ενδιαφέρον στη συγκέντρωση. Το χαμόγελο του Αντώνη από μακριά με το σήκωμα του ποτηριού του  την έκανε να τον αισθανθεί σαν..σύμμαχο σε όλα αυτά. 
-Τι όμορφο βραχιόλι της είπε η  νεαρή λίγο πιο μεγάλη από εκείνη, είναι υπέροχο πραγματικά το πρόσεξα από τη πρώτη στιγμή. Πρώτη φορά σε βλέπουμε, ελπίζω να έρθεις με τη θεία σου στο κλαμπ που έχουμε στο Ναυτικό όμιλο.
Ξέρεις βέβαια ότι ο θείος σου έχει μεγάλο σκάφος, θα έχεις ταξιδέψει τόσο καιρό μαζί τους.  Που ήσουν χωμένη τόσα χρόνια; Πέθαναν μαζί οι γονείς σου; Δεν είχες γιαγιά να σε αναλάβει, άλλα αδέλφια; Τελείωσε βέβαια το σχολείο, σπουδάζεις κάπου;
Ζαλίστηκε από τις ερωτήσεις , και απλά απάντησε μόνο δειλά ότι διάβαζε και δεν είχε χρόνο μέχρι τώρα.. δεν είχε και φίλους.
 Ένοιωσε την έκπληξη στα μάτια τους , την ανικανοποίητη περιέργεια της και κάποια ειρωνεία όπως ακριβώς έβλεπε συχνά στα μάτια των συμμαθητριών της. Έτσι και πάλι απομονώθηκε και χώθηκε στην ασφάλεια της σιωπής της.. 
Ασυναίσθητα θυμήθηκε σαν όνειρο τις βραδιές που μαζευόντουσαν οι φίλοι των γονιών της από τη δουλειά στο μικρό σαλόνι τους . Κοίταξε τον υπέροχο διώροφο  μπουφέ  της θείας της και σκέφτηκε το μεταχειρισμένο δικό τους  τραπέζι που η μητέρα της σκέπαζε με το κεντημένο τραπεζομάντιλο για να μη φανούν οι φθορές τους. Η καημένη με φροντίδα της το γέμιζε με πιατέλες για να φανεί γεμάτο που τις φόρτωνε με πατάτες στο φούρνο, κοτόπουλο κομματισμένο , κεφτεδάκια και πολλές σαλάτες. Όμως οι φίλοι εκεί αστειευόντουσαν, οι γονείς της γελούσαν ευτυχισμένοι και τα παιδιά τους έπαιζαν στο πάτωμα Μονόπολη ανάμεσα στα πόδια τους. Οι εικόνες ερχόντουσαν πια σαν απλές φωτογραφίες και αυτό την πονούσε ακόμα περισσότερο.
-Ελπίδα κλαις;..συνέβη  κάτι;..έλα μαζί μου..
Ο Αντώνης την τράβηξε από το χέρι στο γραφείο του σχεδόν χωρίς να το καταλάβει κανείς  και έκλεισε τη πόρτα πίσω της.
(συνεχίζεται)

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

14η Συνέχεια.


                                          14η συνέχεια

Η Ελπίδα κούρνιασε ακόμα πιο πολύ στην αγκαλιά της Λενιώς, είχε καταφέρει να την κάνει να εξομολογείται τα εσώψυχα της χωρίς καλά καλά να το καταλαβαίνει. Λες και μιλούσε στη μάνα που έχασε ή ακόμα και στον ίδιο της τον εαυτό .
-Σκέπτομαι ότι εκείνη την ημέρα μαζί με τη εξωτερική μου αλλαγή άλλαξε και κάτι μέσα μου.Μόνη στο δωμάτιο μου κοιταζόμουν στο καθρέπτη και σαν την Σταχτοπούτα του παραμυθιού στριφογύριζα μπροστά του και προσπαθούσα με ..με δω από κάθε πλευρά. Εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκα το ..πρίγκηπα του κάθε κοριτσίστικου μυαλού, θα με έπαιρνε στην αγκαλιά του..όπως στις ταινίες και με μία αγκαλιά λουλούδια θα μου έλεγε το σ' αγαπώ. Άκουγα τόσο καιρό τις συμμαθήτριες μου να λένε για τα ραντεβουδάκια τους, τα όνειρα τους, τα αγόρια που τους φλέρταραν και μερικές..το πρώτο φιλί.. Κοιμήθηκα λες και είχα βάλει το κεφάλι μου σε ροζ απαλό αέρινο μαξιλάρι που μοσχοβολούσε άρωμα λουλουδιών και αισθημάτων..
Από την επόμενη κι όλας μέρα είδα την αλλαγή στη συμπεριφορά του Αντώνη, του "θείου " μου. Κάποτε ήμουν  αόρατη γι' αυτόν και μάλιστα πολλές φορές με έκανε να νοιώθω παρείσακτη και βάρος. Το πρωινό εκείνο ήταν από τις ελάχιστες φορές που καθίσαμε μαζί στο τραπέζι και μάλιστα η Σοφία που σερβίριζε μου ψιθύρισε μισό γελώντας στο αυτί: 
-Μπα..τιμή μεγάλη μας έκανε ο αφέντης του σπιτιού.
Έτσι ξαφνικά άρχισε να με ρωτάει για το σχολείο μου και μάλιστα ενδιαφέρθηκε και για τη μελλοντική μου επιλογή για επάγγελμα.
- Τι σκέπτεσαι να σπουδάσεις Ελπίδα στο μέλλον,την ρώτησε ενώ συγχρόνως άλειφε με άνεση τη μαρμελάδα στο μπριός ψωμί του. Ξέρεις ότι  η Καίτη κι εγώ βέβαια θα φροντίσουμε όπως μέχρι τώρα και γι' αυτό...
