Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

30η συνέχεια

Έτσι γύρισε λοιπόν στην καθημερινότητα της δουλειάς της, έπεσε όπως λένε με τα μούτρα σ’ αυτήν προσπαθώντας να βάλει άλλους ορίζοντες στη ζωή της. Η Μαίρη τελικά βλέποντας ότι η παρουσία της στο σπίτι έκανε καλό και στις δύο της πρότεινε να συγκατοικήσουν και έτσι η Λενιώ κοντά της απέφυγε τη μοναξιά και τις σκέψεις..Η Μαίρη ποτέ δεν της μίλησε περιέργως ξανά για τον Νίκο , δεν την ρώτησε ποτέ γιατί και πως κάθε φορά που την έβλεπε μελαγχολική. Αντίθετα ο χαρωπός και σκανδαλιάρικος χαρακτήρας της όρθωσε και στήριξε με το δικό του τρόπο τις μέρες της απελπισίας της. Τα βράδια όποτε συμπίπτανε τα ωράρια και έμεναν σπίτι το μόνο που έκαναν ήταν να ξεκουραστούν και να κάνουν γελώντας μία μικρή αναδρομή σε γεγονότα αστεία της εβδομάδας τους. Μοιραζόντουσαν τα έξοδα και τις δουλειές και σε λίγο κατάλαβαν ότι η συγκατοίκηση τους ήταν δώρο Θεού γι’ αυτές.
Έτσι πέρασαν 2 χρόνια και ήρθε κάτι που..άλλαξε τα πράγματα. Η Μαίρη σχετιζόταν με ένα συνάδελφο της κοντά 4 χρόνια, καλό παιδί ο Στάθης , με κοινά προβλήματα και ενδιαφέροντα γρήγορα τους οδήγησε στην απόφαση να παντρευτούν. Η Μαίρη το ανακοίνωσε διστακτικά και με κάποια ενοχή στη Λενιώ ξέροντας ότι αυτό θα άλλαζε τη ζωή τους. Η Λενιώ την αγκάλιασε σφίγγοντας την με δύναμη επάνω της.
-Γλυκιά μου να είστε ευτυχισμένοι, το αξίζετε και οι δύο. Χαμογέλα και κάνε το βήμα γρήγορα χωρίς να σκέπτεσαι τίποτε άλλο.
-Λενιώ μου υπάρχει και κάτι άλλο, παίρνουμε και οι δύο μετάθεση σε νοσοκομείο ώστε να ήμαστε μαζί και κοντά σε μέρος που θέλουμε να ζήσουμε. Θέλω να έχω τους γονείς μου κοντά μας ώστε..αν έρθει ένα παιδί..να υπάρχει κάποιος να βοηθήσει.
-Να κάνεις ότι σου λέει η καρδιά και το μυαλό σου Μαίρη μου, σου οφείλω πολλά και εύχομαι ο Θεός να σου τα ανταποδώσει όπως τα θέλεις.
Εκείνο το βράδυ στο μυαλό της Λενιώς καρφώθηκε μία ιδέα που όταν της ερχόταν παλιά την..προσπερνούσε. Να φύγει, να εγκαταλείψει τη πόλη και να γυρίσει στο… χωριό της..στις ρίζες της. Τόσο καιρό με την κλειστή ζωή που ζούσε είχε καταφέρει να μαζέψει κάποια χρήματα. Είχε στην άκρη και ότι της άφησαν οι καλοί ανάδοχοι γονείς της. Το σπίτι στη Κρήτη το είχε κλειστό, δεν ξαναπήγε ποτέ στη Κρήτη μετά το χαμό τους. Μάθαινε από το δικηγόρο και τη γειτόνισσα που το περιποιόταν ότι εκεί φιλοξενούσαν όποιον είχε ανάγκη και το τελευταίο καιρό έμενε ο ιερέας που ήρθε στο χωριό για την εκκλησία. Την ρώτησαν αν ήθελε ενοίκιο και απάντησε στο δικηγόρο ότι θα ήθελε ο νέος ιερέας να κάνει ότι ήταν πρέπον για τους φτωχούς του χωριού στο όνομα του Παπά Μανώλη και της κυρίας Ιουλίας.
Έτσι η ιδέα της φυγής καρφώθηκε σαν ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή της και ο γάμος της Μαίρης 4 μήνες μετά της έδωσε τη δικαιολογία που ήθελε. Πολλές φορές τα πάντα συνωμοτούν στη ζωή για κάτι, όλα θαρρείς με τη σειρά την οδηγούσαν εκεί που έπρεπε..που ήθελε η ίδια η μοίρα να την πάει. Άρχισε δηλώνοντας παραίτηση, σαν βόμβα έπεσε αυτό στις φίλες και στους γιατρούς που προσπάθησαν να την μεταπείσουν μάταια όμως. Μαζεύοντας τα πράγματα της ανακάλυψε ότι η …ζωή της όλη χωρούσε σε 3 μεγάλες βαλίτσες που η μία ήταν τα βιβλία της. Όλα τα άλλα τα μοίρασε , πούλησε μερικά που μπορούσε και περίμενε να τελειώσει η περίοδος που έπρεπε να είναι ακόμη στη δουλειά της σχεδιάζοντας με αγωνία ποια θα ήταν η νέα της ζωή. Τότε ήρθε και το τελευταίο σπρώξιμο της μοίρας λες και της έδειχνε σε ολοκάθαρο νερό την εικόνα της σωστής απόφασης της.
Ήταν μία Δευτέρα της τελευταίας εβδομάδος που θα δούλευε , είχε μπει στο γραφείο των γιατρών να φέρει κάτι φακέλους όταν τους είδε να γελούν και να εύχονται συγχαρητήρια σε ένα συνάδελφο με άσπρη ποδιά που είχε γυρισμένη τη πλάτη του σ’ αυτήν. Θα γνώριζε τη φιγούρα του ανάμεσα σε χιλιάδες, η καρδιά της σπάραξε, αναπήδησε έτοιμη να χυθεί έξω σαν το αίμα από βαθιά πληγή.
-Νίκο μου χαίρομαι, να ζήσετε ευτυχισμένοι και γρήγορα και μπαμπάς, χαίρομαι περισσότερο που θα σε έχουμε μαζί μας πλέον.
Η φωνή του διευθυντή της ακούστηκε όλο χαρά καθώς με το χέρι του τον αγκάλιαζε από τον ώμο.
Οπισθοχώρησε σιωπηλά και αθόρυβα κλείνοντας πίσω της τη πόρτα, ένοιωθε ζαλάδα, έκανε λίγα βήματα και έδωσε τους φακέλους σε μία συνάδελφο. Της χαμογέλασε βεβιασμένα και την παρεκάλεσε να τους πάει μέσα γιατί θυμήθηκε κάτι που άφησε στη μέση…
Χώθηκε στο γραφείο των νοσοκόμων και έψαξε την προϊσταμένη που την ήξερε από τότε που διορίστηκε εδώ. Εκείνη σηκώνοντας τα μάτια της κατάλαβε από τη πρώτη στιγμή ότι κάτι είχε.
-Λενιώ συμβαίνει κάτι; Έγινε κάτι σοβαρό ;
Η Λενιώ την κοίταξε και αυθόρμητα της εξήγησε απλά..την αλήθεια… την αλήθεια που ήθελε  να βγάλει από μέσα της. Η προϊσταμένη ήξερε την ιστορία της από τότε..από τότε που έχασε το παιδί.
-Σας  παρακαλώ, χρειάζεται να μη συναντηθώ μαζί του, είμαι έτοιμη να φύγω, γυρίζω σελίδα μπροστά και μαζί της γυρίζω πλάτη στις παλιές.
Τόσα χρόνια δεν είχε κλάψει κι εκείνη τη στιγμή θαρρείς ξεχείλισε ένα ποτάμια από αυτά σε μία γυναίκα που έβλεπε πάντα με σεβασμό και επαγγελματικά. Η προϊσταμένη σηκώθηκε και την  αγκάλιασε, έτσι απλά, χωρίς λόγια, χωρίς ερωτήσεις. Την ήξερε αυτά τα λίγα χρόνια μπορεί η αυστηρότητα να ήταν ανάγκη της θέσης της για να κρατά τα «γκέμια» στη δουλειά της όμως όλες οι νοσοκόμες εδώ ήταν κάτι σα..παιδιά της , η οικογένεια που δεν έκανε.
-Μη κλαις. Δεν αξίζει, δεν σου αρμόζει. Όρθιο το κεφάλι, χαμογέλα και..φύγε..σου δίνω άδεια αναρρωτική για την υπόλοιπη εβδομάδα μέχρι που φεύγεις λόγω.. που ..κόπηκες στο χέρι και σου κάναμε ράμματα. Μη σκέπτεσαι τίποτε κορίτσι μου, είσαι καλό παιδί, είσαι χρήσιμος άνθρωπος, ο Θεός σου έχει κάπου προορισμό. Φύγε χωρίς να χαιρετήσεις κανένα..όλοι θα καταλάβουν ..και εγώ θα εξηγήσω και στους γιατρούς. Εγώ θα αναλάβω και κάθε τι που έχεις σχέση με το λογιστήριο και όσα έχεις να παίρνεις, θα φροντίσω να μπουν στο λογαριασμό σου . Φύγε, καλό ταξίδι κορίτσι μου, καλό ξεκίνημα, γύρνα σελίδα χωρίς να κοιτάξεις πίσω σου , κράτησε τα καλά και πέτα τα …άχρηστα!
Έφυγε σαν κυνηγημένη ρίχνοντας απλά μία ματιά στο κτίριο που ήταν κάτι σαν σπίτι της τόσα χρόνια. Αυτή τη στιγμή της έλειπε η Μαίρη , θα ήθελε τόσο να χωθεί στην αγκαλιά της και να ακούσει χαμογελώντας τον οργισμένο..εξάψαλμο της για ότι την έκαμνε να κλαίει. Στάθηκε σε ένα παγκάκι του κήπου και την πήρε στο κινητό.
-Λενιώ μου τι κάνεις;… ασταμάτητη,  αυθόρμητη , σαν το νερό που κυλάει η φωνή της . Της  διηγήθηκε ένα σωρό πηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο..Η γλυκιά αγαπημένη Μαίρη..πόσο της έλειπε..
-Πήρα Μαίρη μου να σου πω ότι φεύγω..πάω στο..άγνωστο ..πετώ πίσω μου ότι με πλήγωσε και κρατώ μαζί μου ότι αγάπησα. Ευχαριστώ για όσα μου έδωσες και..μου λείπεις ,να ήξερες πόσο μου λείπεις και πόσο θα μου λείψεις στο μέλλον.
- Που πας; Μίλα μου..θέλεις να έρθω; Παίρνω το λεωφορείο και έρχομαι αν θες. Μίλα μου, εσύ κάτι έχεις, σε νοιώθω , το ξέρω. Αχ! Τι μου κάνεις..έγκυος γυναίκα θα με πεθάνεις, ξέρεις πόσο περίεργη είμαι.
-Έχεις το τηλέφωνο μου, έχω το δικό σου, μη με ρωτάς που πάω, είμαι καλά..Ξεκινώ για κάτι νέο, χρειάζομαι κάτι νέο. Μη με ρωτάς άλλο απλά δέξου αυτό που σου λέω και που είχα ανάγκη να σου πω. Θα είσαι πάντα η μόνη φίλη που είχα και έχω, κάτι σαν αδελφή. Θα σε πάρω εγώ τηλέφωνο όταν μπω στο δρόμο που θέλω και ίσως κάποτε συναντηθούμε ξανά και τα πούμε, όπως τότε, όπως παλιά.
Έκλεισε το τηλέφωνο γατί άκουσε το κλάμα της φίλης της που έσμιξε με το δικό της. Της είπε την αλήθεια, έπαιρνε μαζί της ότι αγαπούσε από τους ανθρώπους της , από τους «συγγενείς της». Τη μνήμη των ανάδοχων γονιών της και τη δική της φιλία .
Δύο μέρες μετά ανέβαινε στο λεωφορείο που θα την πήγαινε στο μικρό ορεινό χωριό των παιδικών της χρόνων. Επέστρεφε σε μέρες που την πλήγωσαν , την σημάδεψαν όμως χρειαζόταν να γυρίσει εκεί γιατί μόνον εκεί θα αντιμετώπιζε από την αρχή τις πρώτες πληγές της. Για να κάνεις μια νέα αρχή οφείλεις να κλείσεις παλιές υποθέσεις και να συμβιβάσεις μαζί τους τα …ασυμβίβαστα. Παραδόξως δεν ένοιωθε πλέον πίκρα, αισθανόταν δυνατή έτοιμη να παλέψει με τα θεριά και τα φαντάσματα. Έκλεισε τα μάτια και άρχισε να ονειρεύεται τα όσα ήθελε να αρχίσει εκεί , να πετύχει, να δοκιμαστεί και να κυριαρχήσει.
Άλλαξε δύο λεωφορεία για να φθάσει στο μικρό χωριό και όταν  κατέβηκε της φάνηκε ακόμα πιο μικρό από ότι το θυμόταν. Είδε τις ερευνητικές ματιές όσων την περιεργαζόντουσαν να κατεβαίνει σέρνοντας τις τρεις βαλίτσες της. Στάθηκε στη μέση της μικρής πλατείας με συγκίνηση, μέσα της έκανε τη διαδρομή της μικρής μπάσταρδης όπως την αποκαλούσαν οι περισσότεροι με τις κοτσίδες και το μπαλωμένο φόρεμα που πήγαινε από εκεί για το σχολείο και την εκκλησία. Προσπάθησε να προσανατολισθεί, και πήρε το δρόμο που αχνά της θύμιζε κάτι από παλιά. Τότε την πλησίασε ένα ηλικιωμένος, την χαιρέτησε με ένα κούνημα του κεφαλιού και την ρώτησε:
-Πούθε παγαίνεις κοπελιά; Νέα φαίνεσαι στο χωριό, ποιανού κοπέλα είσαι ή ήρθες για μελέτη το  δάσος μας  όπως έρχονται όποτε το θυμούνται.
Τι να του πει..σκέφτηκε..ποιανού παιδί να δηλώσει. Η μάνα της δεν ήταν σε εκτίμηση  κι εκείνη δεν χρειαζόταν βάρη άλλων στους ώμους της. Το ψέμα βγήκε άσχημη αρχή από το στόμα της και σαν τον Πέτρο αρνήθηκε τη ρίζα που την γέννησε.
-Ήρθα για το σπιτάκι των υλοτόμων στο βουνό, το… αγόρασα από κάποια κυρία Δήμητρα που το πούλησε. Ήρθα για να μείνω , είμαι μαία, νοσοκόμα και ήρθα για να βοηθήσω και να στεριώσω μακριά από τη πόλη και τις έννοιες της..
-Νοσοκόμα; Γιάτρισσα λοιπόν; Οουα..κορίτσι μου ουρά ο κόσμος έχει ανάγκη εδώ μα ..παρά δεν έχουμε να δώσουμε..
Η Λενιώ χαμογέλασε ευτυχισμένη που δεν σκάλισε το ψέμα της και μετά του είπε ότι τα χρήματα δεν είχαν τόση σημασία, θα ήθελε να βοηθήσει αν μπορούσε μα έπρεπε πρώτα να βρει το σπίτι και το δρόμο.
Ο γέρος σφύριξε σε ένα παιδί βάζοντας τα δύο δάχτυλα του στο στόμα κάτω από το πλούσιο μουστάκι του.
-Ε!έι..Σταυρή..πάνε τη κοπελιά στο σπίτι των υλοτόμων, ξέρεις εκείνη τη καλύβα της παστρικιάς της Δήμητρας που ξεκουμπίστηκε πριν χρόνια..που να ξέρεις όμως εσύ, μωρούλι ήσουν… Αϊ κοπελιά ακολούθα το μικρό και δώσε του τη μια βαλίτσα να κουβαλά, είναι ανδράκι αυτό.
Πήγε να διαμαρτυρηθεί η Λενιώ  μα ο μικρός ένα 11χρονο περίπου αγόρι άρπαξε επιδεικτικά τη μια βαλίτσα και  άρχισε να ανεβαίνει την χωμάτινη ανηφόρα. Στάθηκε μια στιγμή την κοίταξε με μάτια γεμάτα αγορίστικη υπερηφάνεια πρόωρου ανδρισμού και της έκανε νεύμα με το χέρι να τον ακολουθήσει.
Η Λενιώ προσπάθησε να τον φθάσει, μέσα της ξύπνησε το κοριτσάκι που έτρεχε αυτό το δρόμο κρυφά από τη μάνα της για να κάνει θελήματα στις γυναίκες του χωριού. Το δάσος άρχιζε αμέσως μετά το τελευταίο σπίτι και λίγο μετά αντίκρισε με συγκίνηση το παλιό πέτρινο σπιτάκι τόσο μικρό και παλιό που στιγμιαία ένοιωσε μία απογοήτευση και φόβο για την απόφαση που πήρε.
-Τι θα κάνεις εδώ θεία μόνη σου; Της είπε το αγοράκι..
Η Λενιώ άφησε τις βαλίτσες από το χέρι της και στάθηκε να περιεργαστεί το κήπο που ήταν σαν ένας αγρός εγκαταλελειμμένος. Μετά έβαλε στο χέρι του μικρού ένα χαρτονόμισμα και το ευχαρίστησε χαϊδεύοντας του τα μαλλιά..Εκείνο τέντωσε το πολύτιμο χαρτί στον ήλιο και το τίναξε χαρούμενος κανόνας μικρά πηδήματα στον αέρα...
-Είσαι πλούσια θεία; Είναι δικό μου αυτό; Θα το πάρω..μα θα με μαλώσει η μάνα μου αν το μάθει..
-Θα της πεις ότι μου έκανες δουλειά , την αλήθεια δηλαδή, θα πλήρωνα να μου κουβαλήσουν τη βαλίτσα γιατί ήμουν κουρασμένη. Όχι μικρέ ..δεν είμαι πλούσια, απλά κάποτε μου έδιναν κι εμένα κάτι για να βοηθήσω όπως εσύ κάποια.
Ο μικρός πήρε χαρούμενος το δρόμο για το χωριό και πριν εξαφανιστεί της φώναξε:
-Πως σε φωνάζουν θεία; Ποια να πω μου τα έδωσε;
-Η κυρία Λενιώ θα πεις αγόρι μου η νοσοκόμα.
-Θα έρχομαι να σε βλέπω αν θες κάτι της απάντησε , δεν θέλω λεφτά άλλα είναι πολλά αυτά που μου έδωσες. Η μάνα σίγουρα θα μου τα αγοράσει φανέλες , συμπλήρωσε γελώντας. Εμένα με λένε Σταυρή.
Τον ακολούθησε η ματιά της μέχρι που εξαφανίστηκε στην άκρη της στροφής, μετά πήρε μία ανάσα και προχώρησε στο μικρό κατεστραμμένο πλακόστρωτο ανάμεσα από τα τεράστια χόρτα  που το πλαισίωναν. Έφθασε μπροστά στη πόρτα , την ακούμπησε με την άκρη των δαχτύλων της και είδε ότι δεν ήταν καν κλειδωμένη, τι να κλέψει κανείς από το..τίποτα. Μπήκε μέσα, κάτι από παλιό παιδικό παραμύθι, αράχνες και σπασμένα αντικείμενα, τα πατζούρια όπως τα θυμόταν, τα δύο δωμάτια, το μικρό σαλόνι στη μέση και η πόρτα που οδηγούσε στη κουζίνα που έβγαζε στην αυλή. Ένα ποντίκι ξαφνιάστηκε που την αντίκρισε και την έκανε ακόμα μια φορά να αισθανθεί παρείσακτη όπως ήταν πάντα εδώ μέσα. Να εκεί στεκόταν η μάνα της, σαν να την έβλεπε να την κοιτάζει με εκείνα τα πανέμορφα μα άχρωμα από αισθήματα μάτια της. Η πόρτα του δωματίου της σχεδόν πάντα κλειστή να μη την δει ο εκάστοτε σύντροφος της και θυμώσει. Δίπλα από το άλλο δωμάτιο λες και ακούστηκαν φωνές των αγοριών, το κλάμα του μωρού. Εκεί στην αρχή κοιμόταν εκείνη πάνω σε ένα ξύλινο ντιβάνι, μετά της είπε η μάνα να κοιμάται στο σαλόνι και να σηκώνεται νωρίς να μη την βλέπει κανείς. Άνοιξε το δωμάτιο της μάνας της… το μεταλλικό κρεβάτι ακόμη υπήρχε..εκεί την βοήθησε να ξεγεννήσει το Θοδωρή σκέφτηκε και το στόμα της γέμισε σάλιο πικρό για τον αδελφό που αγάπησε και την απαρνήθηκε χωρίς τύψεις.
Κόντευε απόγευμα, η λογική της έδωσε θαρρείς ένα χαστούκι για να τη συνεφέρει. Μέσα της ξύπνησε η Λενιώ που τόσα χρόνια φρόντιζε τόσο κόσμο..ναι..τώρα έπρεπε, όφειλε να φροντίσει τον εαυτό της. Θα νύχτωνε, κάπου έπρεπε να κοιμηθεί, ένα καθαρό μέρος να ξεκουραστεί για το αύριο που την περίμενε.
Ακούμπησε το ελαφρύ ζακετάκι της στις βαλίτσες της , ήταν Μάης όμως εδώ στα ορεινά τα βράδια έκαμνα ψύχρα , έπρεπε να κάνει γρήγορα λοιπόν. Πήγε στη κουζίνα και με ανακούφιση είδε ότι ακόμη υπήρχε η ..πανάρχαια σκούπα ακουμπισμένη στο τοίχο. Δίπλα ο τενεκεδένιος κουβάς και ένα λειωμένο πια σφουγγαρόπανο φαγωμένο από τα ποντίκια. Δοκίμασε τη βρύση και με ανακούφιση είδε ότι έτρεχε νερό, στην αρχή με βουητό σκούρο σαν σκουριά μα μετά καθάρισε στα χέρια της  δίνονταν της θάρρος να συνεχίσει. Η σούπα γύρισε στα ..χέρια της όπως παλιά και άρχισε να σκουπίζει ενώ από μέσα της βγήκε ένας ήχος που θύμιζε παιδικό τραγούδι. Η συγκίνηση είχε πάρει τη θέση που της έπρεπε..παρελθόν και το μικρό της σιγοτραγούδισμα την απόφαση της να κάνει τα..αδύνατα δυνατά.
Ήρθε για να μείνει σκέφτηκε με ότι της επιφυλασσόταν να αντιμετωπίσει για να το καταφέρει, ήρθε σαν από κάλεσμα  που θα την οδηγούσε σε ότι της όριζε ο Θεός, η μοίρα, το άγνωστο μέλλον της.  








Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

29η συνέχεια


Μετά από μια καταστροφή θαρρείς όλα κυλούν γρήγορα, ίσως γιατί ο χρόνος παύει να έχει τη πραγματική του αξία και ο πόνος σε κάνει να είσαι απλός θεατής . Λαβωμένος κοιτάς απλά γύρω σου αυτά που πέφτουν και αναρωτιέσαι από πού ξεκίνησε για σένα τέτοιο κακό,  λες και μία πέτρα που κύλησε πήρε μαζί της και άλλες πολλές.
 Η Λενιώ πήγε στη Κρήτη και κήδευσε τους «γονείς » της μαζί με ένα ολόκληρο χωριό από ανθρώπους που κλαίγανε και θρηνούσαν δύο καλούς ανθρώπους του Θεού. Θα ήθελε να είναι δίπλα της ο Νίκος μα ήταν μόνη και στο βάθος ένοιωσε, διαπίστωσε ότι μερικές φορές η μοναξιά και ο πόνος πάνε αδελφωμένα μαζί και σπάνια μοιράζονται. Έμεινε 3 μέρες στο σπιτάκι  τους , ξάγρυπνη , θρηνώντας, τριγύρισε σε κάθε γωνιά του λες και θα τους έβλεπε να ξεπροβάλλουν. Με ενοχές για τη δική της απουσία από δίπλα τους  θέλησε να αισθανθεί σαν ανάγκη συγχώρεσης τη παρουσία τους στο ησυχαστήριο τους. Εκείνο που δεν μπορούσε ίσως να συγχωρέσει στον εαυτό της ήταν ότι αυτό το ταξίδι έγινε για εκείνη… για να την δουν..να ζήσουν μαζί της ότι είχαν διαισθανθεί ότι την απασχολούσε. Θα το κουβαλούσε μέσα της για χρόνια  κάθε φορά που κάτι θα της θύμιζε το πέρασμα τους από τη ζωή της. 
Λίγο πριν φύγει πήρε από αυτούς ακόμη ένα δώρο, μια προσφορά αγάπης σε κείνη που διάλεξαν να πάρει τη θέση του παιδιού τους. Την επισκέφτηκε ένας συμβολαιογράφος και της παρέδωσε τη τελευταία επιθυμία αυτών των καλών ανθρώπων μαζί με μία επιστολή. Του ζήτησε συγνώμη και μπήκε στο δωμάτιο τους να τη διαβάσει. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς άνοιγε το σφραγισμένο φάκελο, το χαρτί ..τα γράμματα θολωμένα μπροστά της από τα δάκρυα.
Ήταν λες και τον έβλεπε το παππά Μανώλη μπροστά της όπως τον πρωτογνώρισε ..να την κοιτάζει με εκείνο το σοβαρό και συγχρόνως τόσο γλυκό χαμόγελο. Εκείνη ..μικρή, με το μπαλωμένο φόρεμα ,τα μαζεμένα με κορδέλα μαλλιά, τα τρύπια παπούτσια, τα χεράκια πάντα παγωμένα, αδρά από τις δουλειές και το βλέμμα απελπισμένο για το μέλλον…
« Αγαπημένο μας παιδί όταν θα έρθει στα χέρια σου η παρούσα επιστολή σημαίνει ότι εμείς θα είμαστε ευτυχισμένοι στα χέρια του Κυρίου μας. Ήσουν για μας ένα φως ξαφνικό, μία μικρή αχτίδα στην αρχή που μπήκε στο κόσμο της απομόνωσης μας και έγινε δυνατή και φώτισε τη ζωή μας. Έγινες μία δεύτερη ευκαιρία να γίνουμε γονείς Λενιώ μας . . Σ’ ευχαριστούμε που ήσουν αυτό που περιμέναμε από εσένα, μία καλή κόρη, ένας σωστός  άνθρωπος.
