Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

14η Συνέχεια.


                                          14η συνέχεια

Η Ελπίδα κούρνιασε ακόμα πιο πολύ στην αγκαλιά της Λενιώς, είχε καταφέρει να την κάνει να εξομολογείται τα εσώψυχα της χωρίς καλά καλά να το καταλαβαίνει. Λες και μιλούσε στη μάνα που έχασε ή ακόμα και στον ίδιο της τον εαυτό .
-Σκέπτομαι ότι εκείνη την ημέρα μαζί με τη εξωτερική μου αλλαγή άλλαξε και κάτι μέσα μου.Μόνη στο δωμάτιο μου κοιταζόμουν στο καθρέπτη και σαν την Σταχτοπούτα του παραμυθιού στριφογύριζα μπροστά του και προσπαθούσα με ..με δω από κάθε πλευρά. Εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκα το ..πρίγκηπα του κάθε κοριτσίστικου μυαλού, θα με έπαιρνε στην αγκαλιά του..όπως στις ταινίες και με μία αγκαλιά λουλούδια θα μου έλεγε το σ' αγαπώ. Άκουγα τόσο καιρό τις συμμαθήτριες μου να λένε για τα ραντεβουδάκια τους, τα όνειρα τους, τα αγόρια που τους φλέρταραν και μερικές..το πρώτο φιλί.. Κοιμήθηκα λες και είχα βάλει το κεφάλι μου σε ροζ απαλό αέρινο μαξιλάρι που μοσχοβολούσε άρωμα λουλουδιών και αισθημάτων..
Από την επόμενη κι όλας μέρα είδα την αλλαγή στη συμπεριφορά του Αντώνη, του "θείου " μου. Κάποτε ήμουν  αόρατη γι' αυτόν και μάλιστα πολλές φορές με έκανε να νοιώθω παρείσακτη και βάρος. Το πρωινό εκείνο ήταν από τις ελάχιστες φορές που καθίσαμε μαζί στο τραπέζι και μάλιστα η Σοφία που σερβίριζε μου ψιθύρισε μισό γελώντας στο αυτί: 
-Μπα..τιμή μεγάλη μας έκανε ο αφέντης του σπιτιού.
Έτσι ξαφνικά άρχισε να με ρωτάει για το σχολείο μου και μάλιστα ενδιαφέρθηκε και για τη μελλοντική μου επιλογή για επάγγελμα.
- Τι σκέπτεσαι να σπουδάσεις Ελπίδα στο μέλλον,την ρώτησε ενώ συγχρόνως άλειφε με άνεση τη μαρμελάδα στο μπριός ψωμί του. Ξέρεις ότι  η Καίτη κι εγώ βέβαια θα φροντίσουμε όπως μέχρι τώρα και γι' αυτό...
Ένοιωσα αμήχανα, σπάνια μου μιλούσε και σκέφτηκα ότι ίσως το συζητούσε με τη θεία μου αυτό το θέμα. Σε ένα χρόνο που γινόμουν  18 ήξερα ότι θα έπαυε η νομική υποχρέωση τους απέναντι μου.
-Σκέπτομαι για νομική, απάντησα δειλά, έχω καλούς βαθμούς και  έχω ήδη μπει σε στάδιο μελέτης για εξετάσεις..αν περάσω βέβαια..δεν ξέρω αν τα οικονομικά μου μπορέσουν να με βοηθήσουν να σπουδάσω.
Η θεία μου δεν τον άφησε να απαντήσει αφού μπήκε στη συζήτηση με μία διαμαρτυρία ότι και να έφευγα από το σπίτι εκείνοι θα με βοηθούσαν όσο γινόταν φυσικά να βρω δουλειά και να σπουδάσω..
- Τι λες Καίτη, την έκοψε εκείνος, ανεψιά σου είναι και βέβαια μέλος της οικογένειας μας και υποχρέωση μας  και ευχαρίστηση να ήμαστε κοντά της . Και σε παρακαλώ Ελπίδα κόψε αυτό το θείος..με κάνει και αισθάνομαι γέρος, Αντώνη με λένε..
