Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

12η συνέχεια


Δεν μπορούσε η μικρή Ελπίδα τις πρώτες μέρες να νοιώσει που πατούσε..ήταν λες και βάδιζε σε έδαφος που σειόταν από αλλεπάλληλους σεισμούς. Έμοιαζε σαν ένα κουτάβι που το παίρνουν από τη θηλή της μάνας του και το πετούν σε αφιλόξενο και άγνωστο μέρος. Πήγαινε σε κάθε γνωστή μορφή που έβλεπε μπροστά της ελπίζοντας ότι θα το πάρει και θα το ξαναβάλει στο ασφαλές του καταφύγιο. 
Τα μάτια της..εκείνα τα μάτια της κλόνιζαν όποιον τα αντίκριζε με αποτέλεσμα να τραβούν τα δικά τους με το φόβο μήπως αναλάβουν μία υποχρέωση που δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να πάρουν. Κάποιοι γείτονες, κάποιοι γονείς από συμμαθήτριες της, μερικοί δάσκαλοι ένα φιλικό ζευγάρι των γονιών της..Απλώνουν το χέρι, της χαϊδεύουν τα μαλλιά, κάποιες ψιθυριστές λέξεις συμπόνιας και ίσως κάποιο αγκάλιασμα από μερικές κυρίες.
 Η χειρότερη στιγμή όμως ήταν όταν μία άγνωστη νεαρή κυρία  την πήρε στην άκρη μαζί με τη καθηγήτρια της και της εξήγησε ότι έπρεπε να την ακολουθήσει σε ένα χώρο όπου προσωρινά θα έβρισκε "οικογένεια" και φροντίδα μέχρι να επικοινωνήσουν με συγγενείς.
Μέσα της ήθελε να φωνάξει, να τραβήξει το χέρι, να της πει κατάμουτρα ότι δεν ακολουθεί ξένους όμως..δεν είχε κουράγιο ούτε καν να αρθρώσει λέξη ..Παράξενο μα ακόμα και το κλάμα της πια είχε σταματήσει..δεν μπορεί σκεπτόταν..κάποτε θα ξυπνήσει και όλα θα είναι όπως πριν.
Όμως τα πάντα κύλησαν από εκείνη τη μέρα για εκείνη ..χωρίς εκείνη.Ακολούθησε πειθήνια την άγνωστη μα τόσο τρυφερή κυρία, είδε το προσωρινό σπίτι που την υποδέχθηκαν με αγάπη βέβαια ή ίσως οίκτο και αφέθηκε στο ..ποτάμι που τη παρέσυρε στο ρεύμα του. Κύλησαν μέρες κι εκείνη είχε κλειστεί στο καβούκι της σαν στρείδι. Αμίλητη, λιγόφαγη, απομονωμένη από όλους και όλα μα πάντα ευγενική και πειθήνια γιατί ένοιωθε πια ότι αυτός θα ήταν ο μόνος δρόμος για την "επιβίωση "της. Ανακάλυψε ξαφνικά ότι μέσα της έκρυβε μία δύναμη που δεν είχε φανταστεί, μία πλευρά που δεν ήξερε ότι θα έβγαζε στην επιφάνεια, η δύναμη της αυτοσυντήρισης. Τις νύχτες ξαπλωμένη στο κρεβάτι της δίπλα σε άλλα 3 κοριτσάκια που μοιραζόταν μαζί τους το δωμάτιο έκλεινε τα μάτια για να μη δείξει ότι ήταν ξύπνια και μέσα της, το μυαλό της έβαζε τα πράγματα επάνω σε ένα τραπέζι και τα τοποθετούσε σε σειρά. Έπρεπε να υπακούει, να είναι βολική και ευγενική αν ήθελε να περνούν οι μέρες καλά για εκείνη και να βρεθεί ίσως μία λύση για να..να..μα τι λύση μπορούσε να βρεθεί;