Ένοιωσα αμήχανα, σπάνια μου μιλούσε και σκέφτηκα ότι ίσως το συζητούσε με τη θεία μου αυτό το θέμα. Σε ένα χρόνο που γινόμουν  18 ήξερα ότι θα έπαυε η νομική υποχρέωση τους απέναντι μου.
-Σκέπτομαι για νομική, απάντησα δειλά, έχω καλούς βαθμούς και  έχω ήδη μπει σε στάδιο μελέτης για εξετάσεις..αν περάσω βέβαια..δεν ξέρω αν τα οικονομικά μου μπορέσουν να με βοηθήσουν να σπουδάσω.
Η θεία μου δεν τον άφησε να απαντήσει αφού μπήκε στη συζήτηση με μία διαμαρτυρία ότι και να έφευγα από το σπίτι εκείνοι θα με βοηθούσαν όσο γινόταν φυσικά να βρω δουλειά και να σπουδάσω..
- Τι λες Καίτη, την έκοψε εκείνος, ανεψιά σου είναι και βέβαια μέλος της οικογένειας μας και υποχρέωση μας  και ευχαρίστηση να ήμαστε κοντά της . Και σε παρακαλώ Ελπίδα κόψε αυτό το θείος..με κάνει και αισθάνομαι γέρος, Αντώνη με λένε..
Η θεία μου τον λοξοκοίταξε κι εγώ σηκώθηκα, μουρμούρισα δικαιολογία και έφυγα σαν κυνηγημένη στο δωμάτιο μου. Έκλεισα τη πόρτα πίσω μου και αναρωτήθηκα  αν στο βάθος ήθελα να αυτονομηθώ ή να παραμείνω εδώ..μαζί τους σε ασφάλεια έστω και επιτηρούμενη.
Σε δύο μέρες μετά η μεγάλη μέρα του σπιτιού έφθανε, η Σοφία δεν είχε ευκαιρία ούτε καν να μου μιλήσει.  Η θεία μου άφαντη στα ινστιτούτα κι εγώ με διάβασμα και τη μικρή Έλενα να κουρνιάζει στα πόδια μου σαν σπουργιτάκι. 
-Έλπη σ' αγαπώ..θα με πάρεις βόλτα στο πάρκο;
Το αγαπούσε αυτό το παιδί, ήταν κάτι σαν το αδελφάκι που αποζητούσε πάντα και δεν πρόλαβε να πάρει από τους γονείς της. Οι γονείς της..Θεέ μου..έπαιρνε τη φωτογραφία τους μπροστά της για να τους φέρει στο μυαλό της.Πως μπόρεσε να το κάνει αυτό σε τόσα λίγα χρόνια... Και ο θείος της , τι ξαφνικό ενδιαφέρον ήταν αυτό και νόμιζε ότι περίμενε την ώρα να την ξεφορτωθεί!
Η Ελπίδα με την αθωότητα της σκέψης της δεν μπόρεσε όλες αυτές τις τελευταίες μέρες να παρατηρήσει ότι άρχισε να βλέπει περισσότερο κοντά της τον Αντώνη από ότι παλιά, τυχαία ίσως; ηθελημένα;..μόνον εκείνος και το αρρωστημένο υποσυνείδητο του το ήξερε. 
Ο Αντώνης ξαφνικά άρχισε να πιάνει τον εαυτό του να σκέπτεται τη παιδική νεανική σιλουέτα στη άκρη της σκάλας, έπιασε το μυαλό του μέσα σε σύσκεψη να ψάχνει την απόχρωση που είχαν τα μάτια της. Προσπάθησε να διώξει την εικόνα της εκείνη την ημέρα με ένα ραντεβού με συνοδό πολυτελείας. Δεν ήταν μεγάλος πολύ βρε αδελφέ μου, σκεπτόταν, σε λίγο καιρό θα γινόταν 45 ήταν  μάλιστα νεώτερος από τη γυναίκα του κατά δύο χρόνια. Μέσα του είχε την επιθυμία να ζήσει, να νοιώσει αισθήματα που σαν νέος τα παρέβλεπε τότε ή δεν τα ζούσε σωστά.
 Σκέφτηκε τραβώντας τα μάτια του από την οθόνη του υπολογιστή του και κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του πολυτελούς γραφείου του ότι τη Καίτη τη παντρεύτηκε από έρωτα. Γνωρίστηκαν σε ένα πάρτι και είχε τότε όλα όσο χρειαζόταν όπως πίστευε για μία σύζυγο που χρειαζόταν για τα σχέδια του.
 Καλή οικογένεια, οικονομικά εύπορη, μοναχοκόρη, όμορφη, φιλόδοξη,μορφωμένη , χωρίς πολλές απαιτήσεις από τον άνδρα δίπλα της. 
Την ερωτεύτηκε..ναι..μάλλον..έτσι πρέπει να ήταν..και την παντρεύτηκε σχεδόν αμέσως μόλις τελείωσε τη σχολή του αν και νέος..Όμως στη διαδρομή, στον αγώνα του να αναρριχηθεί ψηλά και να αρπάξει κάθε ευκαιρία στη δουλειά του κάπου εκεί..το μονοπάτι του έρωτα και της συμβίωσης τους απέκτησε  παρακλάδι και ο καθένας τους πήρε ένα διαφορετικό.
Η Καίτη ποτέ δεν του διαμαρτυρήθηκε, της έφθαναν οι ανοιχτές αγκαλιές των φίλων που λόγω εργασίας του είχαν δημιουργήσει, η κοινωνική άνοδος και αποδοχή , η ανεξαρτησία που της έδινε  και οι πολλές  πολυτέλειες που είχε πια. Το παιδί ήρθε ..κατά λάθος και δεν ήταν ο "κρίκος" που είχαν ανάγκη απλά η συμπλήρωση της εικόνας της οικογένειας τους . Είχαν όλα όσα έπρεπε για τη φωτογραφία που έβαλαν στην ασημένια κορνίζα στο τζάκι.