Σου αφήνουμε την ευχή μας, την αγάπη και τη προσευχή μας μαζί με κάποια υλικά αγαθά που ελπίζουμε να σε βοηθήσουν στη ζωή σου. Το σπιτάκι μας στο χωριό, το περιβολάκι μας,  κάποιες οικονομίες ζωής και τα λιγοστά πράγματα του σπιτιού μας. Να είσαι ευλογημένη με ότι κάνεις στη ζωή σου, να γίνεις χρήσιμη και ανιδιοτελής, να προσφέρεις ότι μπορούν οι δυνάμεις σου και να μοιράζεσαι ότι σου δίδαξε η ζωή και εμείς με αγάπη και καλοσύνη ψυχής.
Οι γονείς που μπορεί να μη σε γέννησαν μα… σε διάλεξαν σαν  γονείς καρδιάς.»
Πατήρ Εμμανουήλ ΚΑΙ Πρεσβυτέρα Ιουλία.»
Έβαλε η Λενιώ το έγγραφο στη θέση της καρδιάς και έκλαψε ακόμα πιο πολύ για ότι έχασε δίνοντας όρκο ψυχής να δώσει κάποτε σε κάποιον όσα της έδωσαν αυτοί οι άνθρωποι. Βγαίνοντας από τη πόρτα, αγκάλιασε με το βλέμμα της την όμορφη γραφική εικόνα του σπιτιού, κλείδωσε και μετά παρέδωσε το ένα κλειδί στη γειτόνισσα τους. Την παρεκάλεσε να φροντίζει τα …λουλούδια και τα βότανα της κυρίας Ιουλίας και να το μεταχειριστεί σαν ξενώνα όποτε χρειαστεί να μείνει κάποιος που είχε ανάγκη στέγης. Μετά πήρε πεζή το δρομάκι χωρίς να κοιτάξει άλλο πίσω της, ότι ήταν ζωντανό υπήρχε μέσα της στη καρδιά της και θα ήταν πάντα.
Το επόμενο πρωινό παρουσιάστηκε κι όλας στη δουλειά της και έπεσε με τα μούτρα σ’ αυτήν .Με τη Μαίρη δέθηκε περισσότερο πια, το είχε ανάγκη  να γίνει  αυτή που δεν είχε μέχρι τώρα.. μία..κολλητή όπως έλεγε γελώντας η πρόσχαρη κοπέλα. Ποτέ της δεν ήταν τόσο κοντά με ένα άλλο κορίτσι και σταδιακά της άνοιξε τη καρδιά της και τις πληγές της.
 Ο Νίκος ήταν πάντα τρυφερός , αγαπημένος σύντροφος μα.. κάτι είχε αλλάξει. Κάτι ήταν διαφορετικό από..τότε που χάθηκε το μωρό τους. Όταν έψαχνε διακριτικά στο πρόσωπο και στη συμπεριφορά του να βρει αυτό το..κάτι δεν μπορούσε να το ανακαλύψει, να το εντοπίσει και να του δώσει όνομα  μα..το ένοιωθε..το διαισθανόταν.. Είχε την αίσθηση ότι κρατούσε νερό στη χούφτα της, πίνεις να ξεδιψάσεις ..μα το νερό φεύγει μέσα από τα σφιγμένα δάκτυλα σου και μένει η χούφτα σου στο τέλος άδεια .
Πρόσεξε ότι απέφευγε να της μιλάει όπως πριν για την οικογένεια του, τα όνειρα που κάποτε της περιέγραφε έγινα απλές κουβέντες για τη καθημερινότητα του. Το χάδι του ήταν κάτι από..αδελφικό, με στοργή μα..χωρίς το πάθος που πρέπει να υπάρχει σε δύο νέα άτομα. Έτσι εκείνη στράφηκε στη δουλειά της κι εκείνος στη δική του. Τα βράδια έτρωγαν στο ίδιο τραπέζι με κάποιες σκόρπιες συζητήσεις για την ημέρα τους . Τις νύχτες  στο ίδιο κρεβάτι , ο έρωτας ανθρώπινη αδυναμία χωρίς το πάθος που δίνει αυτό το κάτι και που βάζει φωτιά …το νερό κυλούσε από τη παλάμη της..δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε για να το κρατήσει. Έτσι μια μέρα..άνοιξε τα δάκτυλα και το άφησε να φύγει.
Εκείνο το βραδάκι ζήτησε από τη Μαίρη να την αντικαταστήσει, ο Νίκος είχε ρεπό και του ζήτησε το πρωί πριν φύγει να πάνε κάπου μετά μαζί..να μιλήσουν. Είδε ,με λύπη έπρεπε να πει , ότι χαμήλωσε το βλέμμα του και ένοιωσε ότι ήταν κάτι που ήθελε κι εκείνος και που δίσταζε να της το ζητήσει. Παράξενο μα η Λενιώ ένοιωσε μία ανακούφιση πάντα διάλεγε σαν λύση να αντιμετωπίζει το πρόβλημα κατάματα, της το είχε διδάξει ο παππά Μανώλης όταν την έβλεπε να κρύβεται σε μια γωνιά και να κλαίει..
-Λενιώ μου μη κρύβεσαι από τα προβλήματα, θα γίνουν περισσότερα και βαθύτερα. Στάσου μπροστά τους και κοίτα τα από..μακριά..σαν ξένος παρατηρητής… τότε θα δεις ότι θα βρίσκεις λύσεις σε ότι σε απασχολεί.
Διάλεξαν ένα ήσυχο ταβερνάκι κοντά στη θάλασσα που πήγαινα όταν..γιόρταζαν κάτι. Της τράβηξε τη καρέκλα να καθίσει και έσκυψε να φιλήσει τρυφερά τα μαλλιά της..ένοιωσε ανατριχίλα..ένοιωσε πόνο. Στιγμιαία σκέφτηκε να διώξει από μπροστά της το «ποτήριον τούτο» μα το νερό στη παλάμη της εξακολουθούσε να κυλάει και ήταν μάταιο να κάνει ότι δεν το βλέπει.
-Νίκο μου ξέρω ότι κατάλαβες γιατί ήρθαμε εδώ, πάντα ήμασταν αληθινοί και σωστοί στη σχέση μας. Έγιναν πολλά, ας μην αφήσουμε να γίνουν άλλα. Αισθάνομαι ότι κάτι άλλαξε και ξέρεις καλά ότι δεν έχω άλλα περιθώρια , ας το συζητήσουμε πριν γίνουμε αυτό που δεν θέλουμε..δύο ξένοι.
Τον είδε να κοιτάζει με πόνο, το ένοιωθε..τη αγαπούσε ακόμα  όμως..όμως … κάτι έλειπε..κάτι δεν ήταν όπως παλιά. Η καρδιά της γέμισε από τρυφερότητα, ήταν λες και έβλεπε τον αδελφό της να ψάχνει μέσα του να βρει τα..κότσια να ομολογήσει κάτι που τον βάρυνε . Η ίδια ενοχή στο βλέμμα, ο ίδιος φόβος της τιμωρίας. Του έπιασε τρυφερά το χέρι  και ήταν λες και τον παρότρυνε να μιλήσει να βγάλει από μέσα του αυτό που τον πίεζε και τον καταπονούσε. Τον είδε στην αρχή με δισταγμό να προσπαθεί να βρει τις κατάλληλες λέξεις και μετά η ψυχή ξεγυμνώθηκε, ανοίχθηκε,  η σχέση που είχαν μέσα τους πάντα βρήκε το δρόμο . Ότι τον βάρυνε ξαφνικά βγήκε στην επιφάνεια, διστακτικά, με ντροπή μα έπρεπε να γίνει, της το όφειλε.
Κάτι είχε αλλάξει ομολόγησε με σκυμμένο το πρόσωπο παίζοντας με τα δάκτυλα του, ένοιωθε ενοχές για πολλά και ίσως ήταν τελικά το μόνο που τον κρατούσε δίπλα της. Οι γονείς του περίμεναν ένα γιατρός στο χωριό τους, ονειρεύονταν από αυτόν  εγγόνια στην αυλή τους, μία οικογένεια, ήθελαν  πολλά.
Εκείνο με το παιδί το ..περίμενε η Λενιώ όμως την πλήγωσε σαν μαχαίρι αγκαθωτό στη καρδιά της. Δεν το έδειξε, απλά του έσφιξε περισσότερο το χέρι για να του περάσει μήνυμα ότι το καταλάβαινε.
-Σε αγαπώ Λενιώ μου, σε αγαπώ..όμως..οφείλω πολλά στους γονείς μου, το ξέρεις, και έχω μπροστά μου πολλά χρόνια για να γίνω όσα θέλουν. Μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε το θέμα του παιδιού με υιοθεσία μα οι γονείς μου δεν τα το ξεπερνούσαν ποτέ. Ντρέπομαι, πονάω γιατί αισθάνομαι ότι φταίω, έπρεπε να προσέχω. Ίσως αν το ανακαλύπταμε μετά το γάμο , ίσως να μη πληγωνόντουσαν οι γονείς μου .Όμως το είδες παρακαλούν για ένα εγγόνι , μόνον από μένα θα  έχουν κάτι τέτοιο, μία συνέχεια τους, το ξέρεις Λενιώ μου.
-Δεν χρειάζεται να μου δικαιολογείσαι καλέ μου, σε νοιώθω, το καταλαβαίνω, σ’ αγαπώ πολύ ώστε να σταθώ εμπόδιο σε ότι θα σε κάνει ευτυχισμένο.
Έβγαλε το δακτυλίδι από το χέρι της και το ακούμπησε μπροστά του ,
η σιωπή και η αμηχανία έπεσε σαν πέπλο ομίχλης στο τραπέζι τους. Σταμάτησαν τη κουβέντα , βυθίστηκαν στα σκέψεις τους κάνοντας λες και κάποιες αλήθειες δεν ειπώθηκαν ποτέ , πως ήταν όλα όπως πριν, πως   δεν άλλαξε η ζωή τους όλη .
 Το κρασί τελείωσε, τα μεζεδάκια έμειναν μισοφαγωμένα στα πιάτα, κάποιο παιδάκι που πουλούσε λουλούδια έφυγε λες και ένοιωσε τη πίκρα. Το φεγγάρι βγήκε ολόφωτο μέσα από τα σύννεφα μα δεν είχε την ίδια σημασία όπως παλιά για εκείνη το μαγευτικό θέαμα του. Σηκώθηκα σιωπηλοί , πλήρωσε και πήραν το δρόμο για το σπίτι. Παράξενο..η Λενιώ δεν ένοιωθε πόνο πια παρά μία απογοήτευση και ένα πόλεμο σκέψεων για το αύριο και το τι θα έπρεπε να κάνει. Είχε ξενοικιάσει το σπίτι της εδώ και καιρό, δεν είχε που να μείνει πια. Εκείνος λες και το κατάλαβε , την αγκάλιασε και της είπε:
-Μπορώ να κοιμηθώ στο νοσοκομείο απόψε μέχρι να δούμε πως θα τακτοποιηθείς, θα κάνω ότι μου ζητήσεις..
-Νίκο δεν ήμαστε μικρά παιδιά ,ούτε χρειαζόμαστε να στεναχωρούμε ο  ένας τον άλλο. Ας μείνουμε σήμερα σπίτι, σαν φίλοι πια και αύριο θα λύσω το πρόβλημα μου.
Έτσι ..χώρισαν, απλά, φιλικά, χωρίς διενέξεις , κλάματα και εγωιστικές πετριές για το ποιος και τι έφταιγε. Πονούσε, όμως η λογική και η αξιοπρέπεια της έλεγε ότι πάνω από όλα έπρεπε να γίνει ο χωρισμός τους όπως ακριβώς ήταν και η σχέση τους μέχρι τώρα.
Την επομένη στη δουλειά ζήτησε από τη Μαίρη να την φιλοξενήσει για λίγες μέρες στο σπίτι της αν μπορούσε μέχρι να δει τι θα κάνει. Η Μαίρη αφού ξέσπασε  σε θυελλώδη κατηγορητήριο και εξάψαλμο στο Νίκο μετά την αγκάλιασε και της είπε ότι θα ήταν ότι πιο βολικό γι’ αυτήν να έχει μία συγκάτοικο να μοιράζεται το νοίκι και τα έξοδα.
 Έτσι η Λενιώ μάζεψε τα λιγοστά πράγματα της, αποχαιρέτησε με μια ματιά το μέρος που έζησε τον έρωτα και έκλεισε τη πόρτα πίσω της.
Μέσα στο ταξί που την πήγαινε στο σπίτι της Μαίρης αναλογίστηκε πόσες φορές έκλεισε πόρτες πίσω της, πόσες φορές έκλαψε για όσα άφηνε , για όσα την εγκατέλειπαν ,για ότι την πρόδιδαν και την απομάκρυναν  από αυτό που όλα τα κορίτσια ονομάζουν ευτυχία. Θυμήθηκε την αδιαφορία της  μάνα της, τα αδέλφια που δεν έζησε μαζί τους όσα έπρεπε να ζήσει ώστε να αγαπηθούν. Τα παιδιά του χωριού που την έδειχναν με το δάκτυλο, τη μοναξιά και τον αγώνα της να γίνει κάτι..να φτιάξει μία φωλιά γύρω της. Άδικος  κόπος σκέφτηκε με χιούμορ και λίγη ειρωνεία. Υπάρχουν άνθρωποι που γεννήθηκαν με χρυσόσκονη ολόγυρα τους και άλλοι που σαν τη Σταχτοπούτα ανακατεύτηκαν με τη στάχτη και χαθήκαν μέσα της μέχρι να φανεί ο..  πρίγκιπας. Νόμιζε κάποια στιγμή ότι τον βρήκε..πίστεψε  ότι τα μάγια λύθηκαν ..έκανε απλά λάθος. Δεν υπάρχουν πρίγκιπες σκέφτηκε, ούτε χρυσόσκονη…





Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

28η συνέχεια


Η Λενιώ άφησε το βλέμμα της να διαβεί στο φως της Δύσης που έμπαινε από το παράθυρο. Πάντα της άρεσε αυτό το φως, έκλεινε μέσα του όσα έγιναν όλη την ημέρα , τα καλά, τα κακά και τα δύσκολα. Συνήθως το παρακολουθούσε μέχρι που έσβηνε ολοκληρωτικά αφήνοντας όμως στο τέλος του ένα κοκκινόχρωμο μωβ απομεινάρι να θυμίζει τα όσα έπαιρνε μαζί του. Αλήθεια ..μπορούσε ίσως να πάρει μαζί αυτό το πόνο που της έσφιγγε τη καρδιάς;
Τα λόγια του γιατρού προσπαθούσε να τα κρατήσει στην άκρη, λες και έτσι θα ήταν ελαφρότερα, λες και θα εξαφανιζόντουσαν από το μυαλό και τη καρδιά της. Πάντα λάτρευε τα παιδιά, όταν τα πρωτόπιανε στις γέννες στην αγκαλιά της βρώμικα από τα υγρά και τα αίματα  και τα φρόντιζε με περίσσια αγάπη το πρώτο που σκεπτόταν ήταν ότι κάποτε θα κρατούσε στην αγκαλιά της ένα δικό της μωρό.
 Σύνελθε Λενιώ , είπε στον εαυτό της ξεροκατάπιε το δάκρυ που κύλησε μέσα στο λαιμό της και έτσι γρήγορα ξέθαψε από μέσα της τη Λενιώ που αντρώθηκε μέσα στη σκοτεινή πλευρά της παιδικής της ζωής. Η σκέψη της πήγε στο παππά Μανώλη , λες και τον είχε δίπλα της τώρα ..παιδί εκείνη με μάτια κλαμένα..καρδιά διαλυμένη και όνειρα πια λασπωμένα. Ένοιωσε το σφίξιμο των δακτύλων του στη παιδική παλάμη της , το χάδι στα μπερδεμένα μαλλιά της και τη φωνή του να της ψιθυρίζει: - Κύριε  ελέησον με..γενηθήτω το θέλημα Σου!
Τότε ένοιωσε τη δύναμη να επιστρέφει , μα αμέσως μετά μια νέα εικόνα την βύθισε σε νέα πάλη με δαίμονες και συμπληγάδες..ο Νίκος..ο Νίκος.. Της ξέφυγε το βογγητό και η πόρτα αμέσως άνοιξε με τη Μαίρη να ορμάει με φόρα δίπλα της.
-Τι έχεις; Τι θες; Πονάς γλυκιά μου; Εδώ είμαι εγώ… και έσιαξε μηχανικά το μαξιλάρι της.
Η Λενιώ αυθόρμητα της άνοιξε την αγκαλιά της , ήθελε να δώσει και να πάρει από αυτήν , έτσι, χωρίς λόγια απλά με τη πίεση και τη θέρμη των χεριών της φίλης της. Λένε ότι οι φιλίες δοκιμάζονται στα δύσκολα και σήμερα το καταλάβαινε αυτό. Η Μαίρη ήταν πάντα γι’ αυτήν μία απλή συνάδελφος, ποτέ δεν αντήλλαξαν μυστικά, ιδιαίτερες κουβεντούλες. Με ενοχή σκέφτηκε ότι η παρουσία του Νίκου στη ζωή της την απέσπασε από το να κάνει άλλους δεσμούς έστω και φιλικούς. Τώρα έβλεπε ότι η στάση της ήταν λιγάκι εγωιστική , ζούσε την ευτυχία της βάζοντας την μαζί με τη δουλειά της σε πρώτη θέση χωρίς να κοιτάζει γύρω της. Η τόση ανάγκη της να αγαπηθεί και να νοιώσει ότι ανήκει κάπου την έδεσε με το Νίκο σχεδόν ολοκληρωτικά.
Έτσι εκεί σε αυτή την αγκαλιά άφησε τον εαυτό της ελεύθερο και την ανάγκη να κλάψει για όσα έμαθε και όσα έπρεπε να παλέψει. Αδιόρατα μέσα της φώλιασε η σκοτεινή προσμονή μιας απειλής, αυτό το συναίσθημα που μας κυριεύει όταν η διαίσθηση μας προειδοποιεί και μας ετοιμάζει για τυφώνες και ανεμοστρόβιλους. Μετά έκανε την ερώτηση που της έκαιγε τα σωθικά.
-Ο Νίκος το έμαθε; Του τηλεφώνησες είπες….
Η Μαίρη ανασηκώθηκε και της έσιαξε τα ιδρωμένα τσουλούφια των μαλλιών της. Ένοιωθε τρυφερότητα ανεξήγητη για τη Λενιώ , κάτι σαν να της ωθούσε  να την προφυλάξει , να την προστατέψει όπως αν είχε μία μικρή αδελφή. Δεν είχαν  κάτι ιδιαίτερο όμως ίσως η Λενιώ δεν καταλάβαινε ότι το γλυκό υποτακτικό χαμόγελο της ήταν εκείνο που την έκανε τόσο αγαπητή σε όλους εκεί μέσα. Σήμερα όλος ο όροφος μιλούσε για τη Λενιώ , ακόμη και οι ασθενείς της ζητούσαν νέα της υγείας της. Ο Νίκος είχε έρθει λίγη ώρα μετά από το τηλεφώνημα της  , περίμενε στην εγχείρηση έξω από το χειρουργείο, άκουσε το κατσάδιασμα του γιατρού και το μάθημα περί..πρόληψης εγκυμοσύνης. Μετά τον είδε να σωριάζεται στη καρέκλα όταν ο Αποστολάκος του είπε για το πρόβλημα που προέκυψε. Δεν άκουγε τι έλεγαν η Μαίρη μα παρακολουθούσε πλάγια όσο μπορούσε πιο διακριτικά τα πρόσωπα τους. Ο Νίκος φαινόταν συγκλονισμένος και όταν ο γιατρός τον χαιρέτησε και έφυγε έβαλε το κεφάλι μέσα στις παλάμες του και έμεινε έτσι μέχρι που είδε το φορείο με τη Λενιώ να βγαίνει στο διάδρομο. Τον είδε να της κρατάει το χέρι για λίγο, της φίλησε το μέτωπο και… έφυγε σαν κυνηγημένος από το διάδρομο . Η Μαίρη αυθόρμητα έτρεξε ξοπίσω του και του φώναξε στις σκάλες δυνατά:
-Νίκο..Νίκο..
Γύρισε και την κοίταξε, θολωμένη ματιά, με αφηρημένη περιέργεια έψαχνε ίσως μέσα του να ταυτοποιήσει το πρόσωπο της με κάποιο όνομα ή ανάμνηση. Τον πρόλαβε και πήγε δίπλα του.
-Είμαι η Μαίρη..φίλη και συνάδελφος της. Γιατί φεύγεις; Περίμενε να ξυπνήσει..θα σε χρειαστεί το ξέρεις.
-Πρέπει να γυρίσω πίσω όταν θα διώξω από μέσα μου τις ενοχές και το πόνο που νοιώθω, πως θα την αντικρίσω;
- Τι είναι αυτά που λες; Αυτά είναι απρόοπτα της ζωής, γίνονται, γιατρός θα γίνεις, τα ξέρεις.. Εγώ το μόνο που ξέρω είναι ότι θα σε χρειαστεί τώρα περισσότερο από ποτέ, της το οφείλεις πάνω από όλα.
Τον είδε να βουρκώνει, τον αισθάνθηκε τρομοκρατημένο και ..παγιδευμένο θα έλεγε με συναισθήματα και συλλογισμούς.
-Το ξέρω και θα γυρίσω, απλά θέλω κι εγώ λίγο χρόνο..θέλω να μείνω με το εαυτό μου να συνειδητοποιήσω τα γεγονότα, τι να κάνω, τι να της πω, τι να πω σε όλους;
-Ποιους όλους; Δεν καταλαβαίνω; Αυτό αφοράει εσένα και αυτήν και την..αγάπη σας..Την αγαπάς έτσι δεν είναι;
Της γύρισε τη πλάτη αργά και συνέχισε να κατεβαίνει τη σκάλα, λίγο πριν το τελευταίο σκαλί γύρισε και της φώναξε:
-Την αγαπώ..την αγαπώ..πρέπει να σκεφτώ..έχω πολλά να σκεφτώ πες της όμως ότι τη αγαπώ..
Η Μαίρη χαμογέλασε στη Λενιώ.
-Ο Νίκος ήταν εδώ, δίπλα σου, έξω από το χειρουργείο. Πλάι  σου όταν βγήκες, σου κρατούσε το χέρι, σου μιλούσε και σου χάιδευε τα μαλλιά… Μετά τον..κατσάδιασε ο γιατρός που..έκλαιγε και τον έδιωξε στη δουλειά του λέγοντας του ότι δεν θα σου το πει και ότι θα είμαι εγώ δίπλα σου γιατί  θα αργούσες να ξυπνήσεις..
Είδε την ανακούφιση στο πρόσωπο της Λενιώς και έδωσε άφεση αμαρτιών στον εαυτό της για τις… γαρνιτούρες που έβαλε στο σκηνικό με ήρωα το Νίκο. Αύριο ίσως όλα γινόντουσαν καλύτερα και ευκολότερα, τώρα έπρεπε η νύχτα να την βρει ήσυχη και ήρεμη. Κάθισε κοντά της στο κρεβάτι και άρχισε να φλυαρεί και να χαριτολογεί για το τι χαμός έγινε με το πέσιμο της και το καροτσάκι με τα εργαλεία που γέμισαν με παταγώδη θόρυβο την ήσυχη πτέρυγα του. Κατάφερε να την κάνει όχι απλά να χαμογελάσει μα και να ακουστεί στο δωμάτιο ένα ασυναίσθητα νευρικό γέλιο και των δύο.
Ο Νίκος ήρθε σχεδόν με το χάραμα της μέρας, τα μάτια του έδειχναν ότι ξενύχτησε και τα χείλη του επάνω στα δικά της υγρά από τη πίκρα που ένοιωθε. Οι νοσοκόμες τους άφησαν διακριτικά να μείνουν μόνοι και η σιωπή τους « φλύαρη» τα είπε όλα σαν κλείστηκε μέσα στην αγκαλιά του. Στην αρχή μίλησαν απλά για ότι..έχασαν, ένα μωρό, μετά αφαίρεσαν από τις λέξεις κάθε τι που είχε θέση στο θέμα μιας εγκυμοσύνης στο μέλλον. Λες και το πρόβλημα δεν υπήρχε, λες και έμεινε θαμμένο στις δηλώσεις του γιατρού, λες και όλα ήταν και θα ήταν όπως πριν… πριν από τι;..την αλήθεια; Την αποδοχή της; Όμως μέσα τους το πρόβλημα είχε θέση πια και έτσι ξαφνικά ο Νίκος  το ..έβγαλε από μέσα του.
-Δεν θέλω να σκέπτεσαι οτιδήποτε δυσοίωνο , ο Αποστολάκος δεν είναι ο ..μοναδικός, ο ένας και ο σπουδαιότερος. Θα το εξετάσουμε το θέμα, θα το ελέγξουμε, θα το πολεμήσουμε, θα βρούμε λύση..
Η Λενιώ χωρίς να απαντήσει τον διαβεβαίωσε με τα μάτια της ότι όλα θα πήγαινα καλά, ήξερε ότι έτσι καθησύχαζε τους δικούς του φόβους. Μέσα της κάτι είχε κι όλας κατασταλάξει σαν απόσταγμα όλων όσων γέμιζαν τις σκέψεις και τη ψυχή της. Ήταν η εσωτερική  αποδοχή της μοίρας της  να της φέρνει η ζωή μπροστά της πάντα κάτι να παλέψει, να την νικήσει, να το αντιπαρέλθει, να το διαγράψει και να προχωρήσει. Όταν τον αποχαιρέτησε με ένα φιλί είχε κι ήδη «ψυχανεμιστεί» όπως έλεγε ο παπά Μανώλης ότι τα δύσκολα τώρα μόλις άρχιζαν.
Έμεινε στη κλινική όλο το 10ήμερο που χρειάστηκε για να συνέλθει κατόπιν εντολής και επιθυμίας όλων των γιατρών της που ήξεραν ότι δεν είχε κανέναν στο σπίτι να την βοηθήσει. Η ευγνωμοσύνη που ένοιωθε για όλους ήταν απέραντη, αν δεν ήταν αυτό οικογένεια τι άλλο θα ήταν άραγε;
Βιάστηκε να σηκωθεί, να δηλώσει σε όλους έτοιμη και να τους πιέσει να την αφήσουν να δουλέψει έστω και με λιγότερη εργασία προσωρινά. Η δουλειά της ήταν ένα φάρμακο μοναδικό πάντα, η παρουσία του Νίκου στη ζωή της έγινε διαφορετική από εκείνη τη μέρα. Βέβαια πάντα τρυφερός και καλός μαζί της μα ..κάτι..κάτι είχε αλλάξει. Κάτι που απέφευγαν να δουν, να το συζητήσουν , να το αντιμετωπίσουν πριν ανδρωθεί και τους κυριαρχήσει. Η Λενιώ δεν είπε κάτι ούτε στους κηδεμόνες της για το συμβάν, ντρεπόταν, φοβόταν..απέφευγε να τους αναγγείλει το πότε θα τους γνώριζε το Νίκο με δικαιολογία την εξάσκηση του και τη δική της δουλειά.
Ο παπά Μανώλης δεν ήταν χαζός, ένοιωθε ότι κάτι είχε συμβεί μα πάντα διακριτικός της έδινε χρόνο να του μιλήσει εκείνη για ότι την προβλημάτιζε. Μόνο κάποια μέρα είπε στην Ιουλία τις σκέψεις του καθώς πίνανε το μυρωδάτο φασκόμηλο δίπλα στο αναμμένο τζάκι τους.
-Κάτι έχει το κορίτσι κυρά μου, κάτι έχει, το κατέχω εγώ..κάτι της τρώει τη ψυχή και δεν το μολογάει. Σκέπτομαι..λέγω εγώ τώρα..ε! καιρό έχουμε να πάμε στην πόλη μια βόλτα. Δεν θα της πούμε πράμα..ξαφνικά , να την δούμε από κοντά ως έχει, να προσκυνήσουμε και τον Άγιο Διονύση μεγάλη η χάρη Του..τι λες εσύ κυρά;
Τον κοίταξε η Ιουλία και κατάλαβε ότι για να πει , να σκεφτεί κάτι τέτοιο ο παππάς της το είχε μελετήσει καλά, τον έτρωγε σαράκι. Αγαπούσε αυτό το κορίτσι σαν το παιδί που έχασαν και δεν χάρηκαν. Τον θυμάται τότε ιερέα στο χωριό της να της μιλάει για το κοριτσάκι που είχε ανακαλύψει μέσα στη..λάσπη μιας οικογένειας όπως έλεγε με θυμό.
-Ότι πεις παππά μου , δίκιο έχεις καιρό κλειστήκαμε  μα θα μπορέσουμε να πάμε; Μη κουραστείς;
-Ιντα λες κυρά μου; Εγώ να κουραστώ; Θα πάμε με το αμάξι στα Χανιά και έπειτα θα πάρουμε το πλοίο για το Πειραιά. Αυτές τις μέρες κιόλας θα το δω , θα πάρω τον Παύλο το γειτονόπουλο που είναι αστυνόμος  πια εκεί να μου κλείσει θέσεις στο πλοίο. Βράδυ θα φύγουμε πρωί πρώτα ο Θεός θα ήμαστε στης κόρης τη δουλειά απέξω! Χαρά που θα κάνει το κορίτσι, χαρά που θα κάνουμε όλοι μας, θα σε πάω και βόλτα στη πόλη κυρά μου .
Την αγκάλιασε από τους ώμους, χρόνια πολλά μαζί, ήπιανε αμέτρητα  ποτήρια χαράς και λύπης, σύντροφοι στο ίδιο δρόμο που χάραξαν από  τη μέρα που την πήρε νύφη στην αγκαλιά του λίγο πριν πάρει το χρίσμα της ιεροσύνης.
Δυο μέρες μετά απόγευμα αργά ξεκίνησαν για τη πόλη των Χανίων, ο καιρός μουντός, η βροχή σιγανή εδώ και μέρες έτρωγε τα σωθικά των χωματόδρομων. Το παλιό αγροτικό σκαμπανεβάζοντας στις λακκούβες, έβαλε μηχανικά μία κασέτα με τη δοξολογία της Παναγιάς… την συνόδεψε με τη βραχνή πια φωνή του από συνήθεια. Κοίταξε τη κυρά του την Ιουλία..κοίταξε τον ουρανό ..έφερε στο μυαλό του την εικόνα της Λενιώς.. Δεν κοίταξε το δρόμο που χάθηκε απότομα στο διάβα του κάτω από τις φθαρμένες πια ρόδες του, το αμάξι κύλησε στο γκρεμό και το μόνο που πρόλαβε να πει ήταν: - Κύριε  ελέησον μας..γενηθήτω το θέλημα Σου!
Η Λενιώ κρατούσε το ακουστικό στο χέρι στο γραφείο της προϊσταμένης παγωμένη, αμίλητη, χαμένη. Κάποιος της έκανε φάρσα μάλλον..τι κι αν της δήλωνε γνωστός και αστυνόμος, φάρσα κακόγουστη θα ήταν ..Της έλεγε πως  ότι αγαπούσε, ότι την στήριξε και την έκανε ότι ήταν ..απλά… χάθηκε..εξαφανίστηκε. Αν ήταν κάτι αληθινό θα το..ένοιωθε..θα το καταλάβαινε..
Η Μαίρη της πήρε το ακουστικό από το χέρι, μίλησε με το άτομο στην άλλη άκρη της γραμμής, σημείωσε πρόχειρα ότι της είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.
-Λενιώ..Λενιώ μου ήταν συγγενείς σου; Ήταν κάποιοι αγαπημένοι για σένα; Μίλα μου γλυκιά μου.
Η Λενιώ την κοίταξε μέσα από τα δάκρυα που κυλούσαν χωρίς έλεγχο πια. Σκέφτηκε ασυναίσθητα ότι αν αυτός  δεν ήταν ο πόνος του χαμού ποιος άλλος μπορεί να ήταν αλήθεια.
-Ήταν οι..γονείς μου Μαίρη μου..οι γονείς μου… τώρα ναι..τώρα μπορώ να πω ότι ήταν οι μόνοι γονείς που είχα ποτέ.
Για πρώτη φορά ένοιωσε οργή με τη μοίρα της, ένοιωσε παρασυρμένη από ένα κυνηγητό που της έκαμνε η ζωή ηθελημένα. Γιατί ..γιατί σ’ εκείνη πια όλα, γιατί της έπαιρνε ότι αποκτούσε με τόσο κόπο ; Γιατί Θεέ μου σ’ εμένα..
Η Μαίρη της κράτησε το χέρι και της το έσφιξε δυνατά. Μέσα στη θολούρα του πόνου της το παρομοίαζε με το χέρι που της είχε απλώσει κάποτε ο παππά Μανώλης εκεί… στο σχολείο όταν την είδε να κλαίει που κάποιο παιδάκι την απεκάλεσε..μπάσταρδο. Τότε του άπλωσε δειλά το δικό της και είχε χωθεί στην μαυροφορεμένη αγκαλιά του.
 Η οργή έφυγε ξαφνικά και την αντικατέστησε η ντροπή για το ξέσπασμα της το ανθρώπινο. Ο πόνος έμεινε και ότι της δίδαξε αυτός ο υπέροχος άνθρωπος τον κάλυψε και τον έκανε ακόμη πιο δυνατό για το χαμό του.
Ναι..σήμερα έχασε πραγματικά τους γονείς της, του γονείς που της έστειλε ο Θεός για να γίνει αυτό που είναι . Όφειλε να τους τιμήσει με τον τρόπο που τους άρμοζε, με το έργο της , με τη δουλειά και το κουράγιο της. Ναι..σήμερα έμεινε πια μόνη.



Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

27η συνέχεια


Γυρίζοντας στην βάση της και στη ζωή της η Λενιώ όλα βρήκαν το δρόμο τους και η καθημερινότητα με τις ανάγκες της τη ρούφηξαν στη κυριολεξία.
 Ο Νίκος πεσμένος στις σπουδές και την εξάσκηση, εκείνη στη νέα της εργασία στο νοσοκομείο ,μαθητευόμενη σε χειρουργεία σε γέννες και γυναικολογικές περιπτώσεις ρουφούσε γνώσεις σαν σφουγγάρι. Μερικές φορές βοηθούσε τις γυναίκες και με τα δικά της γιατροσόφια  όλα  παρμένα από το βιβλίο της κυρίας Ιουλίας που τα βράδια είχε γίνει σύντροφος της. Όταν στο τέλος του ωραρίου της έβγαζε τη ποδιά της κουρασμένη  και ετοιμαζόταν για να φύγει κοίταζε το πρόσωπο της στο μικρό καθρέπτη του δωματίου και ένοιωθε μία ικανοποίηση για το επάγγελμα που έκανε. Ναι..το αγαπούσε..της γέμιζε τη ψυχή να φροντίζει όσους είχαν την ανάγκη της περισσότερο από κάθε άλλη ασχολία.
Ακούραστη, ευγενική και πάντα πρόθυμη έγινε σύντομα το απαραίτητο βοηθητικό  χέρι σε κάθε γιατρό που την ζητούσε επίμονα δίπλα του. Δεν κοιτούσε ποτέ ωράριο η Λενιώ, «θύμα» της έλεγαν κοροϊδευτικά οι συναδέλφισες της όμως σε αυτήν έτρεχαν όταν  ζητούσαν διευκόλυνση. Δεχόταν καλοπροαίρετα τα πειράγματα τους ,τις κοιτούσε με χαμόγελο και έπαιρνε τη θέση τους όπου την ήθελαν. Όλες την αγαπούσαν και την εκτιμούσαν ,τελικά είχε πάρει από ξένους τόση αγάπη που δεν της χάρισαν αυτοί που έπρεπε να της την δώσουν.
Με το Νίκο βλεπόντουσαν σχεδόν μόνο τα βράδια και ήταν τόσο κουρασμένοι και οι δυο τους που δεν προλάβαιναν ούτε καν να συζητήσουν τα καθημερινά τους. Έμενε τις περισσότερες φορές μαζί του, τον φρόντιζε και κάλυπτε όλες τις ανάγκες του στο σπίτι ώστε όταν γύριζε κουρασμένος και ήθελε να διαβάσει να έβρισκε τα πάντα έτοιμα γύρω του. Δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτήν , πάντα..από μικρή για κάποιον φρόντιζε , πάντα ήταν η..μαμά! Της ήταν αρκετό και μόνο το γλυκό χαμόγελο του και η ανακούφιση που έβλεπε στα μάτια του όταν όλα γύρω του δούλευαν σαν ρολόι. Τα βράδια πολλές φορές τον χάιδευε με τη ματιά της και κρυφά αφουγκραζόταν την ανάσα του δίπλα της παίρνοντας από αυτή την εικόνα ανάσα ζωής η ίδια. Απολάμβανε τη συντροφιά του όταν  επιτέλους συνέπιπταν τα ρεπό τους . Τότε προτιμούσαν μία ήσυχη ημέρα συνήθως στην εξοχή και ατελείωτες κουβέντες σε όνειρα και σχέδια στο μέλλον.
Της μιλούσε για το πιο σημαντικό όνειρο της ζωής του. Η επιστροφή στο χωριό του, ένα ιατρείο κοντά στους συντοπίτες του ,αναγνώριση, οικογένεια μαζί της και.. ένα .. δύο.. τρία  παιδιά να γεμίζουν τις αγκαλιές των γονιών του ! Λάτρευε τελικά την οικογένεια του και το έβρισκε η Λενιώ φυσικό, όλοι είχαν εναποθέσει επάνω του τα δικά τους όνειρα κι εκείνος έκανε πλάνο ζωής  δικό του την πραγματοποίηση τους. Όταν λοιπόν περπατούσαν συνήθως σε κάποιο εξοχικό μέρος  και μιλούσαν για τα πάντα ακουγόταν μόνον η δική του φωνή, τα δικά του σχέδια γιατί τα δικά της ήταν στηριγμένα πλέον σε αυτά. Στο μέλλον κατάλαβε με πόνο ότι αυτό ήταν λάθος, ότι και πάλι έβαλε τον εαυτό της σε δεύτερη θέση, λες και έπαιρνε από τη ζωή ότι περίσσευε από τη ζωή των άλλων.
Τον άκουγε ακουμπισμένη επάνω στα γόνατα του κάπου σε ένα δένδρο μισοξαπλωμένοι κι οι δυο τους στο χορτάρι..τα μάτια κλειστά και οι εικόνες να τρέχουν μπροστά της σαν ταινία του σινεμά. Εκείνος μιλούσε και το χέρι του χάιδευε τα μαλλιά της κάνοντας σβούρες και μπούκλες τις άκρες τους. Η ανάσα του στο μέτωπο της η μυρωδιά του κορμιού του στη μύτη της ερεθιστικά λατρεμένη. Η Λενιώ σκέφτηκε ότι δίπλα του ζούσε όσα ονειρευόταν κοιτάζοντας από το μικρό παράθυρο της στο σπιτάκι του χωριού το άπειρο στο λόγγο καθώς στα αυτιά της ηχούσαν οι βρισιές της μάνας της με τον άνδρα που ζούσε κάθε φορά δίπλα της. Αναλογίστηκε πόσες φορές οι ήχοι αυτοί έσβηναν λες και δεν ηχούσαν στο χώρο γιατί εκείνη τους απέκλειε από τη ζωή και το μέλλον της. Τότε έπλαθε γύρω της ένα κόσμο ονειρικά πλασμένο, ήρεμο, αγαπημένο σαν εικόνα οικογένειας από το πρώτο αλφαβητάρι της . Τώρα στην αγκαλιά του τον  άφηνε να μιλάει, και η φωνή του βάλσαμο σε κάθε πληγή μέσα της την θωράκιζε για ότι δύσκολο τυχών θα συναντούσε.  Έτσι είναι η ζωή της ..άσπρο..μαύρο …μα δεν ήξερε τότε ότι υπήρχαν και γκρίζες στιγμές σε κάθε σχέση από εκείνες που δεν περιμένεις.
Περίεργο πράγμα η ζωή των ανθρώπων, μερικούς τους «σφραγίζει» θαρρείς με χρυσόσκονη και νεραϊδίσιες ευχές και άλλους τους βάζει από την ώρα που έρχονται στο κόσμο εμπόδια να περάσουν βουνά να δρασκελίσουν και κατηφόρες να κυλήσουν παλεύοντας με ότι βγει μπροστά τους. Μία από αυτούς ήταν και η Λενιώ φαίνεται..σημαδεμένο παιδί, με σκοπό της ύπαρξης της να ..παλεύει για να σταθεί όρθια μιας και τα κύματα μπροστά της δεν θα είχαν τελειωμό. Ενάμιση  χρόνος ευτυχίας ήταν το μόνο που της έδωσε για δώρο η μοίρα της εκείνο τον καιρό και μετά…
 Τα κύματα ήρθαν απανωτά τόσο που δεν πρόλαβε ούτε καν να προσέξει και να προφυλαχτεί. Ήταν ένα πρωινό από εκείνα που τίποτα δεν σου λέει ότι θα γίνουν σταθμός της ζωής σου. Η μέρα ξεκίνησε με έναν ήλιο δυνατό, ένα κελάιδισμα πουλιών έξω από το παράθυρο της, ένα βιαστικό φιλί έξω από τη στάση του λεωφορείου από το Νίκο . Έπειτα πολλές καλημέρες από του φίλους της γειτονιάς που την καλημέριζαν πάντα στη βιασύνη της, το στρίμωγμα στο λεωφορείο της γραμμής.  Στη θέση δίπλα της μία κυρία με μπόλικες..καμπύλες την πέταξε σχεδόν από το κάθισμα. Κατεβαίνοντας ένα ευρώ που βρήκε στο δρόμο της το θεώρησε γούρι και το έβαλε στη τσέπη της. Λίγο μετά το άφησε να κυλήσει στο καπέλο ενός νεαρού που έπαιζε απαλά και βαριεστημένα λιγάκι ένα τραγούδι στη κιθάρα του ακουμπισμένος στο τοίχο της κλινικής που δούλευε. Τον έβλεπε σχεδόν κάθε μέρα εκεί, φαινόταν ότι ζούσε σε άλλο κόσμο μα επέμενε να παίζει τη κιθάρα του πάντα έτσι..μελαγχολικά ..σαν το μόνο σημάδι υπερηφάνειας που τον διαφοροποιούσε από τον όρο «ζητιανιά» .
Μπήκε στο κτίριο χαμογελαστή όπως πάντα, χτύπησε τη κάρτα εργασίας και αφού χαιρέτησε ανάμεσα σε πειράγματα τις νυσταγμένες συναδέλφους της φόρεσε τη λευκή ποδιά και μπήκε με φούρια στη καθημερινότητα της δουλειάς της. Ήταν σχεδόν μεσημέρι όταν ένοιωσε πάλι αυτό το πόνο που τώρα τελευταία της παρουσιάστηκε στο κάτω μέρος της κοιλιάς της και δεν του είχε δώσει σημασία.. Θυμήθηκε τη κυρία Ιουλία που της έλεγε τη φράση : « η μοδίστρα άραφτη και η κομμώτρια αχτένιστη παιδί μου..» όταν της ανέβαινε η πίεση και ξεχνούσε το τσάι με τα βότανα που έπινε γι’ αυτήν.
Με τη τόση δουλειά που είχε κάθε μέρα δεν προλάβαινε να ασχοληθεί με τον εαυτό της, αμέλησε τις μικρές αιμορραγίες που είχε κατά διαστήματα στη περίοδο της και η «ακαταστασία» της αυτή ξεχνιόταν μόλις περνούσε με ένα φάρμακο. Προσπάθησε να το προσπεράσει, είχε τόσες δουλειές να κάνει στο πρόγραμμα της που ο πόνος της έγινε μικρός .Βοηθούσε ένα γιατρό σε αλλαγή ραμμάτων όταν μία σουβλιά την έκανε να αναπηδήσει και να βγάλει μια μικρή κραυγή.
-Λενιώ είσαι εντάξει ; τη ρώτησε ο γιατρός Αποστολάκος  κοιτάζοντας την στη αρχή ξαφνιασμένος μα μετά το βλέμμα το στυλώθηκε στο πρόσωπο της επίμονα. Δεν σε βλέπω πολύ καλά, είσαι ιδρωμένη και χλωμή.. Ας τελειώσουμε από εδώ Και πάμε να σε φροντίσουμε.
- Δεν είναι τίποτε γιατρέ μου, σας ζητώ συγνώμη, κάτι περαστικό μάλλον κάτι με πείραξε στο φαγητό μου αυτές τις μέρες.
Δάγκωνε τα δόντια της και προσπάθησε να τελειώσει με ψυχραιμία και ηρεμία τη δουλειά της. Όταν όλα τελείωσαν, έδωσε τις τελευταίες φροντίδες στην ασθενή  και μάζεψε κάθε εργαλείο . Χαιρέτησε με τον απαιτούμενο σεβασμό τον γιατρό  και έφυγε παίρνοντας μαζί της το τροχήλατο τραπεζάκι με τα εργαλεία. Έφθασε μέχρι τη γωνία όταν ο δυνατός πόνος την ξέσκισε σαν μαχαίρι τα σωθικά της. Θεέ μου σκέφτηκε, πεθαίνω, τόσο δυνατός ήταν ο πόνος !  Έχασε την ισορροπία της , έπεσε επάνω στο καρότσι  και κυλίστηκαν και οι δύο με ένα φοβερό θόρυβο στον ήσυχο διάδρομο της κλινικής.
Από εκείνη τη στιγμή όλα θόλωσαν όλα έγιναν σαν ένα ανάκατο μπερδεμένο κουβάρι στο μυαλό της. Οι φωνές των άλλων κοριτσιών , ο γιατρός που της μιλούσε μα σχεδόν δεν καταλάβαινε τι της έλεγε. Οι πόνοι φοβεροί, έπιανε τον εαυτό της να μη μπορεί καν να σκεφτεί. Ένοιωσε να την σηκώνει στην αγκαλιά του  ο τραυματιοφορέας του ορόφου, μετά έβλεπε την οροφή να περνάει σαν αστραπή μπροστά από τα μάτια της. Ο γιατρός Αποστολάκος άρχισε να την πιέζει σε κάθε μεριά και μετά ..τον άκουσε να φωνάζει σε μία συνάδελφο της.
-Μαίρη  γρήγορα φώναξε τον αναισθησιολόγο μου πάμε χειρουργείο, αμέσως τώρα, τώρα σου λέω, είναι μάλλον κάτι σοβαρό..
Μετά τη χάιδεψε στα ιδρωμένα της μαλλιά και της είπε καθησυχαστικά όπως σπάνια μιλούσε σε προσωπικό:
-Μη φοβάσαι μικρή μου..  όλα θα πάνε καλά!
Σκέφτηκε η Λενιώ εκείνη τη στιγμή μέσα στη ζάλη που της προκάλεσε η ένεση που της έβαλαν ότι το ίδιο διάβασε σε ένα κεντημένο πίνακα..κάπου… δεν μπορούσε να θυμηθεί που..κάπου. Μετά χάθηκε σε κενό, σε κόσμους χωρίς καν όνειρα.
Ξύπνησε σε ένα από τα δωμάτια της κλινικής, πόσες φορές είχε μπει σε ένα τέτοιο δωμάτιο όταν ξυπνούσε κάποια από αναισθησία. Πάγωνε, έτρεμε θαρρείς, βόγκηξε μα λες και δεν ακούστηκε στο χώρο. Το χέρι της Μαίρης δίπλα της κράτησε ακίνητο το δικό της με τον ορό και τη βελόνα στο δέρμα της. Ένοιωσε ένα φιλί στο μάγουλο της, τρυφερό ,υγρό από δάκρυα. Πάντα πίστευα ότι η Μαίρη με αγαπάει σκέφτηκε και προσπάθησε να χαμογελάσει.
-Μας τρόμαξες αταχτούλα, μας πέθανες θα έπρεπε να πω..Κάτσε ήσυχη, μη μιλάς, ήμαστε όλοι κοντά σου, θέλω να το ξέρεις. Γέλασε βεβιασμένα και συμπλήρωσε με χιούμορ:
-Να ζηλέψω που ο νεαρός αναισθησιολόγος σχεδόν πέθανε μαζί σου από ενδιαφέρον; Αν δεν ήξερα ότι τα έχεις με το Νίκο θα ..ζήλευα! Πήρα το θάρρος και έψαξα τα πράγματα σου, τηλεφώνησα στο Νίκο και μη μου φέρνεις αντίρρηση, έπρεπε.. Αν είχες κάποιον συγγενή εδώ ίσως έπαιρνα εκεί μα ξέρω ότι είσαι μόνη.
Ήταν ζαλισμένη η Λενιώ  , σχεδόν απλά αντιλαμβανόταν τα πάντα λες και ζούσε μέσα σε ένα όνειρο. Τι έγινε; Τι της έκαναν; Τι θα έλεγε ο Νίκος; Αχ! Δεν έπρεπε να τον ανησυχήσουν. Τι έπαθε;
Η Μαίρη σηκώθηκε όταν μπήκε στο δωμάτιο ο γιατρός, αντάλλαξαν μία ματιά με νόημα και σφίγγοντας της το χέρι βγήκε διακριτικά από το δωμάτιο. Η Λενιώ προσπάθησε να ανασηκωθεί μα στάθηκε αδύνατο. Ο γιατρός την σταμάτησε με ένα απλό νεύμα και το ύφος του τώρα που το πρόσεχε ήταν περισσότερο σοβαρό από ότι το συνήθιζε.
Ο γιατρός Αποστολάκος ήταν ένας πολύ δύσκολος άνθρωπος όπως έλεγαν όλες οι νοσοκόμες. Είχε αρκετά χρόνια σε αυτή τη κλινική και στα 64 του χρόνια αντιμετώπιζε τους πάντες με την υπεροχή της πείρας του . Απαιτητικός και νευρικός πολλές φορές μα η φήμη και τα αποτελέσματα της δουλειάς του ήταν τέτοια που δεν μπορούσες να μη καταλάβεις και να αποδεχθείς τις μικρές του ιδιοτροπίες.
Με τη Λενιώ είχε βρει την ιδανική βοηθό του όπως έλεγαν όλοι γιατί ήταν η μόνη που καταλάβαινε τα ξεσπάσματα του, τις σιωπηλές σχεδόν με ένα νεύμα απαιτήσεις του την ώρα της δουλειάς και αμίλητη πάντα τις εκτελούσε. Μία φορά μάλιστα που έβαλε τις φωνές στο χειρουργείο και κατσάδιαζε τους πάντες εκείνη αντιμετώπισε με ψυχραιμία το ξέσπασμα του και παρέμεινε δίπλα του στη θέση της χωρίς να τον φοβηθεί . Όταν όλα τελείωσαν και βγήκαν από μέσα τον θυμάται ακόμη να κατεβάζει τη μάσκα του να της χαμογελάει και να της κάνει με το χέρι του ένα χαιρετισμό …στρατιωτικό .
-Είσαι κατάλληλη για ένα νευρικό και δύστροπο γιατρό σαν κι εμένα μικρή, της πέταξε πίσω από τη πλάτη του φεύγοντας..
Από τότε την ζητούσε συστηματικά σε κάθε του επέμβαση και όταν είχε να κάνει κάποια προσεκτική μικροεπέμβαση σε δύσκολη περίπτωση. Κάθε δε φορά της εξηγούσε τι έκανε και γιατί το έκανε λες και είχε δίπλα του ένα μαθητή του .Τον ικανοποιούσε η προσοχή της σε όσα έλεγε, η ικανότητα της να ξεχωρίζει τις καταστάσεις σε βαθμούς κινδύνου και η ταχύτητα της στις κινήσεις της .Κρίμα που δεν πήγε στην Ιατρική αυτό το κορίτσι σκεπτόταν πολλές φορές, θα γινόταν μία ξεχωριστή επιστήμων. Ίσως αν ήξερε τη ζωή της θα καταλάβαινε και θα εκτιμούσε ακόμα περισσότερο αυτά που με τόσο κόπο κατάφερε.
Τώρα λοιπόν την κοίταζε με πόνο σχεδόν και προσπαθούσε να βγάλει από μέσα του τον πεθαμένο συναισθηματισμό του , να πατήσει επάνω του για να την εξηγήσει..να της πει..γι’ αυτό που έκανε..γι’ αυτό που έπρεπε να κάνει στο χειρουργείο με δική του ευθύνη.
Η Λενιώ ξαφνιάστηκε όταν τον είδε να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού της και να της πιάνει το χέρι τόσο φιλικά. Τότε κατάλαβε ξαφνικά ότι έπρεπε να γίνει δυνατή για να ακούσει, να καταλάβει…
-Γιατρέ μου δεν το συνηθίζετε να είστε έτσι ,του είπε με αδύναμη φωνή, είμαι έτοιμη να ακούσω, καταλαβαίνω ότι κάτι είχα...
-Λενιώ μου είμαι σε δύσκολη θέση μα θα γίνω πάλι αυτό που είμαι όταν μιλώ σε ασθενείς μου και τους λέω την αλήθεια, καταπρόσωπο και χωρίς περιστροφές και μισόλογα. Ελπίζω , πιστεύω ότι θα με ακούσεις και θα αντιμετωπίσεις ότι σου πω με τη δύναμη και τη ψυχραιμία που σε διακρίνει. Έχεις ένα δεσμό έμαθα, με νέο συνάδελφο, έτσι δεν είναι; Λοιπόν ..λοιπόν είχες εγκυμοσύνη..τριών μηνών και μένω κατάπληκτος που δεν το κατάλαβες.
Η Λενιώ ζαλίστηκε από αυτό που άκουσε..έγκυος..ήταν έγκυος..άραγε το έμαθε και ο Νίκος; Πάντα έπαιρναν προφυλάξεις, πάντα πρόσεχαν , δεν ήταν έτοιμοι ακόμα για δεσμεύσεις και υποχρεώσεις. Ξεροκατάπιε το δάκρυ που κύλησε και μπήκε στην άκρη του στόματος της, ένοιωσε ντροπή και κατέβασε τη ματιά της από το γιατρό. Τι θα σκέπτεται σκέφτηκε γι’ αυτήν.
-Κορίτσι μου δεν σε κρίνω για την εγκυμοσύνη, νέα γυναίκα είσαι ερωτευμένη, συμβαίνουν αυτά αν και..δεν σου συγχωρώ ότι με τα σημερινά μέσα δεν πρόσεξες όσο έπρεπε.
Πήρε μία βαθιά ανάσα και ξανάγινε αυτό που πάντα ήταν, που έπρεπε να είναι αυτή τη στιγμή ο γιατρός Αποστολάκος. Ευθύς, λιγάκι ψυχρός και ρεαλιστικά απότομος.
-Η εγκυμοσύνη σου ήταν προβληματική δυστυχώς, είχαμε εξωμήτριο σύλληψη Λενιώ με ρήξη της αριστερής σάλπιγγας. Όπως καταλαβαίνεις αφαίρεσα τη σάλπιγγα , δεν είχα άλλη λύση.
Η Λενιώ τον άκουσε και αισθάνθηκε λες και μιλούσαν για κάποια ασθενή άλλη, έτσι δεν αντέδρασε όπως περίμενε ο Γιατρός. Μέσα της σκέφτηκε ότι μπορούσε να κάνει παιδί στο μέλλον και με μία σάλπιγγα, το είχε δει σε ασθενή. Ο Αποστολάκος λες και κατάλαβε τη σκέψη της, έβαλε το χέρι του στον ώμο της και της τον έσφιξε απότομα λες και ήθελε να μεταφέρει το πόνο που θα της προκαλούσε με τα επόμενα λόγια του σε άλλο μέρος.
-Λενιώ μου υπήρχε και κάτι άλλο που είδα κατά την εγχείρηση και πρέπει να σου το αποκαλύψω. Έχεις μία σπάνια δυσπλασία στη μήτρα, εκ γενετής, δεν θα μπορέσεις ποτέ να κάνεις φυσιολογική εγκυμοσύνη. Αυτός είναι και ο λόγος ίσως που έγινε η εγκυμοσύνη στη σάλπιγγα. Η μήτρα σου θα απορρίπτει κάθε εγκυμοσύνη, υπάρχει τέτοια στένωση που καμία κύηση δεν θα υπερβαίνει το 3ο μήνα . Λυπάμαι..λυπάμαι όμως μάνα γίνεσαι σε όποιο παιδί μεγαλώνεις μικρή μου .Εκεί έξω θα υπάρχουν πάντα παιδιά που ζητούν μία μητέρα και εσύ είσαι από αυτές που θα δώσεις αγάπη χωρίς να σταθμίσεις τους δεσμούς αίματος. Λυπάμαι. Σε αφήνω να αποδεχθείς μόνη σου όσα σου είπα, ξέρω ότι είσαι ένα ψύχραιμο κορίτσι, λογικό και με δύναμη.
Σηκώθηκε και για πρώτη φορά αισθάνθηκε τόσο αμήχανα αδύναμος να ελέγξει τον τρόπο να αντιμετωπίσει αυτό το πόνο που αντίκρισε  στα όμορφα μελιά της  μάτια. Έβηξε ελαφρά, έβαλε τα χέρια του στις τσέπες της ποδιάς για να κρύψει τις γροθιές του, χαιρέτησε αδέξια και έφυγε με γρήγορα βήματα λες και τον κυνηγούσε κάτι. Έξω από τη πόρτα η Μαίρη αντίκρισε το βλέμμα του , χαμήλωσαν και οι δύο τα μάτια και βουβά αντάλλαξαν τις σκέψεις τους.
-Άσε την μόνη, χρειάζεται χρόνο και ..τον κρυφό δυνατό εαυτό της.


Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

26η συνέχεια



Η Λενιώ γυρίζοντας από το χωριό του Νίκου έκοψε τα εισιτήρια για Κρήτη και δίνοντας στον αγαπημένο της μία ατελείωτη αγκαλιά τον αποχαιρέτησε από το πλοίο το επόμενο απόγευμα κουνώντας του το χέρι..σαν εικόνα από παλιά ελληνική ταινία. Μέσα της ένοιωθε κι όλας ότι της..έλειπε όμως η σκέψη της χαράς που θα έβλεπε στα μάτια της οικογένειας που την περίμενε την έκανα να αισθάνεται πόσο πολύ αγαπούσε αυτούς τους ανθρώπους.
Δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι στη κουκέτα της , έκαμνε σχέδια πως θα τους διηγηθεί τη σχέση της με το Νίκο, είχε και τους φόβους μήπως δεν συμφωνήσουν για κάτι. Το ξημέρωμα τη βρήκε στη Κρήτη και κατεβαίνοντας στο λιμάνι απόλαυσε τη πρωινή δροσιά σε ένα μαγευτικό μέρος που γνώριζε μόνο μέσα από τις νοσταλγικές κουβέντες του παπά Μανώλη. Αισθάνθηκε ότι αγάπησε αυτό το τόπο από το πρώτο της βήμα εδώ..λες και γύριζε στη πατρίδα..στο μέρος που γεννήθηκε..στο μέρος που θα ήθελε να γεννηθεί..στους «γονείς» που θα ήθελε να είχε.
Η δυνατή φωνή του Παπά Μανώλη ακούστηκε θαρρείς σε όλη τη προκυμαία και η αγκαλιά του δυνατή όσο και η αγάπη του της έδωσε όσα ήθελε να πάρει από τη πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της. Πόση ευγνωμοσύνη ένοιωθε πάντα όταν τον έβλεπε, πόση σιγουριά και ασφάλεια.
Η μάνα της..άραγε αυτή που βιολογικά είχε το δικαίωμα του τίτλου αυτού..η μάνα της..που ήταν άραγε..γιατί δεν την αγάπησε;  Δάγκωμα στη καρδιά της και βάλσαμο η ατελείωτη φλυαρία του καλού ιερέα στο αμάξι που την έβαλε για να τη πάει στο μικρό χωριό του , στο σπίτι, στη «παπαδιά» του όπως έλεγε γελώντας.
Ήταν ένα όμορφο μικρό χωριό σε ύψωμα που από εκεί αγνάντευες το γαλάζιο της θάλασσας. Πανέμορφο, απλό και με μικρά σπιτάκια, χωμάτινοι δρόμου και ένα εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία απόμακρο στη κορυφή του χωριού. Προσπέρασαν άλλες αυλές και δέχθηκαν το χαιρετισμό όλων των συγχωριανών που συνάντησαν.
-Καλώς τα δέχθηκες παπά Μανώλη, άρχισε να κερνάς τσικουδιές και σκαλτσούνια πες τη κυρά.
Η κυρία Ιουλία την περίμενε έξω από τη πόρτα, στη μικρή αυλή του σπιτιού που την γέμιζαν οι ατελείωτες γλάστρες με τους βασιλικούς και τα αγαπημένα της βότανα. Χώθηκε με λαχτάρα στην αγκαλιά της και βρήκε όσα ήθελε σε αυτήν , τη μάνα..ο Θεός όπως έλεγε συχνά ο γέροντας « παίρνει και..δίνει κόρη μου!»
Ένας ..σαματάς ακολούθησε από τους δυο τους, ο παπά Μανώλης και η γυναίκα του κινιόντουσαν ασταμάτητα στο μικρό σαλονάκι φέρνοντας κεράσματα και νερό, τσικουδιά για το καλό το χαμπέρι και έψαχναν να βρουν κάθε λογής πράμα να της προσφέρουν.
-Χλωμή σε βλέπω κόρη μου, ίντα έπαθες μαθές και έγινες σαν του κρινιού το χρώμα; Ιουλία φέρε φαί, φέρε γάλα και ξεροτήγανα , ψυχανεμίζομαι ότι δεν έχει βάλει στάλα φαί στο στόμα της μαθές. Βάλε και αμύγδαλα με καρύδια στο τάσι να τα μασουλίσει να της δώσουν δύναμη, ρίξε και μέλι με κανέλα..ακούς Ιουλία;
Τους άκουγε, τους έβλεπε και δεν τους χόρταινε η Λενιώ, ήταν η τύχη της ζωής της, οι άνθρωποι που της άλλαξαν τη τύχη και το πεπρωμένο της. Ήταν αυτοί που τους την όφειλε τα πάντα μαζί με όση αγάπη μπορούσε να κρύβει ένα παιδί παραπεταμένο σαν κι αυτήν. Μέσα στο μυαλό της σαν ταινία γύρισαν οι εικόνες της παιδικής ζωής της και για μία κόμη φορά το μόνο φως..είχε το όνομα τους.
Τα μάτια της έκλειναν από τη νύστα είναι αλήθεια όμως η χαρά τους δεν είχε αντίκρισμα και η ζεστασιά της αγάπης τους η καλύτερη ξεκούραση. Τους άφησε να την κανακέψουν , δοκίμασε όσο μπορούσε ότι της προσέφεραν και δέχτηκε τις ατελείωτες ερωτήσεις τους χωρίς να βρει..κενό να προλάβει να τους απαντήσει.
-Μανουλιό  μου κουζουλάθηκες ..άστη τη κοπελιά να πάει να στο κονάκι να ξεκουράσει το κορμάκι της. Σκέψου, ταξίδευε όλη τη νυχτιά.. Μανώλη ..όταν ξαποστάσει τα λέμε..να φτιάξω και τη πίτα με τα χόρτα που μάζωξες εψές..Άιντε κοπελιά μου να σου δείξω που θα κοιμηθείς.
-Σωστά τα λες κυρά μου ,κουζουλάθηκα από τη χαρά, περίμενα καιρό αυτή τη μέρα το ξες καλά..
Από τη κούραση η Λενιώ δεν έβγαλε λέξη να αντισταθεί από ευγένεια περισσότερο , πήρε τη μικρή τσάντα της με τα πράγματα της και με χαμόγελο ακολούθησε τη «μάνα» Ιουλία που την οδηγούσε μουρμουρίζοντας για τις κουζουλάδες όπως έλεγε του Μανουλιού της. Την οδήγησε σε μία μικρή κάμαρα , ένα λιτό δωμάτιο με το χτιστό κρεβάτι ντυμένο με πεντακάθαρα κεντητά σεντόνια. Ένα τραπέζι ξύλινο, μικρό με μία κανάτα νερό κι ένα ποτήρι σκεπασμένα και τα δυο με λευκά κεντημένα πετσετάκια όπως το σπίτι τους που θυμόταν η Λενιώ στο χωριό.
Στο τοίχο ένα χαλί υφαντό πλάι από το μικρό κρεβάτι με εικόνες από κυνήγι..σίγουρα δικό της έργο υφαντό στον αργαλειό που είδε αργότερα στο άλλο δώμα.. Πλάι ένας κεντημένος μικρός πίνακας με φθηνή απλή κορνίζα… «κι’ αυτό θα περάσει», ένα μικρό πουλάκι επάνω στο κεντημένο κλαδί με τα κατακόκκινα λουλούδια. Σοφίες της Κρήτης που της τις έλεγαν μικρή .Σπίτι..γύρισε σπίτι της..επιτέλους το σπίτι που πάντα ονειρευόταν. Άφησε τη τσάντα στη ξύλινη καρέκλα με το λεπτό  πλεχτό μαξιλαράκι επάνω της και τη άνοιξε. Έβγαλε τη θήκη που είχε τοποθετήσει για προφύλαξη το δίπλωμα της και της το έδωσε με συγκίνηση.
-Μάνα..πάρε το, δώσε το στο Πατέρα…. σας ανήκει..είναι δικό σας..
Η κυρία Ιουλία δάκρυσε, το ακούμπησε στο κόρφο της και μετά την έσφιξε στην αγκαλιά της.
-Παιδί μου ο Θεός σε έστειλε σε μας όταν κατάλαβε ότι έπρεπε να μας δώσει μία προσφορά  στη θέση του δικού μας παιδιού που το θέλημα Του ήταν να πάρει κοντά του. Είσαι το ιδανικό κοπέλι για μας..έγινες η ελπίδα και τα όνειρα μας, η προσευχή και ο σκοπός μας τώρα πια..
Η Λενιώ μέσα στα κρυφά δάκρυα της ψυχής της σκέφτηκε ότι δεν μπορούσε να υπήρχαν άλλοι άνθρωποι σ’ αυτό τον κόσμο σαν κι αυτούς τους δύο. Πολλές φορές στη ζωή αναρωτιόμαστε γιατί μας συμβαίνει κάτι, πικραινόμαστε, λέμε ίσως φωναχτά παραπονιάρικες σκέψεις και αμφιβολίες..Μετά..η ζωή σου φέρνει στο δρόμο της ένα ολάνθιστο μπουκέτο μπροστά σου κι εσύ το παίρνεις και το βάζεις δίπλα σου ξέροντας ότι δεν θα μαραθεί ποτέ. Υπάρχουν μπουκέτα που δεν μαραίνονται..ακόμα και όταν η δροσιά χαθεί εκείνο ολάνθιστο στα μάτια και τη καρδιάς σου να σου θυμίζει ότι ο θεός υπάρχει , δεν λησμονεί και δεν εγκαταλείπει.
Ο ύπνος της αρκέστηκε σε λίγες ώρες και νωρίς το απόγευμα σηκώθηκε βρήκε τα σύνεργα του καφέ ψάχνοντας τα ντουλάπια με προσοχή να μη κάνει θόρυβο και ετοίμασε στο δίσκο τα καφεδάκια που αγαπούσαν. Καθόντουσαν στην αυλή μαζί το ζευγάρι , εκείνος ακουμπισμένος στο ξύλινο μπαστούνι του κι εκείνη τον άκουγε ενώ συγχρόνως έπλεκε τη δαντέλα της με το τσιγκελάκι .
Πρόβαλε από τη πόρτα χαμογελαστή με το δίσκο στο χέρι και στα μάτια τους είδε όλη τη χαρά της ζωής να φωτίζει σαν αχτίδα που πρώτη ξεμυτάει στην αυγή.
-Άιντε η κοπελιά μας Ιουλία..ήρθε η κοπελιά μας, το καμάρι μας..άνοιξε το σπίτι μας Ιουλία..άνοιξε.
Έσυρε ένα κάθισμα κοντά τους και ακούμπησε το δίσκο στο μικρό ξύλινο τραπεζάκι προσέχοντας να μη παρασύρει το υφαντό που το στόλιζε με τόση χάρη και το γλαστράκι με το βασιλικό.
Εκεί λοιπόν κοντά τους κρατώντας τα χέρια τους στα δικά της άνοιξε πάλι τη καρδιά της και τους διηγήθηκε όλα όσα πέρασαν σ’ αυτά τα λίγα χρόνια που τους χώρισαν. Ήταν όπως παλιά, όταν έτρεχε σ’ αυτούς πονεμένη από τις βρισιές της μάνας της, από τις γεμάτο οίκτο ματιές των γειτόνων, από εκείνα που ήθελε να ξεφύγει και τα άλλα που υπόμενε γιατί δεν είχε άλλη λύση.
 Την άκουσαν με προσοχή χωρίς να την διακόψουν , τα μάτια τους είχαν μόνον αγάπη, τα χείλη τους χαμόγελο αποδοχής σε όσα έλεγε. Τα καφεδάκια συνόδεψαν τα λόγια της, η δαντέλα έμεινε στην άκρη και το κρύο νερό στα ποτήρια έβρεχαν τα χείλη της για να της δώσει το κουράγιο να τα πει. Όταν τελείωσε χαμήλωσε τα μάτια και έπαιξε με τα δάχτυλα της την άκρη από το υφαντό περιμένοντας τη γνώμη τους και τη κρίση τους.
0 παπά Μανώλη σηκώθηκε όρθιος και σήκωσε τα σταυρωμένα δάχτυλα του για να κάνει το σημάδι του σταυρού επάνω στο μαυροφορεμένο στήθος του.
-Μέγας είσαι κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου..όλα τα κάνεις εν σοφία και δίνεις τη λύση σε  όλα .Λενιώ μου σου είχα εμπιστοσύνη από τότε που αντίκρισα τα λερωμένο προσωπάκι σου από τη κάπνα της σόμπας στο σπίτι σου..Μου είναι αδύνατον να αμφισβητήσω τη κρίση και την επιλογή σου. Να έχεις την ευχή μας κόρη μου και εμείς εδώ ήμαστε..θα σου κάνουμε ένα γάμο Κρητικό όπως τον έχουμε στα μέρη μας. Γιατί αυτό σου ζητάω μόνο , ένα γάμο εδώ..στα μέρη μου στη μικρή εκκλησιά μου, ευλογημένο από εμένα , η κόρη που αποκτήσαμε , η δεύτερη ευκαιρία του θεού για μας. Έτσι δεν είναι Ιουλία ; για ποιαν τις πλέκεις τις δαντέλες κυρά μου θαρρείς δεν το ξέρω; Σήκω επαέ  και φέρε τσικουδιά να ευλογήσουμε τη κουβέντα μας..τι με τηράς; Ιουλία τσικουδιά είπα !
-Ακόμα νωρίς είναι πατέρα, δεν λέμε ακόμα για γάμο μα απλά θέλουμε να επισημοποιήσουμε τη σχέση μας με την ευλογιά των δικών του και των δικών μου ανθρώπων..εγώ ..μόνον εσάς έχω..Μόλις γυρίσω πιάνω δουλειά, εκείνος τελειώνει σε λίγο μα έχει αγώνα και δρόμο μπροστά του για ειδικότητα..όλα θα πάνε καλά όπως λες κι εσύ μητέρα. Έχω πλέον κάποιον δίπλα μου, έχω όνειρα, αγάπη, μέλλον..Σας οφείλω τόσα..πως θα μπορέσω να σας το ξεπληρώσω ποτέ;
Κάθισε μία εβδομάδα στη Κρήτη, μία υπέροχη εβδομάδα στο σπίτι τους γεμάτη με εικόνες και γνωριμίες. Την τριγύριζαν σε φίλους και γνωστούς δείχνοντας και το δίπλωμα της που..όλως τυχαίως το είχε μαζί του στο ράσο του ο Παπά Μανώλης. Με το Νίκο μιλούσε σχεδόν κάθε μέρα στο τηλέφωνο και πάντα τα μάτια της έλαμπαν από τον έρωτα που ξεχείλιζε μέσα της.
Παραμονή που θα έφευγε το σπίτι λες και άρχισε να σκοτεινιάζει για το γηραιό ζευγάρι μα κάνανε τη προσευχή τους τα βράδια ευχαριστώντας το Θεό γιατί θα είχαν πλέον άλλα όνειρα και σχέδια να συζητούν μόνοι τους μέχρι να την ξαναδούν.
-Σας υπόσχομαι ότι με τη πρώτη ευκαιρία θα έρθουμε με το Νίκο να τον γνωρίσετε, να μιλήσετε και ..να δείτε ότι έχω δίκιο που τον ξεχώρισα.
Το βράδυ θα έπαιρνε το πλοίο και η κυρία Ιουλία την φώναξε στη κάμαρά της να της μιλήσει..
-Κορίτσι μου θέλω να σου κάνω ένα δώρο, δεν είναι πολύτιμο μα είναι ..η ζωή μου και οι γνώσεις μου σε κάτι που ξέρεις ότι αγάπησα, τα βότανα μου. Εσύ είσαι πια η κόρη μου και κάτι με σπρώχνει να σου το δώσω τώρα, ίσως σε βοηθήσει και στη δουλειάς σου. Ξέρω ότι εσείς οι μορφωμένοι θα το γελάτε μα… ποιός ξέρει..ίσως στο μέλλον να καταλάβουν ότι η Φύση μας δίνει όπως και η Πίστη τα πάντα με ασφάλεια .
Έβγαλε το χειροποίητο βιβλίο τετράδιο της, καλυμμένο κι αυτό με ύφασμα κεντημένο από έξω. Το άνοιξε η Λενιώ και γέμισε με αναμνήσεις. Θυμήθηκε μικρή που την τραβούσε στις γλάστρες και στο λόγκο η κυρία Ιουλία να της δείξει ένα ένα όλα τα φυτά, να τα τρίψει στα δάχτυλα της ώστε να βγει το άρωμα τους .Έπειτα της έδειχνε πως το ζωγράφιζε σε αυτό το τετράδιο και δίπλα του το περιέγραφε και έβαζε τις συνταγές που έφτιαχνε με αυτό και τις θεραπευτικές ιδιότητες τους. Φάρμακο για το πόνο, για τη μόλυνση, για τα δερματικά, για το πυρετό και το σπασμό. Όλους τους γιάτρευε τότε η κυρία Ιουλία χωρίς αντίκρισμα και δεχόταν και τον θαυμασμό τους για τα αρώματα και τις κρέμες που έφτιαχνε για τις όμορφες του χωριού, νέες και μεστωμένες.
-Δεν μπορώ να το πάρω μητέρα μου, έχεις πολλά να κάνεις ακόμα, θα μου το δώσεις αργότερα, στο γάμο μου ίσως.
-Όχι, θέλω τώρα να σου το δώσω, κάτι μου λέει ότι θα το χρειαστείς  καλό μου παιδί, κοπέλα μου, φως των ματιών μας. Την αγκάλιασε πάλι και την έσφιξε επάνω της με δύναμη, η Λενιώ αισθάνθηκε κάτι σαν ανατριχίλα στο κορμί της που έσφιξε θαρρείς τη καρδιά της .Σαν αστραπή πέρασε μέσα της κάτι σαν προμήνυμα δυσοίωνο ότι ..ότι..δεν ήθελε ούτε καν σαν σκέψη να το σκεφτεί, να το πει στον εαυτό της.
Την οδήγησαν στο λιμάνι, το πλοίο της έφευγε στις 7 και θα έπιανε Πειραιά στις 7 τα ξημερώματα. 
Εκεί στο λιμάνι ο παπά Μανώλης τη πήρε στην άκρη , την ευλόγησε με το χέρι του όπως πάντα και της έβαλε στο χέρι ένα μασούρι μικρό με χαρτονομίσματα. Η Λενιώ αναπήδησε και άνοιξε το στόμα της που είχε ξηραθεί από το ξάφνιασμα να πει, να διαμαρτυρηθεί.
-Σώπα κοπελιά μου, είναι για το δίπλωμα και το ξεκίνημα σου. Για σένα τάχα, γι’ αυτή την ώρα..Πάρε κι αυτό ..της έβαλε στη παλάμη ένα φάκελο..  Έχει το όνομα του δικηγόρου μας, είσαι ότι έχουμε, εμείς γεράσαμε πια..πρέπει να έχουμε κάποιον πίσω μας. Να ξέρει ο γαμπρός ότι δεν είσαι μόνη κι ότι εμείς στη Κρήτη τα κοπέλια μας τα χρυσώνουμε και είμαστε δίπλα τους στα καλά και τα δύσκολα.. Άιντε στο καλό παιδί μου και την επόμενη φορά θα έρθεις για τα επίσημα και τις χαρές μας με το Νίκο και τα συμπεθεριά.
Στο καράβι η Λενιώ έκλαψε με τη ψυχή της κοιτάζοντας τη δύση του ήλιου στη θάλασσα..Πώς να ξεχαστούν τέτοιοι άνθρωποι  ;  Μπορεί κανείς να φανεί αχάριστος σε κάποιους που της φέρθηκαν όπως δεν της φέρθηκε το ίδιο της το αίμα; Σκεπτόταν ότι όσα και να τους πρόσφερε στο μέλλον δεν θα μπορούσε ούτε στο ελάχιστο να τους το ξεπληρώσει. Η εικόνα του Νίκου στη σκέψη της ελάφρυνε το βαρύ φορτίο που της έδωσαν να πάρει μαζί της έστω και με την τόση αγάπη τους. Χαμογέλασε στον ουρανό που άρχισε να σκοτεινιάζει, όλα θα πάνε καλά σκέφτηκε..όλα θα πάνε καλύτερα από κάθε άλλη φορά στη ζωή της. Γύρισε στη καμπίνα της, έπλυνε τα μάτια της από τα δάκρυα και έπεσε να κοιμηθεί παρέα με τις αγαπημένες μορφές που είχε στη ζωή της. Τίποτε δεν της είπε ότι η μοίρα πολλές φορές αποφασίζει για μας ..πριν από εμάς.