Ένας μήνας κύλησε και η λύση των υπευθύνων βρέθηκε.. η δική της ζωή είχε κανονιστεί από ξένους, από ανθρώπους με καλή βέβαια πρόθεση μα..με τη νομική σκληρότητα με την απρόσωπη παρουσία. Εκείνο το πρωινό στη τραπεζαρία τη φώναξε μία συγκάτοικος της ότι την ζητούσαν στο γραφείο της υπεύθυνης και κατάλαβε ότι η ώρα είχε έρθει .
 Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, παγωμένη και πονεμένη, η ψυχή της είχε μείνει πίσω με όσους έχασε..τα πόδια της θαρρείς χωρίς έλεγχο την οδήγησαν έξω από τη πόρτα και το μόνο που την κρατούσε όρθια ήταν η κρυμμένη ..άγνωστη αυτή δύναμη μέσα της. Την ώρα που το σφιγμένο χεράκι χτυπούσε τη ξύλινη επιφάνεια της μέσα στο μυαλό της σαν αστραπή άκουσε τη φωνή της μητέρας της να της λέει με το φιλί της καληνύχτας : 
-Μη φοβάσαι, εγώ θα είμαι πάντα κοντά σου έστω και αν δεν είμαι στο δωμάτιο ..είμαι μαζί σου μωρό μου.
Μέσα στο δωμάτιο αντίκρισε την υπεύθυνη και..τους ανθρώπους που ο πατέρας της της είχε συστήσει σαν..θείους. Η στεγνή ψηλή κυρία με το σφιγμένο χαμόγελο ήταν η αδελφή του πατέρα της και ο άνδρας δίπλα της με το βαριεστημένο ψήφος που ανέδινε έντονα τη λέξη " υποχρέωση" ήταν ο άνδρας της. ήξερε πλέον τι της επιφύλασσε το μέλλον. Κανείς δεν έκανε τη κίνηση να την αγκαλιάσει, μα ούτε κι εκείνη πήγε προς το μέρος τους, κάτι της έλεγε μέσα της ότι η άμυνα θα ήταν πια τρόπος ζωής.
Το δωμάτιο γέμισε από ευγενικές εξηγήσεις νομικής φύσης , κουβέντες γεμάτες καλή πρόθεση, βλέμματα των συγγενών της μεταξύ τους γεμάτα συνεννόηση και το φινάλε τυπικό και με ανακούφιση όλων ότι έκαναν  το καθήκον τους πάνω από κάθε τι. Η Ελπίδα δεν μίλησε καν, έσκυψε το κεφάλι, το κούνησε απλά σε κάθε ερώτηση της υπεύθυνης σαν συγκατάβαση και..τα λιγοστά πράγματα της σε ένα μικρό σάκο. Αυθόρμητα αγκάλιασε αποχαιρετώντας τα άλλα κορίτσια που ξαφνιάστηκαν γ΄αυτό αφού η σιωπή και η απομόνωση της τόσο καιρό τις κρατούσε σε απόσταση και..ακολούθησε το ζευγάρι στο μεγάλο αυτοκίνητο τους. 
Μέσα σ' αυτό στην αρχή δεν μίλησε κανείς μετά λες και οι δύο σκεπτόντουσαν τα ίδια άρχισαν να μιλούν μαζί συγχρόνως..Κοιτάχτηκαν και με ένα νεύμα του άνδρα της η θεία της πήρε το λόγο.
- Όπως καταλαβαίνει νεαρή μου θα μείνεις μαζί μας αφού δεν έχεις άλλους συγγενείς. Φαντάσου ότι αν αρνιώμασταν εμείς θα κατέληγες σε ορφανοτροφείο. Όπως υπογράψαμε αναλαμβάνοντας σε έχουμε τη πλήρη επιμέλεια σου μέχρι τα 18 σου χρόνια , το σπίτι των γονιών σου θα νοικιαστεί και τα έσοδα του θα είναι για τη μόρφωση σου που δεν φθάνουν βέβαια..μα ..Χριστιανοί ήμαστε, κόρη του αδελφού μου..τι να γίνει.. Εκείνο που περιμένω από εσένα είναι να είσαι ένα υπεύθυνο κορίτσι και να προσαρμοστείς χωρίς αντιρρήσεις στο τρόπο ζωής το δικό μας. Θέλω ηρεμία, ευγένεια, όχι καυγάδες και αντιρρήσεις και καλούς τρόπους βέβαια πρώτα από ' όλα. Ο θείος σου ο κύριος Αντώνης είναι γνωστός επιχειρηματίας και φέρνουμε συχνά φίλους και συνεργάτες στο σπίτι μας. όπως καταλαβαίνεις θέλω μία σωστή εικόνα στο σπίτι, κατάλαβες;