Η Καίτη πήρε από τους γονείς της όλη τη περιουσία που είχαν , ο αδελφός της δεν διεκδίκησε ποτέ κάτι και δεν είχε και δέσιμο μαζί του. Η μικρή Ελπίδα ήταν ξαφνικά μία αιφνίδια ..ενόχληση μα τελικά έγινε και αυτή ένα " αντικείμενο" ακόμη στο σπίτι που έδινε πρεστίζ και κοινωνικό έπαινο κάτι που άρεσε τελικά στη γυναίκα του.
Ο Αντώνης ένοιωσε ενοχή στην αρχή για το ξαφνικό συναίσθημα που ξεπρόβαλε μέσα του για το 17 χρονο κοριτσάκι που αν σκεπτόταν σοβαρά θα μπορούσε να ήταν και κόρη του. Όμως παραδεχόταν ότι πάντα αποζητούσε συνοδούς μικρής ηλικίας γιατί αυτό του άρεσε και τον έκανε να αντλεί νεανικότητα και επιβολή επάνω τους με την άνεση που του έδινε η πείρα και η μορφή "εξουσίας"που ασκούσε στα κορμιά και τη ψυχή τους.
Σκέφτηκε ότι σε μία μέρα θα γινόταν η δεξίωση που ετοίμαζε η γυναίκα του στο σπίτι, στους δρόμους η εορταστική ατμόσφαιρα της Πρωτοχρονιάς ήταν προφανής και..
Σηκώθηκε απότομα, έκλεισε τον υπολογιστή και έκανε κάτι που άλλοτε θα φόρτωνε στη γραμματέα του, πήγε σε γνωστό κοσμηματοπωλείο μόνος του...Με την άνεση που του έδινε η οικονομική του κατάσταση διάλεξε αδιάφορα κάτι το χτυπητό για τη Καίτη, κάτι που ήξερε ότι θα ικανοποιούσε τη φιλαρέσκεια της και θα επαναπαύει τη συζυγική του ιδιότητα και υποχρέωση. 
Μετά..κοίταξε τον γνωστό και εχέμυθο πάντα κοσμηματοπώλη και του είπε:
- Θέλω κάτι ξεχωριστό, νεανικό, μα ιδιαίτερο, κάτι για όλη της τη ζωή..κάτι που να φορά και να της δίνει το αίσθημα της εξουσία και της υπεροχής.. 
Εκείνος σιωπηλά έβγαλε μία μικρή κασετίνα και είπε:
- Ένα όμορφο βραχιόλι που θα φοριέται με οτιδήποτε απλό φόρεμα ή και πολυτελές και θα δίνει τον αέρα του ξεχωριστού αφού είναι μοναδικό!
Στη περιποιημένη παλάμη του Αντώνη εναπόθεσε ένα υπέροχο βραχιόλι. Ένας δράκος με σκαλισμένο κορμί, λεπτός, χωρίς περιττή και κραυγαλέα εμφάνιση μα συγχρόνως με τέτοιο σκάλισμα που τον έκανε ξεχωριστό. Το στόλισμα του ήταν τα διαμάντια στα μάτια του με όνυχα ολόγυρα που τα έκανε σαν αληθινά. Πλατίνα και λίγο χρυσό σκέφτηκε , τέλειο "πάντρεμα"ολόγυρα από ένα νεανικό χέρι. Κούνησε το κεφάλι του με ικανοποίηση..και η πλατινένια κάρτα του έπεσε απάνω στο τραπέζι ..
Η εικόνα της Ελπίδα να το φοράει του έδωσε μέσα του κάτι που είχε ή μάλλον δεν είχε ποτέ αισθανθεί..την αγωνία να το δει φορεμένο στο χέρι της την ώρα που με το γαλαζοπράσινο φόρεμα θα χόρευε στην αγκαλιά του.
(συνεχίζεται)

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

13η συνέχεια


- Δεν μπορώ να πω κυρία Λενιώ, είπε η Ελπίδα, ότι ήταν εύκολο για μένα η προσαρμογή στο νέο σπίτι, μαζί με άλλους ανθρώπους που δεν ήταν η οικογένεια μου όμως καταλάβαινα ότι δεν είχα άλλες επιλογές και έκανα κάθε δυνατή προσπάθεια. Το σπίτι πλούσιο σε όλα του, υπηρέτρια για τις δουλειές, κορίτσι για το μωρό να βοηθάει στο μεγάλωμα του, τα ψυγεία τους πάντα γεμάτα..Η θεία μου όλη μέρα έξω με φίλες και ραντεβού σε διάφορες ασχολίες της, ο θείος εξαφανισμένος στις δουλειές του τον βλέπαμε βράδυ, εκνευρισμένο από τις ασχολίες του και πάντα αγέλαστο σαν τη..θεία μου. Τότε έπρεπε να κάνουμε ησυχία για να φάει και να δει τηλεόραση με το τηλεκοντρόλ στο χέρι να αλλάζει αλλεπάλληλα  τα κανάλια .Τους παρακολουθούσα κρυφά και σκεπτόμουν ότι μπορούν κάποιοι άνθρωποι να μένουν δίπλα ο ένας στον άλλο και όμως..να λείπουν!
Εκείνες τις ώρες μου έλειπε το σπίτι μου, οι γονείς μου, η γεμάτη γέλια και πειράγματα αγκαλιά του πατέρα μου και η μητέρα που πηγαινοερχότανε αν και κουρασμένη με τα πιάτα από τη κουζίνα. 
