Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

15η Συνέχεια


Έτσι έφθασε η μέρα της γιορτής που όλοι στο σπίτι την περίμεναν από τη δική τους μεριά ο καθένας με τα δικά τους ενδιαφέροντα του σαν κάτι σημαντικό . Ήταν Παραμονή Πρωτοχρονιάς!
 Η μικρή Έλενα ήταν το πιο χαρούμενο και ανέμελο πλάσμα μέσα σε όλα αυτά. Έμπαινε στα πόδια τους και ξαπλωμένη στο πάτωμα δίπλα από το πελώριο δένδρο έψαχνε κρυφά με τα χεράκια της να ανακαλύψει τι είχε το κάθε πακέτο.Το σπίτι φεγγοβολούσε θαρρείς ετερόφωτο από την λάμψη όλων όσων ήταν μέσα σε αυτό... Η Ελπίδα δεν μπόρεσε να μη παρασυρθεί από όλη αυτή τη προετοιμασία και την αγωνία της αντίστροφης μέτρησης της Καίτης για την ώρα που είχε καλέσει τους φίλους τους. Με το ζόρι και όρθιοι τσίμπησαν κάτι το μεσημέρι και η θεία της ήταν τόσο εκνευρισμένη που σε μια στιγμή κόντεψε να χτυπήσει τη μικρή Έλενα.
-Πάρε την από εδώ, εξαφανιστείτε από μπροστά μου ,κάνε κι εσύ μία δουλειά επιτέλους Ελπίδα και πάψτε να είστε στα πόδια μας..
Πήρε τη βαλαντωμένη από το κλάμα μικρή και ανέβηκε στο δωμάτιο της.Την κράτησε σφιχτά στα μπράτσα της μουρμουρίζοντας στο αυτί της τα τραγουδάκια που της άρεσε να ακούει..
- Μ' αγαπάς Έλπη;..
- Σ'αγαπώ μωρό μου..
Έτσι αγκαλιασμένες έγυραν στο μαλακό κρεβάτι και έτσι..τους πήρε στην αγκαλιά τους ο ύπνος μέχρι που η πόρτα άνοιξε δυνατά και οι φωνές της Σοφία αλαφιασμένης τους θύμισε ότι έπρεπε να ντυθούν.Ένοιωσε μέσα της μία αγωνία ξαφνική όπως όταν έδινε εξετάσεις. Έδωσε τη μικρή στη κοπέλα που θα τη φρόντιζε και μετά..κοιτάχτηκε στο καθρέπτη.. Αντίκρισε μία νεαρή κοπέλα, σχετικά καλοκαμωμένη μα..τόσο απλά συνηθισμένη έφηβος θα μπορούσε να πει...Έβλεπε όσα πίστευε μέσα της ότι ήταν, κάποιος θα διέκρινε αμέσως πίσω από το τζιν τα μακριά λεπτά της πόδια, το νεανικό στητό μπούστο της και τη λυγερή μέση της.
Κούνησε το κεφάλι της να διώξει τις αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό της και έτρεξε να κάνει ένα ντουζ και να φροντίσει το πρόσωπο της όπως της έδειξε η Νίνα.
Όταν κοιτάχτηκε ξανά είδε το γυμνό κορμί της για πρώτη φορά μέσα στα όμορφα μοντέρνα εσώρουχα που της είχε αγοράσει και ένοιωσε τη μεταμόρφωση της να ξεπηδάει σαν το νερό της πηγής..Το απλό μα υπέροχα καλοραμμένο φουστάνι στη κρεμάστρα της "φώναζε" ότι ήταν το υπόλοιπο όνειρο εκείνης της μέρας. Το πέρασε αργά και προσεκτικά επάνω στο χυτό κορμί της και ξάφνου... η Σταχτοπούτα των παιδικών διηγήσεων της μαμάς της πριν κοιμηθεί.. ξεπρόβαλε μπροστά της.