Η θεία μου τον λοξοκοίταξε κι εγώ σηκώθηκα, μουρμούρισα δικαιολογία και έφυγα σαν κυνηγημένη στο δωμάτιο μου. Έκλεισα τη πόρτα πίσω μου και αναρωτήθηκα  αν στο βάθος ήθελα να αυτονομηθώ ή να παραμείνω εδώ..μαζί τους σε ασφάλεια έστω και επιτηρούμενη.
Σε δύο μέρες μετά η μεγάλη μέρα του σπιτιού έφθανε, η Σοφία δεν είχε ευκαιρία ούτε καν να μου μιλήσει.  Η θεία μου άφαντη στα ινστιτούτα κι εγώ με διάβασμα και τη μικρή Έλενα να κουρνιάζει στα πόδια μου σαν σπουργιτάκι. 
-Έλπη σ' αγαπώ..θα με πάρεις βόλτα στο πάρκο;
Το αγαπούσε αυτό το παιδί, ήταν κάτι σαν το αδελφάκι που αποζητούσε πάντα και δεν πρόλαβε να πάρει από τους γονείς της. Οι γονείς της..Θεέ μου..έπαιρνε τη φωτογραφία τους μπροστά της για να τους φέρει στο μυαλό της.Πως μπόρεσε να το κάνει αυτό σε τόσα λίγα χρόνια... Και ο θείος της , τι ξαφνικό ενδιαφέρον ήταν αυτό και νόμιζε ότι περίμενε την ώρα να την ξεφορτωθεί!
Η Ελπίδα με την αθωότητα της σκέψης της δεν μπόρεσε όλες αυτές τις τελευταίες μέρες να παρατηρήσει ότι άρχισε να βλέπει περισσότερο κοντά της τον Αντώνη από ότι παλιά, τυχαία ίσως; ηθελημένα;..μόνον εκείνος και το αρρωστημένο υποσυνείδητο του το ήξερε. 
Ο Αντώνης ξαφνικά άρχισε να πιάνει τον εαυτό του να σκέπτεται τη παιδική νεανική σιλουέτα στη άκρη της σκάλας, έπιασε το μυαλό του μέσα σε σύσκεψη να ψάχνει την απόχρωση που είχαν τα μάτια της. Προσπάθησε να διώξει την εικόνα της εκείνη την ημέρα με ένα ραντεβού με συνοδό πολυτελείας. Δεν ήταν μεγάλος πολύ βρε αδελφέ μου, σκεπτόταν, σε λίγο καιρό θα γινόταν 45 ήταν  μάλιστα νεώτερος από τη γυναίκα του κατά δύο χρόνια. Μέσα του είχε την επιθυμία να ζήσει, να νοιώσει αισθήματα που σαν νέος τα παρέβλεπε τότε ή δεν τα ζούσε σωστά.
 Σκέφτηκε τραβώντας τα μάτια του από την οθόνη του υπολογιστή του και κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του πολυτελούς γραφείου του ότι τη Καίτη τη παντρεύτηκε από έρωτα. Γνωρίστηκαν σε ένα πάρτι και είχε τότε όλα όσο χρειαζόταν όπως πίστευε για μία σύζυγο που χρειαζόταν για τα σχέδια του.
 Καλή οικογένεια, οικονομικά εύπορη, μοναχοκόρη, όμορφη, φιλόδοξη,μορφωμένη , χωρίς πολλές απαιτήσεις από τον άνδρα δίπλα της. 
Την ερωτεύτηκε..ναι..μάλλον..έτσι πρέπει να ήταν..και την παντρεύτηκε σχεδόν αμέσως μόλις τελείωσε τη σχολή του αν και νέος..Όμως στη διαδρομή, στον αγώνα του να αναρριχηθεί ψηλά και να αρπάξει κάθε ευκαιρία στη δουλειά του κάπου εκεί..το μονοπάτι του έρωτα και της συμβίωσης τους απέκτησε  παρακλάδι και ο καθένας τους πήρε ένα διαφορετικό.