Θα σας φανεί παράξενο μα η δική μου χαρά ήταν τώρα η μικρή Ελένη το μωράκι τους που με λάτρευε γιατί το έσφιγγα στην αγκαλιά μου και το έκανα παιχνίδια.Του μιλούσα για όλα αυτά που είχα στο μυαλό και τη καρδιά μου και το γελάκι του ήταν εκείνο που ζέσταινε τη μέρα μου.
Η συμπεριφορά τους απέναντι μου ήταν σχεδόν αδιάφορη μα καλή, άλλωστε φρόντιζα η παρουσία μου στο σπίτι να είναι σχεδόν..αόρατη ώστε να μη τους εμποδίζω. Σχολείο, φαγητό σπάνια με όλους μαζί συνήθως με τη κυρία Σοφία την γυναίκα του σπιτιού στη κουζίνα που χαιρόταν αφάνταστα τη συντροφιά μου. Τα βράδια που έφευγε η νταντά του μωρού έφτιαχνα ένα σάντουιτς και την περνούσα μαζί του στο δωμάτιο μου διαβάζοντας τα μαθήματα μου και μιλώντας το. Μόλις άρχιζε να μιλάει, άργησε όπως είπε ο γιατρός του και προσπαθώντας να ανέβει στην αγκαλιά μου μου φώναζε με το δικό του τρόπο το όνομα μου:..Έλπη..Έλπη..
Στο σχολείο πάλι με πείσμα ήμουν η καλύτερη σχεδόν μαθήτρια πράγμα που ικανοποιούσε τη θεία μου όταν τη το έλεγαν οι βαθμοί μου.Με είχαν βάλει σε ιδιωτικό σχολείο μα πιστεύω ότι το έκαναν μόνο από..πρεστίζ για το κύκλο τους .Από μισόλογα στο τηλέφωνο καταλάβαινα ότι η παρουσία μου στην οικογένεια τους "ανέβαζε" την εικόνα της οικογένειας τους φίλους και συνεργάτες τους. Ξέχασα να σου πω ότι στο τεράστιο σαλόνι κάνανε συχνά γιορτές σε συνεργάτες του θείου και τις συζύγους τους φίλες της θείας μου..φίλες..λέμε τώρα. Σπάνια κατέβαινα μόνο απλά για να με δείξει σε κάποιες λέγοντας:
 - Τι να γίνει χρυσή μου, το καημένο το ορφανό θα κατέληγε σε ίδρυμα...
Τότε έσφιγγα τις γροθιές μου και έμπηγα τα νύχια στη σάρκα για να μη βγάλω στη γλώσσα μου όσα με βάραιναν με αυτές τις λέξεις.. 
Έτσι πέρασαν τα 4 χρόνια κόντευα στη 2α Λυκείου και πολλές φορές τις νύχτες σκεπτόμουν ότι έπρεπε να κλείσω πολύ τα μάτια και να προσπαθήσω για να φέρω την εικόνα των γονιών μου στα μάτια μου..με πίκραινε και με βάραινε ενοχικά το γεγονός ότι άρχισα να..ξεχνάω..........................................................
Η Ελπίδα είχε πια γίνει ένα ψηλό , όμορφο κορίτσι, λεπτό καλοκαμωμένο μα αδιάφορο για την εμφάνιση του ίσως γιατί ο κόσμος της όλος ήταν σχολείο, σπίτι, δωμάτιο. Φίλες..καμία..απλά γνωριμίες στη τάξη και η αποχή της από τα πάρτυ και τα ενδιαφέροντα των άλλων συμμαθητριών της της στερούσαν το δέσιμο με κάποια από αυτές. 
Όφειλε να πει ότι οι θείοι της φρόντιζαν να γεμίζουν τις ώρες της με καθηγητές για ξένες γλώσσες που η Ελπίδα το εκμεταλλεύτηκε σωστά σαν εφόδιο . Μοναχική ίσως, σχεδόν πάντα με ένα βιβλίο στο χέρι και με μόνη απασχόληση το 6χρονο κοριτσάκι της οικογένειας. Βόλευε αυτό τους θείους της, η κοπέλα που το φρόντιζε έπαψε να έρχεται και η αγάπη της μικρής σ'αυτήν τους ικανοποιούσε αφού έτσι το φρόντιζε σιωπηλά χωρίς να τους κουράζει.
Όλα άλλαξαν τη τελευταία χρονιά όταν ξαφνικά ο ..θείος ..αντιλήφθηκε ότι εκείνο το κλαμένο φοβισμένο κοριτσάκι είχε γίνει μία νεαρή όμορφη κοπέλα με την αθωότητα του παιδιού ακόμη μέσα της.
Ήταν παραμονές Χριστουγέννων και η θεία της ετοίμαζε πυρετωδώς μία μεγάλη συγκέντρωση σπίτι της.. Ο θείος της είχε πάρει ακόμα μία αντιπροσωπεία στη δουλειά του και έπρεπε να ευχαριστήσει και να γνωριστεί οικογενειακά με τους άλλους μετόχους.
Στο σπίτι γινόταν μία κατάσταση αναβρασμού, λίστες για αγορές, αλλαγές ακόμα και στις κουρτίνες γιατί ..δεν ταίριαζαν πια στη μόδα, ένα τεράστιο φυσικό έλατο, διακοσμητής για το στολισμό του σαλονιού.. Η Ελπίδα με τη μικρή Έλενα ( έτσι της  είπε η θεία της ότι πρέπει να τη φωνάζει..) εξαφανισμένες στο δωμάτιο και απέναντι σε μία  παιδική χαρά για να βρουν την ησυχία τους.
Κάποια στιγμή μπαίνοντας η θεία της την φώναξε ότι την ήθελε να μιλήσουν.. Άφησε τη μικρή στα παιχνίδια της και την ακολούθησε στο δωμάτιο που το είχαν σαν μικρό σαλόνι και όπου οι δύο υπολογιστές τους είχαν τη πρώτη θέση.
-Ελπίδα  βλέπεις τι ετοιμάζουμε, τα θέλω όλα στην εντέλεια και ένα από τα προβλήματα είσαι εσύ..
-Εγώ;..μα τι έκανα θεία μου;
-Απλά μεγάλωσες κορίτσι μου και έχω βαρεθεί να σε βλέπω με φόρμες και τριμμένα τζιν.Δεν σου αρέσει το ωραίος; δεν θέλεις να φροντίζεις την εμφάνιση σου; ίδια η μητέρα σου όταν τη πρωταντίκρυσα με τον αδελφό μου στο σπίτι μας..
Η Ελπίδα έσκυψε το κεφάλι και..έσφιξε ξανά τις γροθιές..
-Λοιπόν, αύριο κι όλας θα σε συνοδέψει η κυρία Νίνα  που ξέρει από αυτά και παρατήρησε την..αόρατη παρουσία σου , σε μία σειρά από αλλαγές που οφείλεις  να κάνεις στον εαυτό σου. Σκέψου τι έλεγαν πίσω από τη πλάτη μας όλες οι γνωστές όταν σε έβλεπαν..
-Μα..δεν χρειάζεται να ξοδευτείτε, μου αρέσουν τα τζιν..είμαι καλά και έτσι..
- Σώπα..δεν θέλω αντίρρηση, είναι μια σημαντική συγκέντρωση για μας  και οφείλει να εμφανιστεί όλη η οικογένεια. Αύριο είπα..αύριο..
Την επόμενη μέρα μία ..ξερακιανή κοκαλιάρα μα σαν εξώφυλλο περιοδικού νεαρή κυρία την κοίταξε μέσα στο σαλόνι με μία  απελπιστική ματιά, αναστέναξε και της άπλωσε το χέρι σε χαιρετισμό.
-Ονομάζομαι Νίνα..έτσι απλά θα με λες και θα φροντίσω να κάνω το ασχημόπαπο κύκνο. Ακολούθησε και δεν θέλω αντιρρήσεις μικρή μου.
Οι επόμενες ώρες ήταν λες και από κάποιο εξωσχολικό βιβλίο που διάβαζε τις ελεύθερες ώρες της , κάτι από ταινία, πάλι αποφάσιζαν για εκείνη ..χωρίς εκείνη.
Την πήγε για πρώτη φορά σε ινστιτούτο που της έκαναν ότι έβλεπε στο διαδίκτυο ή στη τηλεόραση μερικές φορές ή όταν οι φίλες της στο σχολείο καμάρωναν ότι έκαναν με τη μαμά τους. 
Δεν το αρνιόταν ότι το ..απόλαυσε..Καμάρωσε τα υπέροχα νύχια της, γέλασε με τη μάσκα ομορφιάς, τσίριξε με την αποτρίχωση, και έφερε ότι αντίρρηση μπορούσε μάταια να φέρει όταν της έκοψαν τα μαλλιά σε νέο..λουκ!
Ακολούθησε ένας πανικός από στοίβες ρούχων που η τελευταία που διάλεγε ήταν εκείνη.. Της ξεχώρισε μπλουζάκια, παντελόνια , 2 φορέματα, καλτσόν, κολάν, μπουφάν και ένα καλό παλτό νεανικό μα..ιδιαίτερα κομψό είναι αλήθεια. 
- Τώρα πάμε στο φόρεμα της Πρωτοχρονιάτικης βραδιάς που θα φορέσεις..Ένα που θα ξεχωρίζει και θα τονίζει τη νεαρή σου ηλικία και τη γυναίκα που θα γίνεις..
Την έβλεπε να κοιτάζει μία μία τις κρεμάστρες με μία ματιά εξεταστική και συνοφρυωμένη, ήθελε άπειρες φορές να της πει ότι όλα αυτά που κοιτούσε δεν ήταν γι' αυτήν..μα...
-Αυτό, αυτό μάλιστα..πρασινογάλανο σαν τα μάτια σου,μεταξένιο άγγιγμα, απλό μα..γυναικείο, σοβαρό μα ..σε κάνει να βλέπεις αυτά που αγκαλιάζει.. Αυτό..φόρεσε το, θέλω να το δω επάνω σου.
Της το πέταξε στα χέρι και της έδειξε σαν εντολή με το δάχτυλο το δοκιμαστήριο.. Η Ελπίδα υπάκουα μπήκε και ..σε λίγο πρόβαλε δειλά από τη πόρτα του. Η θριαμβευτική ικανοποιημένη ματιά της κας Νίνα της επιβεβαίωσε ότι δεν χωρούσε αντίρρηση. Της πέταξε ένα ζευγάρι πέδιλα με το πρώτο τακούνι που θα φορούσε στη ζωή της και μετά την έσυρε μπροστά στο καθρέπτη.
-Κοίτα..κοίτα..ο κύκνος που έκρυβες..ένας 17 χρονος κύκνος..Θεέ μου πότε πέρασε η ηλικία αυτή σε μένα, δεν θέλω να το σκέπτομαι!
Η Ελπίδα κοίταξε ξαφνιασμένη την εικόνα της στο καθρέπτη, δεν ήταν εκείνη, ήταν μία φιγούρα βγαλμένη από περιοδικό της θείας της. Η γυναίκα που κρύβεται μέσα σε κάθε κορίτσι "έσπασε" το κέλυφος και ξεπρόβαλε μαζί με την αύρα της νεανικής ηλικίας και την αθωότητα της κίνησης..όλα μαζί, ένα πακέτο μπροστά στο καθρέπτη.. Είδε τη ματιά θαυμασμού στα μάτια της πωλήτριας  και στο πρόσωπο ενός συνοδού μιας πελάτισσας που τον τράβηξε με ζήλια από το μπράτσο.. Δεν είμαι εγώ όμως..σκέφτηκε..είμαι όμορφη μα..δεν είμαι εγώ..αν ήταν η μαμά της τι θα έλεγε άραγε; ήταν από τις στιγμές που ένοιωσε την απουσία της ..
- Ένα τελευταίο μένει μικρή μου και είναι κάποια καλλυντικά που θα σου διαλέξω και θα σου δείξω πως να μεταχειρίζεσαι.. κάποιο κόσμημα ίσως..θα δούμε..κάτι απλό. ένα και εντυπωσιακό..
Όταν γύρισαν σπίτι η ώρα ήταν προχωρημένη, και άφησε τη κα Νίνα να μιλάει με τη θεία της και να της κάνει ανάλυση των εξόδων. Μετά άκουσε τη πόρτα να κλείνει πίσω της κι εκείνη ξάπλωσε στο κρεβάτι της με ένα πλήθος πακέτα γύρω της  και ευτυχώς που η μικρή Έλενα κοιμόταν γιατί δεν θα άντεχε άλλη κούραση.
-Ελπίδα ..Ελπίδα, φόρεσε το φόρεμα να σε δω..κόστισε τι διπλάσιο από το ενοίκιο του σπιτιού σου!
Αναστέναξε και φόρεσε ξανά πειθήνια το υπέροχο φόρεμα και σκαρφάλωσε ακόμα μια φορά στα ψηλοτάκουνα πέδιλα.. Έριξε μία τελευταία γρήγορη ματιά στο καθρέπτη και έσιαξε με τα δάκτυλα της τα καλοχτενισμένα μαλλιά που τα είχε χαλάσει λιγάκι ξαπλώνοντας στο κρεβάτι της.
Η θεία της στύλωσε με αδιευκρίνιστο βλέμμα  τα μάτια της στην "άγνωστη" που αντίκριζε στην άκρη της σκάλας.. και ο ήχος της εξώπορτας που χτύπησε πίσω από τον άνδρα της που έμπαινε ούτε καν την έκανε να γυρίσει. Αν γυρνούσε ίσως η έμπειρη ματιά της συζύγου θα έβλεπε καθαρά τη λάμψη του απροσδόκητου στα μάτια του άνδρα της.
Ο Αντώνης κουρασμένος μπήκε στο σαλόνι και η ματιά του καρφώθηκε άθελα του στη 'λάμψη" που έβγαινε  από το νεανικό κορμί της ..άγνωστης Ελπίδας..Μα που πήγε το κοριτσάκι;.. Εκείνο το κλαμένο θλιμμένο πρόσωπο με τη μαθητική σφραγίδα που αναγκάστηκε να δεχθεί σπίτι του ! Που εξαφανίστηκε το άχρωμο εφηβικό πλάσμα με τις φθαρμένες φόρμες και τα σπορτέξ που έφευγε μόλις τον έβλεπε..
-Αντώνη, δεν είναι όμορφη έτσι; είπε η θεία της, τη σουλουπώσαμε για τη βραδιά των καλεσμένων μη λένε ότι την έχουμε σαν.. παραπεταμένο. Ένα σωρό λεφτά ξόδεψα... και της λείπει λέει η Νίνα ένα κόσμημα..κάτι αλλά μα εντυπωσιακό..
 Ο Αντώνης άφωνος. Προσπάθησε να ξεκολλήσει τη ματιά του από την εικόνα της Ελπίδας που τον έκανε να νοιώσει κάτι που είχε ξεχάσει για καιρό πλέον μέσα του. Η γυναίκα του δεν ήταν εδώ και χρόνια  παρά η εικόνα της οικογένεια γι' αυτόν στη δουλειά και τη καριέρα του. Η ερωτική του ζωή καλύπτονταν από πανέμορφες συνοδούς στις εξόδους με άλλους συναδέλφους. Είχε ότι επιθυμούσε στην αγκαλιά του και όποτε το είχε ανάγκη απλά με ένα τσεκ επιταγών και το πολύ με κάποιο ακριβό δώρο.
Το πλάσμα αυτό ήταν ένα νεανικό όνειρο, κάτι που δεν μπορούσε να εντοπίσει τι του γέννησε μέσα του. Πέταξε το παλτό του στα χέρια της οικονόμου τους και προσπάθησε να κάνει τη ματιά και τη φωνή του αδιάφορη πλησιάζοντας στη γυναίκα του.
-Καλή, μπράβο, τα κατάφερες, έτσι έπρεπε , έχεις δίκιο όπως πάντα. Όσο για το κόσμημα ..ας κάνω κάτι κι εγώ..κάτι σαν πρωτοχρονιάτικο δωράκι ας πούμε στη νεαρή μας . Θα πω τη γραμματέα μου αύριο, όσο για σένα αρκετά σε κουράζουμε με τις δικές μου απαιτήσεις καλή μου.Τώρα ετοιμάστε μου για φαγητό κυρία Σοφία είμαι κουρασμένος.
Η θεία της ικανοποιήθηκε από τη τελευταία του παραδοχή της προσφοράς της και δεν επέμενε άλλο.
Η Ελπίδα προσεκτικά γύρισε και προχώρησε προς το δωμάτιο της  μα ένιωσε ότι κάτι θαρρείς ήταν καρφωμένο επάνω της και την βάραινε σαν κακιά πλέον κατάρα..
η 

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

12η συνέχεια


Δεν μπορούσε η μικρή Ελπίδα τις πρώτες μέρες να νοιώσει που πατούσε..ήταν λες και βάδιζε σε έδαφος που σειόταν από αλλεπάλληλους σεισμούς. Έμοιαζε σαν ένα κουτάβι που το παίρνουν από τη θηλή της μάνας του και το πετούν σε αφιλόξενο και άγνωστο μέρος. Πήγαινε σε κάθε γνωστή μορφή που έβλεπε μπροστά της ελπίζοντας ότι θα το πάρει και θα το ξαναβάλει στο ασφαλές του καταφύγιο. 
Τα μάτια της..εκείνα τα μάτια της κλόνιζαν όποιον τα αντίκριζε με αποτέλεσμα να τραβούν τα δικά τους με το φόβο μήπως αναλάβουν μία υποχρέωση που δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να πάρουν. Κάποιοι γείτονες, κάποιοι γονείς από συμμαθήτριες της, μερικοί δάσκαλοι ένα φιλικό ζευγάρι των γονιών της..Απλώνουν το χέρι, της χαϊδεύουν τα μαλλιά, κάποιες ψιθυριστές λέξεις συμπόνιας και ίσως κάποιο αγκάλιασμα από μερικές κυρίες.
 Η χειρότερη στιγμή όμως ήταν όταν μία άγνωστη νεαρή κυρία  την πήρε στην άκρη μαζί με τη καθηγήτρια της και της εξήγησε ότι έπρεπε να την ακολουθήσει σε ένα χώρο όπου προσωρινά θα έβρισκε "οικογένεια" και φροντίδα μέχρι να επικοινωνήσουν με συγγενείς.
Μέσα της ήθελε να φωνάξει, να τραβήξει το χέρι, να της πει κατάμουτρα ότι δεν ακολουθεί ξένους όμως..δεν είχε κουράγιο ούτε καν να αρθρώσει λέξη ..Παράξενο μα ακόμα και το κλάμα της πια είχε σταματήσει..δεν μπορεί σκεπτόταν..κάποτε θα ξυπνήσει και όλα θα είναι όπως πριν.
Όμως τα πάντα κύλησαν από εκείνη τη μέρα για εκείνη ..χωρίς εκείνη.Ακολούθησε πειθήνια την άγνωστη μα τόσο τρυφερή κυρία, είδε το προσωρινό σπίτι που την υποδέχθηκαν με αγάπη βέβαια ή ίσως οίκτο και αφέθηκε στο ..ποτάμι που τη παρέσυρε στο ρεύμα του. Κύλησαν μέρες κι εκείνη είχε κλειστεί στο καβούκι της σαν στρείδι. Αμίλητη, λιγόφαγη, απομονωμένη από όλους και όλα μα πάντα ευγενική και πειθήνια γιατί ένοιωθε πια ότι αυτός θα ήταν ο μόνος δρόμος για την "επιβίωση "της. Ανακάλυψε ξαφνικά ότι μέσα της έκρυβε μία δύναμη που δεν είχε φανταστεί, μία πλευρά που δεν ήξερε ότι θα έβγαζε στην επιφάνεια, η δύναμη της αυτοσυντήρισης. Τις νύχτες ξαπλωμένη στο κρεβάτι της δίπλα σε άλλα 3 κοριτσάκια που μοιραζόταν μαζί τους το δωμάτιο έκλεινε τα μάτια για να μη δείξει ότι ήταν ξύπνια και μέσα της, το μυαλό της έβαζε τα πράγματα επάνω σε ένα τραπέζι και τα τοποθετούσε σε σειρά. Έπρεπε να υπακούει, να είναι βολική και ευγενική αν ήθελε να περνούν οι μέρες καλά για εκείνη και να βρεθεί ίσως μία λύση για να..να..μα τι λύση μπορούσε να βρεθεί;
Ένας μήνας κύλησε και η λύση των υπευθύνων βρέθηκε.. η δική της ζωή είχε κανονιστεί από ξένους, από ανθρώπους με καλή βέβαια πρόθεση μα..με τη νομική σκληρότητα με την απρόσωπη παρουσία. Εκείνο το πρωινό στη τραπεζαρία τη φώναξε μία συγκάτοικος της ότι την ζητούσαν στο γραφείο της υπεύθυνης και κατάλαβε ότι η ώρα είχε έρθει .
 Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, παγωμένη και πονεμένη, η ψυχή της είχε μείνει πίσω με όσους έχασε..τα πόδια της θαρρείς χωρίς έλεγχο την οδήγησαν έξω από τη πόρτα και το μόνο που την κρατούσε όρθια ήταν η κρυμμένη ..άγνωστη αυτή δύναμη μέσα της. Την ώρα που το σφιγμένο χεράκι χτυπούσε τη ξύλινη επιφάνεια της μέσα στο μυαλό της σαν αστραπή άκουσε τη φωνή της μητέρας της να της λέει με το φιλί της καληνύχτας : 
-Μη φοβάσαι, εγώ θα είμαι πάντα κοντά σου έστω και αν δεν είμαι στο δωμάτιο ..είμαι μαζί σου μωρό μου.
Μέσα στο δωμάτιο αντίκρισε την υπεύθυνη και..τους ανθρώπους που ο πατέρας της της είχε συστήσει σαν..θείους. Η στεγνή ψηλή κυρία με το σφιγμένο χαμόγελο ήταν η αδελφή του πατέρα της και ο άνδρας δίπλα της με το βαριεστημένο ψήφος που ανέδινε έντονα τη λέξη " υποχρέωση" ήταν ο άνδρας της. ήξερε πλέον τι της επιφύλασσε το μέλλον. Κανείς δεν έκανε τη κίνηση να την αγκαλιάσει, μα ούτε κι εκείνη πήγε προς το μέρος τους, κάτι της έλεγε μέσα της ότι η άμυνα θα ήταν πια τρόπος ζωής.
Το δωμάτιο γέμισε από ευγενικές εξηγήσεις νομικής φύσης , κουβέντες γεμάτες καλή πρόθεση, βλέμματα των συγγενών της μεταξύ τους γεμάτα συνεννόηση και το φινάλε τυπικό και με ανακούφιση όλων ότι έκαναν  το καθήκον τους πάνω από κάθε τι. Η Ελπίδα δεν μίλησε καν, έσκυψε το κεφάλι, το κούνησε απλά σε κάθε ερώτηση της υπεύθυνης σαν συγκατάβαση και..τα λιγοστά πράγματα της σε ένα μικρό σάκο. Αυθόρμητα αγκάλιασε αποχαιρετώντας τα άλλα κορίτσια που ξαφνιάστηκαν γ΄αυτό αφού η σιωπή και η απομόνωση της τόσο καιρό τις κρατούσε σε απόσταση και..ακολούθησε το ζευγάρι στο μεγάλο αυτοκίνητο τους. 
Μέσα σ' αυτό στην αρχή δεν μίλησε κανείς μετά λες και οι δύο σκεπτόντουσαν τα ίδια άρχισαν να μιλούν μαζί συγχρόνως..Κοιτάχτηκαν και με ένα νεύμα του άνδρα της η θεία της πήρε το λόγο.
- Όπως καταλαβαίνει νεαρή μου θα μείνεις μαζί μας αφού δεν έχεις άλλους συγγενείς. Φαντάσου ότι αν αρνιώμασταν εμείς θα κατέληγες σε ορφανοτροφείο. Όπως υπογράψαμε αναλαμβάνοντας σε έχουμε τη πλήρη επιμέλεια σου μέχρι τα 18 σου χρόνια , το σπίτι των γονιών σου θα νοικιαστεί και τα έσοδα του θα είναι για τη μόρφωση σου που δεν φθάνουν βέβαια..μα ..Χριστιανοί ήμαστε, κόρη του αδελφού μου..τι να γίνει.. Εκείνο που περιμένω από εσένα είναι να είσαι ένα υπεύθυνο κορίτσι και να προσαρμοστείς χωρίς αντιρρήσεις στο τρόπο ζωής το δικό μας. Θέλω ηρεμία, ευγένεια, όχι καυγάδες και αντιρρήσεις και καλούς τρόπους βέβαια πρώτα από ' όλα. Ο θείος σου ο κύριος Αντώνης είναι γνωστός επιχειρηματίας και φέρνουμε συχνά φίλους και συνεργάτες στο σπίτι μας. όπως καταλαβαίνεις θέλω μία σωστή εικόνα στο σπίτι, κατάλαβες;
Η Ελπίδα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της όταν η φωνή του θείου της την ταρακούνησε.
- Μη κουνάς συνέχεια το κεφάλι, στόμα και γλώσσα έχεις νομίζω, δεν σου έμαθαν ότι αυτό δεν είναι ευγενικό επιτέλους;
Μέσα της χοροπήδησε η νεανική της αντίδραση μα η απόφαση που είχε πάρει τις άγρυπνες νύχτες τη προσγείωσε και απάντησε ευγενικά και καθαρά.
-Μάλιστα... θείε.
Είδε τη σπίθα στα μάτια του , λες και περίμενε μία αντίδραση για να ξεσπάσει και ασυναίσθητα μέσα της ένιωσε μία μικρή νίκη που δεν τον ικανοποίησε .Αυτό έκανε τη διαδρομή μέχρι το άγνωστο να της φανεί λίγο καλύτερη. 
Το σπίτι που την οδήγησαν δεν ήταν το ίδιο που ήρθε με τους γονείς της , εκείνο έμαθε ότι ήταν το σπίτι της γιαγιάς της που τώρα πια μετά από το εγκεφαλικό ήταν σε ειδική κλινική μονίμως. Αυτό ήταν διώροφο, με μεγάλη φροντισμένη αυλή και ένα τοίχο ολόγυρα. Χάζεψε με θαυμασμό τα πολλά λουλούδια, τη κούνια με το υπέροχο λουλουδιστό κάλυμμα  και μία γωνιά με ένα κιόσκι καλυμμένο από μία ολάνθιστη τριανταφυλλιά. Κατάλαβε ότι η θεία της ένοιωσε ικανοποίηση από το βλέμμα του θαυμασμού της γιατί για πρώτη φορά έβαλε το χέρι της στον ώμο της . Την οδήγησε στη μεγάλη κεντρική σκάλα με τα λίγα βέβαια σκαλοπάτια που έδινε μία ιδιαίτερη χάρη στο σπίτι και της είπε με ένα χαμόγελο:
-Εδώ θα ζεις όπως βλέπεις, σε ένα υπέροχο σπίτι και όχι χωμένη σε ένα δυάρι με τους γείτονες να βλέπουν τη κάθε σου κίνηση..Ξέχασα να σου πω ότι έχουμε και ένα κοριτσάκι μόλις 2 ετών.
Η Ελπίδα ένιωσε μία χαρά με αυτό το νέο..πάντα ήθελε ένα αδελφάκι και ιδιαίτερα κορίτσι..ίσως αυτό να έκανε την παρουσία της σε αυτό το σπίτι πιο ευχάριστη και το πόνο της πιο υποφερτό. Ανέβηκε με άνεση τα σκαλοπάτια και στάθηκε μπροστά στη υπέροχη σκαλιστή πόρτα με το χρυσό χερούλι που είχε τη μορφή ενός αετού.. Ήξερε ότι πίσω από αυτή τη πόρτα άνοιγε γι' αυτή μία νέα ζωή και έπρεπε να πάρει την απόφαση ότι για να επιζήσει έπρεπε να προσαρμοστεί με κάθε νέα πρόκληση που θα αντιμετώπιζε πίσω της. Η μορφή των γονιών της μπροστά της..το μέλλον της αβέβαιο..η "υποχρέωση " των συγγενών της το μόνο που είχε να αρπαχτεί,όλα πίσω από αυτή τη πόρτα..