Η Ελπίδα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της όταν η φωνή του θείου της την ταρακούνησε.
- Μη κουνάς συνέχεια το κεφάλι, στόμα και γλώσσα έχεις νομίζω, δεν σου έμαθαν ότι αυτό δεν είναι ευγενικό επιτέλους;
Μέσα της χοροπήδησε η νεανική της αντίδραση μα η απόφαση που είχε πάρει τις άγρυπνες νύχτες τη προσγείωσε και απάντησε ευγενικά και καθαρά.
-Μάλιστα... θείε.
Είδε τη σπίθα στα μάτια του , λες και περίμενε μία αντίδραση για να ξεσπάσει και ασυναίσθητα μέσα της ένιωσε μία μικρή νίκη που δεν τον ικανοποίησε .Αυτό έκανε τη διαδρομή μέχρι το άγνωστο να της φανεί λίγο καλύτερη. 
Το σπίτι που την οδήγησαν δεν ήταν το ίδιο που ήρθε με τους γονείς της , εκείνο έμαθε ότι ήταν το σπίτι της γιαγιάς της που τώρα πια μετά από το εγκεφαλικό ήταν σε ειδική κλινική μονίμως. Αυτό ήταν διώροφο, με μεγάλη φροντισμένη αυλή και ένα τοίχο ολόγυρα. Χάζεψε με θαυμασμό τα πολλά λουλούδια, τη κούνια με το υπέροχο λουλουδιστό κάλυμμα  και μία γωνιά με ένα κιόσκι καλυμμένο από μία ολάνθιστη τριανταφυλλιά. Κατάλαβε ότι η θεία της ένοιωσε ικανοποίηση από το βλέμμα του θαυμασμού της γιατί για πρώτη φορά έβαλε το χέρι της στον ώμο της . Την οδήγησε στη μεγάλη κεντρική σκάλα με τα λίγα βέβαια σκαλοπάτια που έδινε μία ιδιαίτερη χάρη στο σπίτι και της είπε με ένα χαμόγελο:
-Εδώ θα ζεις όπως βλέπεις, σε ένα υπέροχο σπίτι και όχι χωμένη σε ένα δυάρι με τους γείτονες να βλέπουν τη κάθε σου κίνηση..Ξέχασα να σου πω ότι έχουμε και ένα κοριτσάκι μόλις 2 ετών.
Η Ελπίδα ένιωσε μία χαρά με αυτό το νέο..πάντα ήθελε ένα αδελφάκι και ιδιαίτερα κορίτσι..ίσως αυτό να έκανε την παρουσία της σε αυτό το σπίτι πιο ευχάριστη και το πόνο της πιο υποφερτό. Ανέβηκε με άνεση τα σκαλοπάτια και στάθηκε μπροστά στη υπέροχη σκαλιστή πόρτα με το χρυσό χερούλι που είχε τη μορφή ενός αετού.. Ήξερε ότι πίσω από αυτή τη πόρτα άνοιγε γι' αυτή μία νέα ζωή και έπρεπε να πάρει την απόφαση ότι για να επιζήσει έπρεπε να προσαρμοστεί με κάθε νέα πρόκληση που θα αντιμετώπιζε πίσω της. Η μορφή των γονιών της μπροστά της..το μέλλον της αβέβαιο..η "υποχρέωση " των συγγενών της το μόνο που είχε να αρπαχτεί,όλα πίσω από αυτή τη πόρτα..

2 σχόλια:

  1. Γεωργία μου άρχισα και διάβασα από την αρχή το γραφτό σου και είναι αλήθεια ότι με κέρδισε ο απλός τρόπος γραφής και ο τρόπος που παρουσιάζεις τα γεγονότα με όσο συναίσθημα χρειάζεται . Περιμένω τη συνέχεια και σε φιλώ γλυκά

    ΑπάντησηΔιαγραφή