Η Καίτη ποτέ δεν του διαμαρτυρήθηκε, της έφθαναν οι ανοιχτές αγκαλιές των φίλων που λόγω εργασίας του είχαν δημιουργήσει, η κοινωνική άνοδος και αποδοχή , η ανεξαρτησία που της έδινε  και οι πολλές  πολυτέλειες που είχε πια. Το παιδί ήρθε ..κατά λάθος και δεν ήταν ο "κρίκος" που είχαν ανάγκη απλά η συμπλήρωση της εικόνας της οικογένειας τους . Είχαν όλα όσα έπρεπε για τη φωτογραφία που έβαλαν στην ασημένια κορνίζα στο τζάκι.
Η Καίτη πήρε από τους γονείς της όλη τη περιουσία που είχαν , ο αδελφός της δεν διεκδίκησε ποτέ κάτι και δεν είχε και δέσιμο μαζί του. Η μικρή Ελπίδα ήταν ξαφνικά μία αιφνίδια ..ενόχληση μα τελικά έγινε και αυτή ένα " αντικείμενο" ακόμη στο σπίτι που έδινε πρεστίζ και κοινωνικό έπαινο κάτι που άρεσε τελικά στη γυναίκα του.
Ο Αντώνης ένοιωσε ενοχή στην αρχή για το ξαφνικό συναίσθημα που ξεπρόβαλε μέσα του για το 17 χρονο κοριτσάκι που αν σκεπτόταν σοβαρά θα μπορούσε να ήταν και κόρη του. Όμως παραδεχόταν ότι πάντα αποζητούσε συνοδούς μικρής ηλικίας γιατί αυτό του άρεσε και τον έκανε να αντλεί νεανικότητα και επιβολή επάνω τους με την άνεση που του έδινε η πείρα και η μορφή "εξουσίας"που ασκούσε στα κορμιά και τη ψυχή τους.
Σκέφτηκε ότι σε μία μέρα θα γινόταν η δεξίωση που ετοίμαζε η γυναίκα του στο σπίτι, στους δρόμους η εορταστική ατμόσφαιρα της Πρωτοχρονιάς ήταν προφανής και..
Σηκώθηκε απότομα, έκλεισε τον υπολογιστή και έκανε κάτι που άλλοτε θα φόρτωνε στη γραμματέα του, πήγε σε γνωστό κοσμηματοπωλείο μόνος του...Με την άνεση που του έδινε η οικονομική του κατάσταση διάλεξε αδιάφορα κάτι το χτυπητό για τη Καίτη, κάτι που ήξερε ότι θα ικανοποιούσε τη φιλαρέσκεια της και θα επαναπαύει τη συζυγική του ιδιότητα και υποχρέωση. 
Μετά..κοίταξε τον γνωστό και εχέμυθο πάντα κοσμηματοπώλη και του είπε:
- Θέλω κάτι ξεχωριστό, νεανικό, μα ιδιαίτερο, κάτι για όλη της τη ζωή..κάτι που να φορά και να της δίνει το αίσθημα της εξουσία και της υπεροχής.. 
Εκείνος σιωπηλά έβγαλε μία μικρή κασετίνα και είπε:
- Ένα όμορφο βραχιόλι που θα φοριέται με οτιδήποτε απλό φόρεμα ή και πολυτελές και θα δίνει τον αέρα του ξεχωριστού αφού είναι μοναδικό!
Στη περιποιημένη παλάμη του Αντώνη εναπόθεσε ένα υπέροχο βραχιόλι. Ένας δράκος με σκαλισμένο κορμί, λεπτός, χωρίς περιττή και κραυγαλέα εμφάνιση μα συγχρόνως με τέτοιο σκάλισμα που τον έκανε ξεχωριστό. Το στόλισμα του ήταν τα διαμάντια στα μάτια του με όνυχα ολόγυρα που τα έκανε σαν αληθινά. Πλατίνα και λίγο χρυσό σκέφτηκε , τέλειο "πάντρεμα"ολόγυρα από ένα νεανικό χέρι. Κούνησε το κεφάλι του με ικανοποίηση..και η πλατινένια κάρτα του έπεσε απάνω στο τραπέζι ..
Η εικόνα της Ελπίδα να το φοράει του έδωσε μέσα του κάτι που είχε ή μάλλον δεν είχε ποτέ αισθανθεί..την αγωνία να το δει φορεμένο στο χέρι της την ώρα που με το γαλαζοπράσινο φόρεμα θα χόρευε στην αγκαλιά του.
(συνεχίζεται)

1 σχόλιο: