Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

11η συνέχεια



Η Eλπίδα γεννήθηκε στην Αθήνα όπως άρχισε να της λέει και ήταν μόνον 18 ετών.. μόνο 18 ..όπως ακριβώς το φαντάστηκε η Λενιώ. Οι γονείς της δεν έκαναν άλλα παιδιά , δεν πρόλαβαν να κάνουν δηλαδή. Θυμόταν τη μητέρα της  σαν μία γλυκιά φιγούρα ονειρική πλέον όπως τα περισσότερα παιδιά που την χάνουν χωρίς να την χαρούν. Παππούδες δεν είχε από τη μεριά της  γιατί απλούστατα η ίδια μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο.. « αγνώστων γονέων» όπως έλεγε με παράπονο και αυτοσαρκασμό  η μητέρα της .Όμως ήταν δυνατή από μικρή και αντιμετώπισε τα πάντα με σθένος, αποφασιστικότητα και  αισιοδοξία. Όταν βγήκε από το ορφανοτροφείο με μία τέχνη άρχισε  να εργάζεται  σε μία βιοτεχνία ένδυσης που την έβαλαν σαν ραφτράκι. 
Είχε επιθυμία να προκόψει και  ρούφαγε τις γνώσεις και τα διδάγματα των παλιών που δούλευαν εκεί μέσα χρόνια το βελόνι. Έγινε λοιπόν καλή στο ράψιμο όπως το σχεδίασε, γρήγορα έπαιρνε και μικροραψήματα και διορθώματα  στο σπίτι της, ευτυχώς  πάντα κάτι της βρισκόταν και έβγαζε τα έξοδα της αφού δεν ήταν και κορίτσι του.. ξοδέματος. Που χρόνος άλλωστε για τέτοια.. Κάποιες φίλες από τη δουλειά, ένα γειτονικό ζευγάρι , μικρές αποδράσεις σε κοντινά μέρη ήταν η διασκέδαση της.
 Γνώρισε τον άνδρα της σε μία τέτοια  εκδρομή που έκανε με φίλες ,καθίσανε μαζί στο λεωφορείο, η μία κουβέντα έφερε την άλλη και είδαν πόσα κοινά είχαν. Τον αγάπησε θαρρείς από τη πρώτη ματιά  και ήταν αμοιβαίο.. Πολλές συναντήσεις τα απογεύματα, αθώα ραντεβού για περιπάτους, ατελείωτες συζητήσεις… ερωτεύτηκαν με όλη τους τη νεανική τρέλα . 
Τα πράγματα γρήγορα σοβάρεψαν και το όνειρο τους να κάνουν οικογένεια νεανική επισφράγιση της αγάπης τους. Στην επιθυμία τους  να ανοίξουν σπίτι όμως βρήκαν τα εμπόδια που ήταν τα προβλέψιμα. 
Η γνωστή ιστορία με τους γονείς του αγοριού που δεν  ήθελαν  την «ξεβράκωτη» νύφη έγινε και σ’ αυτούς μία επανάληψη σκηνών από ελληνική ταινία. Φασαρίες και απειλές, εκβιασμοί και κατάρες, το ζευγάρι όμως παντρεύτηκε παρόλο τις αντίξοες συνθήκες χωρίς να σκεφτεί τίποτε  με λίγους φίλους μόνο αποκομμένο από όλους τους συγγενείς. .
 Το κοριτσάκι τους το γέννησαν τέσσερα χρόνια μετά το γάμο τους γιατί έτσι έπρεπε . Αγωνίστηκαν βλέπεις για καιρό να φτιάξουν τα πάντα μόνοι τους από την αρχή με πείσμα, κόπο και προσπάθεια, είχαν πολλά να αποδείξουν σε όλους.
Ο πατέρας της μικρής Ελπίδας είχε δουλειά πωλητή  σε μία εταιρία αυτοκινήτων ,όμορφος όπως ήταν  ,πρόθυμος ,ομιλητικός  έκανε πολλές πωλήσεις όπως έλεγε με καμάρι.  Η μάνα της πάλι με το βελόνι καλά πια εδραιωμένη  στη τέχνη της  δούλευε συνεχώς χωρίς όμως να αμελεί τον αγαπημένο  και το κοριτσάκι της. Όλα πήγαιναν καλά στο σπίτι τους , τίποτε το φανταχτερό ,μία ζωή απλή, ευτυχισμένη, οικογενειακή και με  σύνεση στα έξοδα τους .Τι χρειάζεται περισσότερο ένα παιδί από την ασφάλεια της αγάπης;
 Το όνειρο των γονιών της ήταν  ένα σπιτάκι που και αυτό το κατάφεραν με κόπο μα και σχεδιασμό. Λίγη επιπλέον  δουλειά στο σπίτι από τη μαμά της  , μία δεύτερη ο πατέρας της μερικά  βράδια σε ένα γραφείο. Σαν τα εργατικά μυρμήγκια μάζευαν στην άκρη χρήματα μετρώντας τα σε χαρτί τα βράδια μια φορά το μήνα που συμπλήρωναν το ποσό . Γρήγορα λοιπόν σχετικά τα κατάφεραν , αγοράσανε ένα μικρό διαμερισματάκι που τόσο λαχταρούσαν  και το  γιόρτασαν λες και ήταν ένα γεγονός κοσμοϊστορικό κι εκείνο ένα παλάτι. .
- Εγώ θα σας το βαπτίσω αυτό το κουκλί , τους είπε γελώντας η κυρία Φανή τότε που γεννήθηκε το κοριτσάκι τους.. Ελπίδα.. η νονά διαλέγει το όνομα … δεν σας αρέσει;  Άκουσε τους γονείς της που συζητούσανε για το όνομα και τους έριξε την ιδέα.
Κοιταχτήκανε γελώντας και συλλαβίσανε το όνομα δυο τρεις φορές.. Ελπίδα.. Ελπίδα.. τι όμορφο που ηχούσε.. όλο.. Ελπίδα!
-Ελπίδα κυρία Φανή…Ελπίδα!
Το νεανικό πονεμένο κορμάκι τεντώθηκε στην αγκαλιά της.. η Λενιώ της χαμογέλασε και την έσφιξε επάνω της για να της δώσει το θάρρος να συνεχίσει και να πάει ίσως στα δύσκολα.
-Μεγάλωσα λοιπόν κυρία Λενιώ  μέχρι τα 12 μου  μέσα σε οικογενειακή  φροντίδα , αγάπη και  όμορφη πολιτισμένη ατμόσφαιρα με τους γονείς μου. Αχ! Πόσες νύχτες αργότερα κοιμήθηκα κλαίγοντας με τη εικόνα αυτή μέσα μου.  Ποτέ δεν τους είδα να μαλώνουν , να ανταλλάσουν έστω και μια κακή κουβέντα.  Θυμάμαι τις βόλτες των γονιών μου στα πάρκα με παιδικές χαρές πιασμένοι χέρι χέρι με μένα στα πόδια τους , και τις νύχτες μετά το φαγητό αγκαλιασμένοι και οι τρεις να βλέπουν κάποιο έργο στη τηλεόραση.
Τους γονείς του πατέρα μου δεν τους γνώρισα ποτέ απλά μια μέρα κρυφάκουσα τους γονείς μου να λένε ότι η αδελφή του πατέρα της παντρεύτηκε χωρίς να τους καλέσει καν. Τότε  η μητέρα μου τον παρηγορούσε λέγοντας του ότι κάποτε θα θελήσουν να γνωρίσουν το μοναδικό τους εγγόνι.. δηλαδή.. αυτήν ..σκέφτηκε. Δύο χρόνια μετά έμαθα ότι πέθανε ο παππούς μου  από καρκίνο και είδε με πόνο το πατέρα της να κλαίει στη κουζίνα και τη μάνα μου  να τον αγκαλιάζει σφιχτά λες και με αυτή την αγκαλιά θα σταματούσε ο πόνος και το παράπονο..
- Σήκω να πάμε , του είπε τότε, ο θάνατος δεν γνωρίζει από έχθρες και εγωισμούς. Ήταν η πρώτη φορά τότε που η μικρή Ελπίδα αντίκρισε τη θεία της.. στη κηδεία του παππού της.. Κανείς δεν τους ειδοποίησε…το έμαθαν από ξένο.. Την έντυσε η μητέρα της και την συμβούλευε σε όλη τη διαδρομή πώς να φερθεί αν την αγκάλιαζαν, πώς να χαιρετήσει, τι να πει  .
 Κανείς δεν την αγκάλιασε όμως.. απλά την κοίταζαν σαν κάτι ξένο , σαν ένα περίεργο ενοχλητικό έντομο ψιθυρίζοντας ο ένας στο αυτί του άλλου. Οι γονείς της ήταν σαν ξένοι ανάμεσα σε όλο αυτό τον κόσμο και η ..θεία της ούτε καν την χάιδεψε όταν ο πατέρας της την πήγε μπροστά της. Τότε έμαθε ο πατέρας της ότι η μητέρα του γιαγιά της ήταν  τους τελευταίους μήνες με εγκεφαλικό κατάκοιτη , γι’ αυτό δεν ήταν και στη κηδεία.
Με το ζόρι του μιλούσανε και απαντούσανε στις ερωτήσεις του. Λίγο μετά τους άκουσε να μαλώνουν και το πατέρα της για πρώτη φορά κατακόκκινο να πιάνει από το χέρι τη μητέρα της κι εκείνη και να φεύγουνε. Μόλις φθάσανε σπίτι την έστειλαν με καλό τρόπο στο δωμάτιο της μα εκείνη μισάνοιξε τη πόρτα και σαν όλα τα περίεργα κοριτσάκι προσπαθούσε να καταλάβει και να πιάσει κάθε τους κουβέντα ανάμεσα στο ξέσπασμα του πατέρα της. Ήξερε ότι έκανε κάτι κακό όμως η περιέργεια της ξεπέρασε τους ηθικές γονικές κατά καιρούς συμβουλές.
- Είχαν να με δούνε 8 χρόνια , καταλαβαίνεις ; Τους έφερα για πρώτη φορά τη γυναίκα και την εγγονή τους και άκου τι σκέφτηκε να μου πει η αδελφή μου.. ποια ; ..η αδελφή μου…ότι μυρίστηκα ότι θα κληρονομήσω κάτι και έτρεξα.. Εγώ.. εγώ που διώχτηκα σαν το σκυλί.. εγώ που δεν καταδέχθηκα να ζητήσω ούτε και αυτά που δίκαια με αναλογούσαν.. Δεν τους έχω ανάγκη ..ορκίζομαι δεν τους έχω ανάγκη , κανένα τους δεν έχω ανάγκη όσο αναπνέω..
Τι μεγάλη κουβέντα είπε ο πατέρας της και πόσο άδικη ήταν η ζωή για ένα τέτοιο καλό άνθρωπο.. Άπειρες φορές το σκέφτηκε μέσα στα δάκρυα της η μικρή Ελπίδα  στα 6 χρόνια μετά γιατί η ζωή ήταν άδικη.. πολλή άδικη μαζί τους. 
Το κακό συναπάντημα της μοίρας βρήκε  τη μάνα της και το πατέρα της λίγο καιρό μετά .. Έτσι ξαφνικά, μέσα σε μία στιγμή τους έχασε για πάντα.Τι χρειάζεται νομίζεις για να αλλάξει μία ολόκληρη ζωή;Έμαθε ότι ήταν οι μόνοι που σκοτώθηκαν στη στάση του λεωφορείου που περίμεναν όταν ένας οδηγός με το φορτηγό του έχασε τον έλεγχο και έπεσε επάνω στο κόσμο που στεκότανε και περίμενε..
 Μόλις την είχαν πάει στο σχολείο εκείνη τη μέρα, η πρώτη της μέρα στο  Γυμνάσιο.. Δεν την άφησαν να πάει με τη φίλη της που έμενε δίπλα, την πήγαν οι ίδιοι στο σχολείο περπατώντας  για να χαρούν  τη διαδρομή όπως παλιά . Στην επιστροφή σκέφτηκαν θα έπαιρναν μαζί  το λεωφορείο , εκείνος για τη δουλειά κι εκείνη να αγοράσει κάτι υλικά ραψίματος.. 
Η τελευταία εικόνα τους ήταν εκείνη πίσω από τα κάγκελα του σχολείου, αγκαλιασμένοι , χαμογελαστοί και τη μητέρα της να της κουνάει κρυφά το χέρι για να μη την δουν οι συμμαθήτριες της και την κοροϊδέψουν όπως τους είχε πει το προηγούμενο βράδυ.
Φαντάστηκε ότι η τελευταία σκέψη τους θα ήτανε γι΄αυτήν σίγουρα . Φαντάστηκε ότι η αγωνία τους για το που την άφηνα θα τους έπνιξε μαζί με το αίμα τους στο κρύο πεζοδρόμιο.. Φαντάστηκε ότι θα σκέπαζαν το πόνο της σάρκας τους από το πόνο της καρδιάς τους που δεν θα την ξανάβλεπαν .
-Δεν κατάλαβαν τίποτα ..της είπε ο καθηγήτρια της που την αγκάλιασε να της πει το άσχημο νέο απεγνωσμένη όταν έμαθε ότι το κοριτσάκι δεν είχε κανένα .Ολόκληρη σύσκεψη έγινε στο γραφείο για να δεχθεί κάποιος να κάνει αυτή τη φοβερή αναγγελία.
Την άκουγε και νόμιζε ότι της μιλούσε για κάποιαν άλλη, δεν ήταν δυνατόν.. πριν λίγο τους χαιρετούσε. Δεν γίνονται αυτά σκέφτηκε καθησυχάζοντας το τρόμο μέσα της. Οι γονείς δεν πεθαίνουν ποτέ.. δεν αφήνουν ποτέ τα παιδιά τους. Η μητέρα της  το έλεγε όταν την φιλούσε τις νύχτες στο κρεβάτι της σκεπάζοντας την .
-Κοιμήσου Ελπίδα μου, μη σε νοιάζει, μη φοβάσαι το σκοτάδι , θα είμαι πάντα κοντά σου να σε προσέχω, ακόμα και όταν δεν είμαι στο δωμάτιο εγώ είμαι κοντά σου κοριτσάκι μου ..να μη το ξεχνάς.
Αδύνατον ,φώναξε στη καθηγήτρια να πέθαναν οι δικοί της γονείς, δεν θα την άφηναν ποτέ της μόνη, της το είχαν πει και δεν έλεγαν ποτέ ψέματα.. Γιατί κλαίτε κυρία ;.. μη κλαίτε σας παρακαλώ με τρομάζετε. Λάθος κάνετε.. δεν μιλάτε για τους δικούς μου γονείς.. 
Ένιωθε από τότε ότι ο χρόνος σταμάτησε στην αγκαλιά εκείνης της καλής γυναίκα που τις επόμενες μέρες στάθηκε δίπλα της όσο μπορούσε και όσο της επέτρεψαν τα.. όρνεα που ήρθαν να ξεσκίσουν μετά από τη ψυχή και τη σάρκα της.

- Η ζωή μου , η ευτυχία μου, η αθωότητα μου , τα πάντα σταμάτησαν εκείνο το πρωινό κυρία Λενιώ, όπως το παραμύθι με τη κακή απρόσκλητη μάγισσα που πάγωσε το βασίλειο και το σκέπασε με αγκάθια για 100 χρόνια. Μόνο που το δικό μου παραμύθι δεν είχε πρίγκιπα, φιλί και  επανόρθωση, όλα όσα έζησα μέχρι εκείνη τη στιγμή έγιναν η μόνη υγιής και ευτυχισμένη  ανάμνηση για πάντα στα επόμενα 6 χρόνια μου.

(συνεχίζεται)

4 σχόλια:

  1. Αμαν αχτιδούλα μου!!! Και το κλάμα πέφτει κορόμηλο. Ήθελα νάξερα μέχρι το τέλος πόσα ζουμί... θα ρίξω!!
    Μέσα από τα γράψιμο σου βγαίνουν όλες οι ευαισθησίες σου!!
    Καλή συνέχεια φιλενάδα....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αμαν αχτιδούλα μου!!! Και το κλάμα πέφτει κορόμηλο. Ήθελα νάξερα μέχρι το τέλος πόσα ζουμί... θα ρίξω!!
    Μέσα από τα γράψιμο σου βγαίνουν όλες οι ευαισθησίες σου!!
    Καλή συνέχεια φιλενάδα....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ειμαι εδώ και κάμποση ώρα να διαβαζω τις συνέχειες που αφησα αδιάβαστες.. τι κλαμα ρίχνω βρε ψυχή μου...σε τι περιπέτειες βάζεις τις ηρωίδες σου... δεν θελω να τελειώσει.. και εχω περιέργεια για την κατάληξη που θα έχει αυτή η ιστορία ζωής..

    ΑπάντησηΔιαγραφή