Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

28η συνέχεια


Η Λενιώ άφησε το βλέμμα της να διαβεί στο φως της Δύσης που έμπαινε από το παράθυρο. Πάντα της άρεσε αυτό το φως, έκλεινε μέσα του όσα έγιναν όλη την ημέρα , τα καλά, τα κακά και τα δύσκολα. Συνήθως το παρακολουθούσε μέχρι που έσβηνε ολοκληρωτικά αφήνοντας όμως στο τέλος του ένα κοκκινόχρωμο μωβ απομεινάρι να θυμίζει τα όσα έπαιρνε μαζί του. Αλήθεια ..μπορούσε ίσως να πάρει μαζί αυτό το πόνο που της έσφιγγε τη καρδιάς;
Τα λόγια του γιατρού προσπαθούσε να τα κρατήσει στην άκρη, λες και έτσι θα ήταν ελαφρότερα, λες και θα εξαφανιζόντουσαν από το μυαλό και τη καρδιά της. Πάντα λάτρευε τα παιδιά, όταν τα πρωτόπιανε στις γέννες στην αγκαλιά της βρώμικα από τα υγρά και τα αίματα  και τα φρόντιζε με περίσσια αγάπη το πρώτο που σκεπτόταν ήταν ότι κάποτε θα κρατούσε στην αγκαλιά της ένα δικό της μωρό.
 Σύνελθε Λενιώ , είπε στον εαυτό της ξεροκατάπιε το δάκρυ που κύλησε μέσα στο λαιμό της και έτσι γρήγορα ξέθαψε από μέσα της τη Λενιώ που αντρώθηκε μέσα στη σκοτεινή πλευρά της παιδικής της ζωής. Η σκέψη της πήγε στο παππά Μανώλη , λες και τον είχε δίπλα της τώρα ..παιδί εκείνη με μάτια κλαμένα..καρδιά διαλυμένη και όνειρα πια λασπωμένα. Ένοιωσε το σφίξιμο των δακτύλων του στη παιδική παλάμη της , το χάδι στα μπερδεμένα μαλλιά της και τη φωνή του να της ψιθυρίζει: - Κύριε  ελέησον με..γενηθήτω το θέλημα Σου!
Τότε ένοιωσε τη δύναμη να επιστρέφει , μα αμέσως μετά μια νέα εικόνα την βύθισε σε νέα πάλη με δαίμονες και συμπληγάδες..ο Νίκος..ο Νίκος.. Της ξέφυγε το βογγητό και η πόρτα αμέσως άνοιξε με τη Μαίρη να ορμάει με φόρα δίπλα της.
-Τι έχεις; Τι θες; Πονάς γλυκιά μου; Εδώ είμαι εγώ… και έσιαξε μηχανικά το μαξιλάρι της.
Η Λενιώ αυθόρμητα της άνοιξε την αγκαλιά της , ήθελε να δώσει και να πάρει από αυτήν , έτσι, χωρίς λόγια απλά με τη πίεση και τη θέρμη των χεριών της φίλης της. Λένε ότι οι φιλίες δοκιμάζονται στα δύσκολα και σήμερα το καταλάβαινε αυτό. Η Μαίρη ήταν πάντα γι’ αυτήν μία απλή συνάδελφος, ποτέ δεν αντήλλαξαν μυστικά, ιδιαίτερες κουβεντούλες. Με ενοχή σκέφτηκε ότι η παρουσία του Νίκου στη ζωή της την απέσπασε από το να κάνει άλλους δεσμούς έστω και φιλικούς. Τώρα έβλεπε ότι η στάση της ήταν λιγάκι εγωιστική , ζούσε την ευτυχία της βάζοντας την μαζί με τη δουλειά της σε πρώτη θέση χωρίς να κοιτάζει γύρω της. Η τόση ανάγκη της να αγαπηθεί και να νοιώσει ότι ανήκει κάπου την έδεσε με το Νίκο σχεδόν ολοκληρωτικά.
Έτσι εκεί σε αυτή την αγκαλιά άφησε τον εαυτό της ελεύθερο και την ανάγκη να κλάψει για όσα έμαθε και όσα έπρεπε να παλέψει. Αδιόρατα μέσα της φώλιασε η σκοτεινή προσμονή μιας απειλής, αυτό το συναίσθημα που μας κυριεύει όταν η διαίσθηση μας προειδοποιεί και μας ετοιμάζει για τυφώνες και ανεμοστρόβιλους. Μετά έκανε την ερώτηση που της έκαιγε τα σωθικά.
-Ο Νίκος το έμαθε; Του τηλεφώνησες είπες….
Η Μαίρη ανασηκώθηκε και της έσιαξε τα ιδρωμένα τσουλούφια των μαλλιών της. Ένοιωθε τρυφερότητα ανεξήγητη για τη Λενιώ , κάτι σαν να της ωθούσε  να την προφυλάξει , να την προστατέψει όπως αν είχε μία μικρή αδελφή. Δεν είχαν  κάτι ιδιαίτερο όμως ίσως η Λενιώ δεν καταλάβαινε ότι το γλυκό υποτακτικό χαμόγελο της ήταν εκείνο που την έκανε τόσο αγαπητή σε όλους εκεί μέσα. Σήμερα όλος ο όροφος μιλούσε για τη Λενιώ , ακόμη και οι ασθενείς της ζητούσαν νέα της υγείας της. Ο Νίκος είχε έρθει λίγη ώρα μετά από το τηλεφώνημα της  , περίμενε στην εγχείρηση έξω από το χειρουργείο, άκουσε το κατσάδιασμα του γιατρού και το μάθημα περί..πρόληψης εγκυμοσύνης. Μετά τον είδε να σωριάζεται στη καρέκλα όταν ο Αποστολάκος του είπε για το πρόβλημα που προέκυψε. Δεν άκουγε τι έλεγαν η Μαίρη μα παρακολουθούσε πλάγια όσο μπορούσε πιο διακριτικά τα πρόσωπα τους. Ο Νίκος φαινόταν συγκλονισμένος και όταν ο γιατρός τον χαιρέτησε και έφυγε έβαλε το κεφάλι μέσα στις παλάμες του και έμεινε έτσι μέχρι που είδε το φορείο με τη Λενιώ να βγαίνει στο διάδρομο. Τον είδε να της κρατάει το χέρι για λίγο, της φίλησε το μέτωπο και… έφυγε σαν κυνηγημένος από το διάδρομο . Η Μαίρη αυθόρμητα έτρεξε ξοπίσω του και του φώναξε στις σκάλες δυνατά:
-Νίκο..Νίκο..
Γύρισε και την κοίταξε, θολωμένη ματιά, με αφηρημένη περιέργεια έψαχνε ίσως μέσα του να ταυτοποιήσει το πρόσωπο της με κάποιο όνομα ή ανάμνηση. Τον πρόλαβε και πήγε δίπλα του.
-Είμαι η Μαίρη..φίλη και συνάδελφος της. Γιατί φεύγεις; Περίμενε να ξυπνήσει..θα σε χρειαστεί το ξέρεις.
-Πρέπει να γυρίσω πίσω όταν θα διώξω από μέσα μου τις ενοχές και το πόνο που νοιώθω, πως θα την αντικρίσω;
- Τι είναι αυτά που λες; Αυτά είναι απρόοπτα της ζωής, γίνονται, γιατρός θα γίνεις, τα ξέρεις.. Εγώ το μόνο που ξέρω είναι ότι θα σε χρειαστεί τώρα περισσότερο από ποτέ, της το οφείλεις πάνω από όλα.
Τον είδε να βουρκώνει, τον αισθάνθηκε τρομοκρατημένο και ..παγιδευμένο θα έλεγε με συναισθήματα και συλλογισμούς.
-Το ξέρω και θα γυρίσω, απλά θέλω κι εγώ λίγο χρόνο..θέλω να μείνω με το εαυτό μου να συνειδητοποιήσω τα γεγονότα, τι να κάνω, τι να της πω, τι να πω σε όλους;
-Ποιους όλους; Δεν καταλαβαίνω; Αυτό αφοράει εσένα και αυτήν και την..αγάπη σας..Την αγαπάς έτσι δεν είναι;
Της γύρισε τη πλάτη αργά και συνέχισε να κατεβαίνει τη σκάλα, λίγο πριν το τελευταίο σκαλί γύρισε και της φώναξε:
-Την αγαπώ..την αγαπώ..πρέπει να σκεφτώ..έχω πολλά να σκεφτώ πες της όμως ότι τη αγαπώ..
Η Μαίρη χαμογέλασε στη Λενιώ.
-Ο Νίκος ήταν εδώ, δίπλα σου, έξω από το χειρουργείο. Πλάι  σου όταν βγήκες, σου κρατούσε το χέρι, σου μιλούσε και σου χάιδευε τα μαλλιά… Μετά τον..κατσάδιασε ο γιατρός που..έκλαιγε και τον έδιωξε στη δουλειά του λέγοντας του ότι δεν θα σου το πει και ότι θα είμαι εγώ δίπλα σου γιατί  θα αργούσες να ξυπνήσεις..
Είδε την ανακούφιση στο πρόσωπο της Λενιώς και έδωσε άφεση αμαρτιών στον εαυτό της για τις… γαρνιτούρες που έβαλε στο σκηνικό με ήρωα το Νίκο. Αύριο ίσως όλα γινόντουσαν καλύτερα και ευκολότερα, τώρα έπρεπε η νύχτα να την βρει ήσυχη και ήρεμη. Κάθισε κοντά της στο κρεβάτι και άρχισε να φλυαρεί και να χαριτολογεί για το τι χαμός έγινε με το πέσιμο της και το καροτσάκι με τα εργαλεία που γέμισαν με παταγώδη θόρυβο την ήσυχη πτέρυγα του. Κατάφερε να την κάνει όχι απλά να χαμογελάσει μα και να ακουστεί στο δωμάτιο ένα ασυναίσθητα νευρικό γέλιο και των δύο.
Ο Νίκος ήρθε σχεδόν με το χάραμα της μέρας, τα μάτια του έδειχναν ότι ξενύχτησε και τα χείλη του επάνω στα δικά της υγρά από τη πίκρα που ένοιωθε. Οι νοσοκόμες τους άφησαν διακριτικά να μείνουν μόνοι και η σιωπή τους « φλύαρη» τα είπε όλα σαν κλείστηκε μέσα στην αγκαλιά του. Στην αρχή μίλησαν απλά για ότι..έχασαν, ένα μωρό, μετά αφαίρεσαν από τις λέξεις κάθε τι που είχε θέση στο θέμα μιας εγκυμοσύνης στο μέλλον. Λες και το πρόβλημα δεν υπήρχε, λες και έμεινε θαμμένο στις δηλώσεις του γιατρού, λες και όλα ήταν και θα ήταν όπως πριν… πριν από τι;..την αλήθεια; Την αποδοχή της; Όμως μέσα τους το πρόβλημα είχε θέση πια και έτσι ξαφνικά ο Νίκος  το ..έβγαλε από μέσα του.
-Δεν θέλω να σκέπτεσαι οτιδήποτε δυσοίωνο , ο Αποστολάκος δεν είναι ο ..μοναδικός, ο ένας και ο σπουδαιότερος. Θα το εξετάσουμε το θέμα, θα το ελέγξουμε, θα το πολεμήσουμε, θα βρούμε λύση..
Η Λενιώ χωρίς να απαντήσει τον διαβεβαίωσε με τα μάτια της ότι όλα θα πήγαινα καλά, ήξερε ότι έτσι καθησύχαζε τους δικούς του φόβους. Μέσα της κάτι είχε κι όλας κατασταλάξει σαν απόσταγμα όλων όσων γέμιζαν τις σκέψεις και τη ψυχή της. Ήταν η εσωτερική  αποδοχή της μοίρας της  να της φέρνει η ζωή μπροστά της πάντα κάτι να παλέψει, να την νικήσει, να το αντιπαρέλθει, να το διαγράψει και να προχωρήσει. Όταν τον αποχαιρέτησε με ένα φιλί είχε κι ήδη «ψυχανεμιστεί» όπως έλεγε ο παπά Μανώλης ότι τα δύσκολα τώρα μόλις άρχιζαν.
Έμεινε στη κλινική όλο το 10ήμερο που χρειάστηκε για να συνέλθει κατόπιν εντολής και επιθυμίας όλων των γιατρών της που ήξεραν ότι δεν είχε κανέναν στο σπίτι να την βοηθήσει. Η ευγνωμοσύνη που ένοιωθε για όλους ήταν απέραντη, αν δεν ήταν αυτό οικογένεια τι άλλο θα ήταν άραγε;
Βιάστηκε να σηκωθεί, να δηλώσει σε όλους έτοιμη και να τους πιέσει να την αφήσουν να δουλέψει έστω και με λιγότερη εργασία προσωρινά. Η δουλειά της ήταν ένα φάρμακο μοναδικό πάντα, η παρουσία του Νίκου στη ζωή της έγινε διαφορετική από εκείνη τη μέρα. Βέβαια πάντα τρυφερός και καλός μαζί της μα ..κάτι..κάτι είχε αλλάξει. Κάτι που απέφευγαν να δουν, να το συζητήσουν , να το αντιμετωπίσουν πριν ανδρωθεί και τους κυριαρχήσει. Η Λενιώ δεν είπε κάτι ούτε στους κηδεμόνες της για το συμβάν, ντρεπόταν, φοβόταν..απέφευγε να τους αναγγείλει το πότε θα τους γνώριζε το Νίκο με δικαιολογία την εξάσκηση του και τη δική της δουλειά.