 Είναι παράξενο σκέφτηκε πως κάποια υλικά πράγματα δίνουν στους ανθρώπους μία αίσθηση δύναμης και υπεροχής μεταμορφώνοντας τους σε κάτι άλλο..Έτσι έγινε φαίνεται  και μ' εκείνη, ήταν τώρα μία άλλη και το πιο παράξενο ήταν ότι της άρεσε αυτό και ξύπνησε τη κοιμισμένη γυναικεία φιλαρέσκεια που βρίσκεται μέσα σε κάθε κοριτσάκι από τη στιγμή που βάζει τα..τακούνια της μαμάς του..
Έφτιαξε τα μαλλιά της όπως της έδειξαν, άλλωστε ο κομμωτής της είχε δώσει μία φόρμα που θαρρείς έπαιρνε μορφή απλά με  ένα βούρτσισμα. Το βάψιμο της όπως της είπε η Νίνα σχεδόν ανεπαίσθητο μα αρκετό ώστε να φανεί το υπέροχο σχήμα των ματιών της. Θαύμασε επάνω της  κοραλλί απαλό κραγιόν στα χείλη της και πέρασε ελαφρά την άκρη της γλώσσας της επάνω τους για να νοιώσει τη γεύση του . 
Δεν ήξερε εκείνη τη στιγμή ακόμα η μικρή Ελπίδα ότι η μεγαλύτερη δύναμη μιας γυναίκας είναι να μη συνειδητοποιεί  πόσο λαμπερή και γυναίκα είναι και να αφήνει αυτό να το απολαμβάνουν οι άλλοι..
Ήταν έτοιμη να βάλει τα παπούτσια της όταν χτύπησε η πόρτα και άνοιξε συγχρόνως. Ο Αντώνης έκρυψε με το σώμα του σχεδόν το άνοιγμα της, ήταν ένας εύσωμος και γυμνασμένος άνδρας και ήταν τόσο καλοντυμένος σκέφτηκε..τόσο όμορφος..Έκανε να σηκωθεί όταν εκείνος έτρεξε , γονάτισε και έπιασε το πέδιλο στα χέρια του.Την κοίταξε και..
-Άσε να σε βοηθήσω μικρή..είσαι πανέμορφη σήμερα και αν έχουμε κάποιο νεαρό θα κάψεις καρδιές..
Άφωνη και αμήχανη τον άφησε σαν μαγνητισμένη να της φορέσει το πρώτο πέδιλο και να κουμπώσει με άνεση το λουράκι. Ένοιωσε να κολυμπάει σε μία πρωτόγνωρη ανατριχίλα..ένοιωσε άθελα της τόσο  διαφορετικά..ένοιωσε σε άγνωστα νερά..
-Αφήστε θείε μου θα το βάλω μόνη μου ευχαριστώ και βάλθηκε να προσπαθεί να φορέσει το άλλο κάνοντας αδέξιες και αμήχανε κινήσεις.
-Θείε; θείε; δεν είπαμε Αντώνη; τόσο φοβερός είμαι που δεν τολμάς να το πεις;
Τον είδε να γελάει και κάτι σαν παιχνίδισμα στα μάτια του της προκάλεσε ακόμα πιο μεγάλη αστάθεια στα χέρια. Τα φόρεσε και σηκώθηκε όρθια δίπλα του βλέποντας για πρώτη φορά πόσο μικροσκοπική ήταν μπροστά του. Σκέφτηκε με πόσο φόβο τον έβλεπε στην αρχή και πόσο πάγωνε με εκείνο το ψυχρό αδιάφορο βλέμμα του όταν καταδεχόταν να πέσει επάνω της. Πάντα την έκανε να νοιώθει ξένη, παρείσακτη..και τώρα..τώρα λες και ήταν ένας άλλος. Τελικά αυτή τη μέρα όλοι είχαν αλλάξει..
-Ήρθα για να σου δώσω το..συμπλήρωμα στην αλλαγή σου, το δωράκι σου για την ημέρα αυτή..
Τα χέρια του έβγαλαν το κουτί και μπροστά στην έκπληκτη Ελπίδα έβγαλε από αυτό το βραχιόλι και της το πέρασε αστραπιαία στο λεπτό καρπό της. Η πείρα του στις γυναικείες αυτές μικροχαρές του είχε δώσει την άνεση αυτή στις κινήσεις. Έκλεινε θαρρείς σαν χειροπέδη και αντικρίζοντας το η Ελπίδα μαγεύτηκε από τη λάμψη των περίεργων ματιών του δράκου. Το έφερε μπροστά της..το χάιδεψε με τα δάχτυλα της..το πρωτο κόσμημα που φόρεσε ποτέ της.. η μητέρα της δεν τα αγαπούσε και έτσι δεν κληρονόμησε τίποτε από αυτήν εκτός από τον ασημένιο μικρό σταυρουδάκι της και τις βέρες των γονιών της.
Ασυναίσθητα λειτούργησε σαν παιδί που παίρνει το δώρο που δεν πίστευε ότι θα έπαιρνε και τον αγκάλιασε ,σχεδόν κρεμάστηκε από το λαιμό του.
-Ευχαριστώ , ευχαριστώ, είναι υπέροχο..είναι ...δικό μου;
Ο Αντώνης αισθάνθηκε στιγμιαία μία ταραχή και αμηχανία μα τα χέρια του έσφιξαν το λεπτοκαμωμένο κορμί χωρίς δισταγμό μα με ..προσοχή..Ήταν κάτι διαφορετικό αυτό το αγκάλιασμα, δεν μπορούσε ακόμα και αυτός να ελέγξει αυτό το νέο συναίσθημα που είχε γεννηθεί μέσα του. Πάλευε η ενοχή με την απαγορευμένη  λαχτάρα για το μοναδικό φρούτο που ήθελε να "γευτεί".
Τράβηξε τα χέρια του και πήγε προς τη πόρτα..μετά γύρισε και κοίταξε το πανέμορφο αυτό πλάσμα..την ενοχή..τη λαχτάρα..μουρμούρησε ένα ευχαριστώ και κατέβηκε τις σκάλες σαν κυνηγημένος.
Η Καίτη στεκόταν στη μέση του σαλονιού με μία λίστα από λεπτομέρειες στο χέρι μιλούσε έντονα στους ανθρώπους του κέτεριγκ που έστρωναν το το μπουφέ. Η ενοχή αυτή τον οδήγησε να την πλησιάσει και να την αγκαλιάσει από τη μέση. Ξαφνιάστηκε η Καίτη και τραβήχτηκε απότομα.
-Τι σε έπιασε τώρα, θα μου χαλάσεις το μαλλί και θα μου τσαλακώσεις το φόρεμα. Δεν μου είπες αν σου αρέσει; Το ξεσήκωσε η μοδίστρα μου από μία φωτογραφία της Αντζολί...
Αναστέναξε ο Αντώνης και σκέφτηκε ότι η Καίτη που αγκάλιαζε ξαφνικά και φιλούσε παθιασμένα  στις σκάλες του πατρικού της ήταν παρελθόν μαζί με τον έρωτα τους.
-Το φόρεμα δεν θα γίνει ομορφότερο με αυτό; Της είπε και έβγαλε από την άλλη τσέπη το βελούδινο κουτί. Προσπάθησε να της φορέσει το κολιέ μα πάλι σταμάτησε από τις διαμαρτυρίες της.
-Στάσου Αντώνη μου, υπέροχο είναι στ' αλήθεια μα.. δεν ταιριάζει με το φόρεμα . Η Νίνα μου διάλεξε κάτι το κατάλληλο, όμως είναι υπέροχο αγάπη μου όπως ότι διαλέγεις. ..αλήθεια..ευχαριστώ. Σηκώθηκε και τον φίλησε απαλά και διστακτικά κοιτάζοντας γύρω της τους σερβιτόρους που πηγαινοέρχονταν.
-Αλήθεια τη μικρή της διάλεξες κάτι ή το ξέχασες; Δεν πιστεύω κάτι ακριβό;
- Ένα βραχιόλι, της το πήγα κι όλας. Μία καλή απομίμηση μου την έφερε ένας φίλος για σένα μα εσύ δεν είσαι για τέτοια, σου αξίζει κάτι το ακριβό να δείχνεις στις φίλες μας.
Ήξερε ότι την ικανοποίησε η απάντηση του και έφυγε βιαστικά να χωθεί στο γραφείο του μέχρι να χτυπήσει το πρώτο κουδούνι. Εκεί έβαλε ένα ποτό, βυθίστηκε στη πολυθρόνα του και άφησε το μυαλό του να περιπλανηθεί στο γαλαζοπράσινο απλό φόρεμα της Ελπίδας.
Οι επόμενες ώρες ήταν κάτι συνηθισμένο για τις μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις που διοργάνωνε πάντα είναι αλήθεια με επιτυχία η γυναίκα του. Σ' αυτό της έβγαζε το καπέλο, ήταν η τέλεια οικοδέσποινα για τους συνεργάτες και τις οικογένειες τους.Όλα οργανωμένα στην εντέλεια, το μάτι της άγρυπνο σε κάθε κίνηση και έλλειψη . Με το ποτήρι στο χέρι και την υπεροχή που αισθανόταν με την εμφάνιση της πήγαινε από παρέα σε παρέα με μόνιμο χαμόγελο και πάντα ενήμερη για τα ενδιαφέροντα του καθενός. Μόνο σε μια στιγμή πάγωσε αμήχανα το χαμόγελο της όταν είδε τα μάτια όλων σχεδόν  να στρέφονται στη σκάλα στο νεαρό πλάσμα..άγνωστο πλάσμα πραγματικά ..που κατέβαινε με ένα δειλό χαμόγελο τη σκάλα κρατώντας από το χέρι τη μικρή Έλενα.
 Αν γυρνούσε τη ματιά της στον Άντώνη θα έβλεπε ότι το δικό του βλέμμα είχε εκείνο που είχε ξεχάσει..τη ματιά του όταν την ερωτεύτηκε.
Πως ήταν δυνατόν αυτή η όμορφη νεαρή κοπέλα να ήταν το αδιάφορο κοριτσάκι με τα τριμμένα τζιν που έβλεπε να περνάει αθόρυβα και αμίλητα μέσα στο σπίτι..Ένοιωσε..ένοιωσε για λίγο ..ανεξήγητα συναισθήματα..Κάτι σαν κουδούνι κινδύνου..κάτι σαν ανησυχία ..κάτι σαν ζήλια ! Η υπεροχή που ένοιωθε στο φόρεμα της χάθηκε θαρρείς μαζί με την ξαφνική αίσθηση ότι γινόταν η Βασίλισσα που κοίταζε στο καθρέπτη και ρωτούσε ποια είναι η ωραιότερη στο σπίτι.
Ξαναβρήκε αμέσως τη κυριαρχία της στον εαυτό της και με αρχηγική κίνηση πλησίασε τη σκάλα και χαμογελώντας παρουσίασε στους καλεσμένους την Ελπίδα.
- Για όσους δεν γνωρίζετε η μικρή μας κόρη η Έλενα που κάνει το ντεμπουτο της σήμερα εδώ μαζί με τη προστατευόμενη κόρη του συχωρεμένου του αδελφού μου που αναλάβαμε από μικρή γλυτώνοντας την από το ίδρυμα ευτυχώς.
Η Ελπίδα ένοιωσε σαν μαχαιριά μέσα της την ..αλήθεια..όμως υπάρχουν και αλήθειες που πληγώνουν. Η μικρή Έλενα έσωσε τη κατάσταση τραβώντας την από το χέρι να κατέβουν
-Έλα Έλπη..πάμε..
Παράξενο πόσα μάτια την εξερευνούσαν στο πέρασμα της και πόσο μόνη ένοιωθε σε τόσους πολλούς. Γρήγορα όμως όπως αρμόζει στα νέα άτομα όλες οι αναστολές  θαρρείς χάθηκαν και σύντομα ενσωματώθηκε σε μία παρέα νέων . Ένα κορίτσι και δύο νεαρούς γιους συνεργατών που βαριόντουσαν και ξαφνικά βρήκαν ενδιαφέρον στη συγκέντρωση. Το χαμόγελο του Αντώνη από μακριά με το σήκωμα του ποτηριού του  την έκανε να τον αισθανθεί σαν..σύμμαχο σε όλα αυτά. 
-Τι όμορφο βραχιόλι της είπε η  νεαρή λίγο πιο μεγάλη από εκείνη, είναι υπέροχο πραγματικά το πρόσεξα από τη πρώτη στιγμή. Πρώτη φορά σε βλέπουμε, ελπίζω να έρθεις με τη θεία σου στο κλαμπ που έχουμε στο Ναυτικό όμιλο.
Ξέρεις βέβαια ότι ο θείος σου έχει μεγάλο σκάφος, θα έχεις ταξιδέψει τόσο καιρό μαζί τους.  Που ήσουν χωμένη τόσα χρόνια; Πέθαναν μαζί οι γονείς σου; Δεν είχες γιαγιά να σε αναλάβει, άλλα αδέλφια; Τελείωσε βέβαια το σχολείο, σπουδάζεις κάπου;
Ζαλίστηκε από τις ερωτήσεις , και απλά απάντησε μόνο δειλά ότι διάβαζε και δεν είχε χρόνο μέχρι τώρα.. δεν είχε και φίλους.
 Ένοιωσε την έκπληξη στα μάτια τους , την ανικανοποίητη περιέργεια της και κάποια ειρωνεία όπως ακριβώς έβλεπε συχνά στα μάτια των συμμαθητριών της. Έτσι και πάλι απομονώθηκε και χώθηκε στην ασφάλεια της σιωπής της.. 
Ασυναίσθητα θυμήθηκε σαν όνειρο τις βραδιές που μαζευόντουσαν οι φίλοι των γονιών της από τη δουλειά στο μικρό σαλόνι τους . Κοίταξε τον υπέροχο διώροφο  μπουφέ  της θείας της και σκέφτηκε το μεταχειρισμένο δικό τους  τραπέζι που η μητέρα της σκέπαζε με το κεντημένο τραπεζομάντιλο για να μη φανούν οι φθορές τους. Η καημένη με φροντίδα της το γέμιζε με πιατέλες για να φανεί γεμάτο που τις φόρτωνε με πατάτες στο φούρνο, κοτόπουλο κομματισμένο , κεφτεδάκια και πολλές σαλάτες. Όμως οι φίλοι εκεί αστειευόντουσαν, οι γονείς της γελούσαν ευτυχισμένοι και τα παιδιά τους έπαιζαν στο πάτωμα Μονόπολη ανάμεσα στα πόδια τους. Οι εικόνες ερχόντουσαν πια σαν απλές φωτογραφίες και αυτό την πονούσε ακόμα περισσότερο.
-Ελπίδα κλαις;..συνέβη  κάτι;..έλα μαζί μου..
Ο Αντώνης την τράβηξε από το χέρι στο γραφείο του σχεδόν χωρίς να το καταλάβει κανείς  και έκλεισε τη πόρτα πίσω της.
(συνεχίζεται)

1 σχόλιο:

  1. Αχτιδουλα με εχει συνεπαρει η ιστορια σου το ομολογω! Φιλια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή