Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

26η συνέχεια



Η Λενιώ γυρίζοντας από το χωριό του Νίκου έκοψε τα εισιτήρια για Κρήτη και δίνοντας στον αγαπημένο της μία ατελείωτη αγκαλιά τον αποχαιρέτησε από το πλοίο το επόμενο απόγευμα κουνώντας του το χέρι..σαν εικόνα από παλιά ελληνική ταινία. Μέσα της ένοιωθε κι όλας ότι της..έλειπε όμως η σκέψη της χαράς που θα έβλεπε στα μάτια της οικογένειας που την περίμενε την έκανα να αισθάνεται πόσο πολύ αγαπούσε αυτούς τους ανθρώπους.
Δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι στη κουκέτα της , έκαμνε σχέδια πως θα τους διηγηθεί τη σχέση της με το Νίκο, είχε και τους φόβους μήπως δεν συμφωνήσουν για κάτι. Το ξημέρωμα τη βρήκε στη Κρήτη και κατεβαίνοντας στο λιμάνι απόλαυσε τη πρωινή δροσιά σε ένα μαγευτικό μέρος που γνώριζε μόνο μέσα από τις νοσταλγικές κουβέντες του παπά Μανώλη. Αισθάνθηκε ότι αγάπησε αυτό το τόπο από το πρώτο της βήμα εδώ..λες και γύριζε στη πατρίδα..στο μέρος που γεννήθηκε..στο μέρος που θα ήθελε να γεννηθεί..στους «γονείς» που θα ήθελε να είχε.
Η δυνατή φωνή του Παπά Μανώλη ακούστηκε θαρρείς σε όλη τη προκυμαία και η αγκαλιά του δυνατή όσο και η αγάπη του της έδωσε όσα ήθελε να πάρει από τη πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της. Πόση ευγνωμοσύνη ένοιωθε πάντα όταν τον έβλεπε, πόση σιγουριά και ασφάλεια.
Η μάνα της..άραγε αυτή που βιολογικά είχε το δικαίωμα του τίτλου αυτού..η μάνα της..που ήταν άραγε..γιατί δεν την αγάπησε;  Δάγκωμα στη καρδιά της και βάλσαμο η ατελείωτη φλυαρία του καλού ιερέα στο αμάξι που την έβαλε για να τη πάει στο μικρό χωριό του , στο σπίτι, στη «παπαδιά» του όπως έλεγε γελώντας.
Ήταν ένα όμορφο μικρό χωριό σε ύψωμα που από εκεί αγνάντευες το γαλάζιο της θάλασσας. Πανέμορφο, απλό και με μικρά σπιτάκια, χωμάτινοι δρόμου και ένα εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία απόμακρο στη κορυφή του χωριού. Προσπέρασαν άλλες αυλές και δέχθηκαν το χαιρετισμό όλων των συγχωριανών που συνάντησαν.
-Καλώς τα δέχθηκες παπά Μανώλη, άρχισε να κερνάς τσικουδιές και σκαλτσούνια πες τη κυρά.
Η κυρία Ιουλία την περίμενε έξω από τη πόρτα, στη μικρή αυλή του σπιτιού που την γέμιζαν οι ατελείωτες γλάστρες με τους βασιλικούς και τα αγαπημένα της βότανα. Χώθηκε με λαχτάρα στην αγκαλιά της και βρήκε όσα ήθελε σε αυτήν , τη μάνα..ο Θεός όπως έλεγε συχνά ο γέροντας « παίρνει και..δίνει κόρη μου!»
Ένας ..σαματάς ακολούθησε από τους δυο τους, ο παπά Μανώλης και η γυναίκα του κινιόντουσαν ασταμάτητα στο μικρό σαλονάκι φέρνοντας κεράσματα και νερό, τσικουδιά για το καλό το χαμπέρι και έψαχναν να βρουν κάθε λογής πράμα να της προσφέρουν.
-Χλωμή σε βλέπω κόρη μου, ίντα έπαθες μαθές και έγινες σαν του κρινιού το χρώμα; Ιουλία φέρε φαί, φέρε γάλα και ξεροτήγανα , ψυχανεμίζομαι ότι δεν έχει βάλει στάλα φαί στο στόμα της μαθές. Βάλε και αμύγδαλα με καρύδια στο τάσι να τα μασουλίσει να της δώσουν δύναμη, ρίξε και μέλι με κανέλα..ακούς Ιουλία;
Τους άκουγε, τους έβλεπε και δεν τους χόρταινε η Λενιώ, ήταν η τύχη της ζωής της, οι άνθρωποι που της άλλαξαν τη τύχη και το πεπρωμένο της. Ήταν αυτοί που τους την όφειλε τα πάντα μαζί με όση αγάπη μπορούσε να κρύβει ένα παιδί παραπεταμένο σαν κι αυτήν. Μέσα στο μυαλό της σαν ταινία γύρισαν οι εικόνες της παιδικής ζωής της και για μία κόμη φορά το μόνο φως..είχε το όνομα τους.
Τα μάτια της έκλειναν από τη νύστα είναι αλήθεια όμως η χαρά τους δεν είχε αντίκρισμα και η ζεστασιά της αγάπης τους η καλύτερη ξεκούραση. Τους άφησε να την κανακέψουν , δοκίμασε όσο μπορούσε ότι της προσέφεραν και δέχτηκε τις ατελείωτες ερωτήσεις τους χωρίς να βρει..κενό να προλάβει να τους απαντήσει.
-Μανουλιό  μου κουζουλάθηκες ..άστη τη κοπελιά να πάει να στο κονάκι να ξεκουράσει το κορμάκι της. Σκέψου, ταξίδευε όλη τη νυχτιά.. Μανώλη ..όταν ξαποστάσει τα λέμε..να φτιάξω και τη πίτα με τα χόρτα που μάζωξες εψές..Άιντε κοπελιά μου να σου δείξω που θα κοιμηθείς.
-Σωστά τα λες κυρά μου ,κουζουλάθηκα από τη χαρά, περίμενα καιρό αυτή τη μέρα το ξες καλά..
Από τη κούραση η Λενιώ δεν έβγαλε λέξη να αντισταθεί από ευγένεια περισσότερο , πήρε τη μικρή τσάντα της με τα πράγματα της και με χαμόγελο ακολούθησε τη «μάνα» Ιουλία που την οδηγούσε μουρμουρίζοντας για τις κουζουλάδες όπως έλεγε του Μανουλιού της. Την οδήγησε σε μία μικρή κάμαρα , ένα λιτό δωμάτιο με το χτιστό κρεβάτι ντυμένο με πεντακάθαρα κεντητά σεντόνια. Ένα τραπέζι ξύλινο, μικρό με μία κανάτα νερό κι ένα ποτήρι σκεπασμένα και τα δυο με λευκά κεντημένα πετσετάκια όπως το σπίτι τους που θυμόταν η Λενιώ στο χωριό.
Στο τοίχο ένα χαλί υφαντό πλάι από το μικρό κρεβάτι με εικόνες από κυνήγι..σίγουρα δικό της έργο υφαντό στον αργαλειό που είδε αργότερα στο άλλο δώμα.. Πλάι ένας κεντημένος μικρός πίνακας με φθηνή απλή κορνίζα… «κι’ αυτό θα περάσει», ένα μικρό πουλάκι επάνω στο κεντημένο κλαδί με τα κατακόκκινα λουλούδια. Σοφίες της Κρήτης που της τις έλεγαν μικρή .Σπίτι..γύρισε σπίτι της..επιτέλους το σπίτι που πάντα ονειρευόταν. Άφησε τη τσάντα στη ξύλινη καρέκλα με το λεπτό  πλεχτό μαξιλαράκι επάνω της και τη άνοιξε. Έβγαλε τη θήκη που είχε τοποθετήσει για προφύλαξη το δίπλωμα της και της το έδωσε με συγκίνηση.
-Μάνα..πάρε το, δώσε το στο Πατέρα…. σας ανήκει..είναι δικό σας..
Η κυρία Ιουλία δάκρυσε, το ακούμπησε στο κόρφο της και μετά την έσφιξε στην αγκαλιά της.
-Παιδί μου ο Θεός σε έστειλε σε μας όταν κατάλαβε ότι έπρεπε να μας δώσει μία προσφορά  στη θέση του δικού μας παιδιού που το θέλημα Του ήταν να πάρει κοντά του. Είσαι το ιδανικό κοπέλι για μας..έγινες η ελπίδα και τα όνειρα μας, η προσευχή και ο σκοπός μας τώρα πια..
Η Λενιώ μέσα στα κρυφά δάκρυα της ψυχής της σκέφτηκε ότι δεν μπορούσε να υπήρχαν άλλοι άνθρωποι σ’ αυτό τον κόσμο σαν κι αυτούς τους δύο. Πολλές φορές στη ζωή αναρωτιόμαστε γιατί μας συμβαίνει κάτι, πικραινόμαστε, λέμε ίσως φωναχτά παραπονιάρικες σκέψεις και αμφιβολίες..Μετά..η ζωή σου φέρνει στο δρόμο της ένα ολάνθιστο μπουκέτο μπροστά σου κι εσύ το παίρνεις και το βάζεις δίπλα σου ξέροντας ότι δεν θα μαραθεί ποτέ. Υπάρχουν μπουκέτα που δεν μαραίνονται..ακόμα και όταν η δροσιά χαθεί εκείνο ολάνθιστο στα μάτια και τη καρδιάς σου να σου θυμίζει ότι ο θεός υπάρχει , δεν λησμονεί και δεν εγκαταλείπει.
Ο ύπνος της αρκέστηκε σε λίγες ώρες και νωρίς το απόγευμα σηκώθηκε βρήκε τα σύνεργα του καφέ ψάχνοντας τα ντουλάπια με προσοχή να μη κάνει θόρυβο και ετοίμασε στο δίσκο τα καφεδάκια που αγαπούσαν. Καθόντουσαν στην αυλή μαζί το ζευγάρι , εκείνος ακουμπισμένος στο ξύλινο μπαστούνι του κι εκείνη τον άκουγε ενώ συγχρόνως έπλεκε τη δαντέλα της με το τσιγκελάκι .
Πρόβαλε από τη πόρτα χαμογελαστή με το δίσκο στο χέρι και στα μάτια τους είδε όλη τη χαρά της ζωής να φωτίζει σαν αχτίδα που πρώτη ξεμυτάει στην αυγή.
-Άιντε η κοπελιά μας Ιουλία..ήρθε η κοπελιά μας, το καμάρι μας..άνοιξε το σπίτι μας Ιουλία..άνοιξε.
Έσυρε ένα κάθισμα κοντά τους και ακούμπησε το δίσκο στο μικρό ξύλινο τραπεζάκι προσέχοντας να μη παρασύρει το υφαντό που το στόλιζε με τόση χάρη και το γλαστράκι με το βασιλικό.
Εκεί λοιπόν κοντά τους κρατώντας τα χέρια τους στα δικά της άνοιξε πάλι τη καρδιά της και τους διηγήθηκε όλα όσα πέρασαν σ’ αυτά τα λίγα χρόνια που τους χώρισαν. Ήταν όπως παλιά, όταν έτρεχε σ’ αυτούς πονεμένη από τις βρισιές της μάνας της, από τις γεμάτο οίκτο ματιές των γειτόνων, από εκείνα που ήθελε να ξεφύγει και τα άλλα που υπόμενε γιατί δεν είχε άλλη λύση.
 Την άκουσαν με προσοχή χωρίς να την διακόψουν , τα μάτια τους είχαν μόνον αγάπη, τα χείλη τους χαμόγελο αποδοχής σε όσα έλεγε. Τα καφεδάκια συνόδεψαν τα λόγια της, η δαντέλα έμεινε στην άκρη και το κρύο νερό στα ποτήρια έβρεχαν τα χείλη της για να της δώσει το κουράγιο να τα πει. Όταν τελείωσε χαμήλωσε τα μάτια και έπαιξε με τα δάχτυλα της την άκρη από το υφαντό περιμένοντας τη γνώμη τους και τη κρίση τους.
0 παπά Μανώλη σηκώθηκε όρθιος και σήκωσε τα σταυρωμένα δάχτυλα του για να κάνει το σημάδι του σταυρού επάνω στο μαυροφορεμένο στήθος του.
-Μέγας είσαι κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου..όλα τα κάνεις εν σοφία και δίνεις τη λύση σε  όλα .Λενιώ μου σου είχα εμπιστοσύνη από τότε που αντίκρισα τα λερωμένο προσωπάκι σου από τη κάπνα της σόμπας στο σπίτι σου..Μου είναι αδύνατον να αμφισβητήσω τη κρίση και την επιλογή σου. Να έχεις την ευχή μας κόρη μου και εμείς εδώ ήμαστε..θα σου κάνουμε ένα γάμο Κρητικό όπως τον έχουμε στα μέρη μας. Γιατί αυτό σου ζητάω μόνο , ένα γάμο εδώ..στα μέρη μου στη μικρή εκκλησιά μου, ευλογημένο από εμένα , η κόρη που αποκτήσαμε , η δεύτερη ευκαιρία του θεού για μας. Έτσι δεν είναι Ιουλία ; για ποιαν τις πλέκεις τις δαντέλες κυρά μου θαρρείς δεν το ξέρω; Σήκω επαέ  και φέρε τσικουδιά να ευλογήσουμε τη κουβέντα μας..τι με τηράς; Ιουλία τσικουδιά είπα !
-Ακόμα νωρίς είναι πατέρα, δεν λέμε ακόμα για γάμο μα απλά θέλουμε να επισημοποιήσουμε τη σχέση μας με την ευλογιά των δικών του και των δικών μου ανθρώπων..εγώ ..μόνον εσάς έχω..Μόλις γυρίσω πιάνω δουλειά, εκείνος τελειώνει σε λίγο μα έχει αγώνα και δρόμο μπροστά του για ειδικότητα..όλα θα πάνε καλά όπως λες κι εσύ μητέρα. Έχω πλέον κάποιον δίπλα μου, έχω όνειρα, αγάπη, μέλλον..Σας οφείλω τόσα..πως θα μπορέσω να σας το ξεπληρώσω ποτέ;
Κάθισε μία εβδομάδα στη Κρήτη, μία υπέροχη εβδομάδα στο σπίτι τους γεμάτη με εικόνες και γνωριμίες. Την τριγύριζαν σε φίλους και γνωστούς δείχνοντας και το δίπλωμα της που..όλως τυχαίως το είχε μαζί του στο ράσο του ο Παπά Μανώλης. Με το Νίκο μιλούσε σχεδόν κάθε μέρα στο τηλέφωνο και πάντα τα μάτια της έλαμπαν από τον έρωτα που ξεχείλιζε μέσα της.
Παραμονή που θα έφευγε το σπίτι λες και άρχισε να σκοτεινιάζει για το γηραιό ζευγάρι μα κάνανε τη προσευχή τους τα βράδια ευχαριστώντας το Θεό γιατί θα είχαν πλέον άλλα όνειρα και σχέδια να συζητούν μόνοι τους μέχρι να την ξαναδούν.
-Σας υπόσχομαι ότι με τη πρώτη ευκαιρία θα έρθουμε με το Νίκο να τον γνωρίσετε, να μιλήσετε και ..να δείτε ότι έχω δίκιο που τον ξεχώρισα.
Το βράδυ θα έπαιρνε το πλοίο και η κυρία Ιουλία την φώναξε στη κάμαρά της να της μιλήσει..
-Κορίτσι μου θέλω να σου κάνω ένα δώρο, δεν είναι πολύτιμο μα είναι ..η ζωή μου και οι γνώσεις μου σε κάτι που ξέρεις ότι αγάπησα, τα βότανα μου. Εσύ είσαι πια η κόρη μου και κάτι με σπρώχνει να σου το δώσω τώρα, ίσως σε βοηθήσει και στη δουλειάς σου. Ξέρω ότι εσείς οι μορφωμένοι θα το γελάτε μα… ποιός ξέρει..ίσως στο μέλλον να καταλάβουν ότι η Φύση μας δίνει όπως και η Πίστη τα πάντα με ασφάλεια .
Έβγαλε το χειροποίητο βιβλίο τετράδιο της, καλυμμένο κι αυτό με ύφασμα κεντημένο από έξω. Το άνοιξε η Λενιώ και γέμισε με αναμνήσεις. Θυμήθηκε μικρή που την τραβούσε στις γλάστρες και στο λόγκο η κυρία Ιουλία να της δείξει ένα ένα όλα τα φυτά, να τα τρίψει στα δάχτυλα της ώστε να βγει το άρωμα τους .Έπειτα της έδειχνε πως το ζωγράφιζε σε αυτό το τετράδιο και δίπλα του το περιέγραφε και έβαζε τις συνταγές που έφτιαχνε με αυτό και τις θεραπευτικές ιδιότητες τους. Φάρμακο για το πόνο, για τη μόλυνση, για τα δερματικά, για το πυρετό και το σπασμό. Όλους τους γιάτρευε τότε η κυρία Ιουλία χωρίς αντίκρισμα και δεχόταν και τον θαυμασμό τους για τα αρώματα και τις κρέμες που έφτιαχνε για τις όμορφες του χωριού, νέες και μεστωμένες.
-Δεν μπορώ να το πάρω μητέρα μου, έχεις πολλά να κάνεις ακόμα, θα μου το δώσεις αργότερα, στο γάμο μου ίσως.
-Όχι, θέλω τώρα να σου το δώσω, κάτι μου λέει ότι θα το χρειαστείς  καλό μου παιδί, κοπέλα μου, φως των ματιών μας. Την αγκάλιασε πάλι και την έσφιξε επάνω της με δύναμη, η Λενιώ αισθάνθηκε κάτι σαν ανατριχίλα στο κορμί της που έσφιξε θαρρείς τη καρδιά της .Σαν αστραπή πέρασε μέσα της κάτι σαν προμήνυμα δυσοίωνο ότι ..ότι..δεν ήθελε ούτε καν σαν σκέψη να το σκεφτεί, να το πει στον εαυτό της.
Την οδήγησαν στο λιμάνι, το πλοίο της έφευγε στις 7 και θα έπιανε Πειραιά στις 7 τα ξημερώματα. 
Εκεί στο λιμάνι ο παπά Μανώλης τη πήρε στην άκρη , την ευλόγησε με το χέρι του όπως πάντα και της έβαλε στο χέρι ένα μασούρι μικρό με χαρτονομίσματα. Η Λενιώ αναπήδησε και άνοιξε το στόμα της που είχε ξηραθεί από το ξάφνιασμα να πει, να διαμαρτυρηθεί.
-Σώπα κοπελιά μου, είναι για το δίπλωμα και το ξεκίνημα σου. Για σένα τάχα, γι’ αυτή την ώρα..Πάρε κι αυτό ..της έβαλε στη παλάμη ένα φάκελο..  Έχει το όνομα του δικηγόρου μας, είσαι ότι έχουμε, εμείς γεράσαμε πια..πρέπει να έχουμε κάποιον πίσω μας. Να ξέρει ο γαμπρός ότι δεν είσαι μόνη κι ότι εμείς στη Κρήτη τα κοπέλια μας τα χρυσώνουμε και είμαστε δίπλα τους στα καλά και τα δύσκολα.. Άιντε στο καλό παιδί μου και την επόμενη φορά θα έρθεις για τα επίσημα και τις χαρές μας με το Νίκο και τα συμπεθεριά.
Στο καράβι η Λενιώ έκλαψε με τη ψυχή της κοιτάζοντας τη δύση του ήλιου στη θάλασσα..Πώς να ξεχαστούν τέτοιοι άνθρωποι  ;  Μπορεί κανείς να φανεί αχάριστος σε κάποιους που της φέρθηκαν όπως δεν της φέρθηκε το ίδιο της το αίμα; Σκεπτόταν ότι όσα και να τους πρόσφερε στο μέλλον δεν θα μπορούσε ούτε στο ελάχιστο να τους το ξεπληρώσει. Η εικόνα του Νίκου στη σκέψη της ελάφρυνε το βαρύ φορτίο που της έδωσαν να πάρει μαζί της έστω και με την τόση αγάπη τους. Χαμογέλασε στον ουρανό που άρχισε να σκοτεινιάζει, όλα θα πάνε καλά σκέφτηκε..όλα θα πάνε καλύτερα από κάθε άλλη φορά στη ζωή της. Γύρισε στη καμπίνα της, έπλυνε τα μάτια της από τα δάκρυα και έπεσε να κοιμηθεί παρέα με τις αγαπημένες μορφές που είχε στη ζωή της. Τίποτε δεν της είπε ότι η μοίρα πολλές φορές αποφασίζει για μας ..πριν από εμάς.



3 σχόλια:

  1. επιτελους:) το αγαπώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. τι συναισθήματα, τι αμεσότητα, τι εικόνες, τι ζωντάνια, τι περιγραφές! κυρία ακτίδα είστε φοβερή! ανυπομονώ για τη συνέχεια!
    Ελένη από Πειραιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μην αργείς τη συνέχεια. .βασω Λάρισα

    ΑπάντησηΔιαγραφή