Ο παπά Μανώλης δεν ήταν χαζός, ένοιωθε ότι κάτι είχε συμβεί μα πάντα διακριτικός της έδινε χρόνο να του μιλήσει εκείνη για ότι την προβλημάτιζε. Μόνο κάποια μέρα είπε στην Ιουλία τις σκέψεις του καθώς πίνανε το μυρωδάτο φασκόμηλο δίπλα στο αναμμένο τζάκι τους.
-Κάτι έχει το κορίτσι κυρά μου, κάτι έχει, το κατέχω εγώ..κάτι της τρώει τη ψυχή και δεν το μολογάει. Σκέπτομαι..λέγω εγώ τώρα..ε! καιρό έχουμε να πάμε στην πόλη μια βόλτα. Δεν θα της πούμε πράμα..ξαφνικά , να την δούμε από κοντά ως έχει, να προσκυνήσουμε και τον Άγιο Διονύση μεγάλη η χάρη Του..τι λες εσύ κυρά;
Τον κοίταξε η Ιουλία και κατάλαβε ότι για να πει , να σκεφτεί κάτι τέτοιο ο παππάς της το είχε μελετήσει καλά, τον έτρωγε σαράκι. Αγαπούσε αυτό το κορίτσι σαν το παιδί που έχασαν και δεν χάρηκαν. Τον θυμάται τότε ιερέα στο χωριό της να της μιλάει για το κοριτσάκι που είχε ανακαλύψει μέσα στη..λάσπη μιας οικογένειας όπως έλεγε με θυμό.
-Ότι πεις παππά μου , δίκιο έχεις καιρό κλειστήκαμε  μα θα μπορέσουμε να πάμε; Μη κουραστείς;
-Ιντα λες κυρά μου; Εγώ να κουραστώ; Θα πάμε με το αμάξι στα Χανιά και έπειτα θα πάρουμε το πλοίο για το Πειραιά. Αυτές τις μέρες κιόλας θα το δω , θα πάρω τον Παύλο το γειτονόπουλο που είναι αστυνόμος  πια εκεί να μου κλείσει θέσεις στο πλοίο. Βράδυ θα φύγουμε πρωί πρώτα ο Θεός θα ήμαστε στης κόρης τη δουλειά απέξω! Χαρά που θα κάνει το κορίτσι, χαρά που θα κάνουμε όλοι μας, θα σε πάω και βόλτα στη πόλη κυρά μου .
Την αγκάλιασε από τους ώμους, χρόνια πολλά μαζί, ήπιανε αμέτρητα  ποτήρια χαράς και λύπης, σύντροφοι στο ίδιο δρόμο που χάραξαν από  τη μέρα που την πήρε νύφη στην αγκαλιά του λίγο πριν πάρει το χρίσμα της ιεροσύνης.
Δυο μέρες μετά απόγευμα αργά ξεκίνησαν για τη πόλη των Χανίων, ο καιρός μουντός, η βροχή σιγανή εδώ και μέρες έτρωγε τα σωθικά των χωματόδρομων. Το παλιό αγροτικό σκαμπανεβάζοντας στις λακκούβες, έβαλε μηχανικά μία κασέτα με τη δοξολογία της Παναγιάς… την συνόδεψε με τη βραχνή πια φωνή του από συνήθεια. Κοίταξε τη κυρά του την Ιουλία..κοίταξε τον ουρανό ..έφερε στο μυαλό του την εικόνα της Λενιώς.. Δεν κοίταξε το δρόμο που χάθηκε απότομα στο διάβα του κάτω από τις φθαρμένες πια ρόδες του, το αμάξι κύλησε στο γκρεμό και το μόνο που πρόλαβε να πει ήταν: - Κύριε  ελέησον μας..γενηθήτω το θέλημα Σου!
Η Λενιώ κρατούσε το ακουστικό στο χέρι στο γραφείο της προϊσταμένης παγωμένη, αμίλητη, χαμένη. Κάποιος της έκανε φάρσα μάλλον..τι κι αν της δήλωνε γνωστός και αστυνόμος, φάρσα κακόγουστη θα ήταν ..Της έλεγε πως  ότι αγαπούσε, ότι την στήριξε και την έκανε ότι ήταν ..απλά… χάθηκε..εξαφανίστηκε. Αν ήταν κάτι αληθινό θα το..ένοιωθε..θα το καταλάβαινε..
Η Μαίρη της πήρε το ακουστικό από το χέρι, μίλησε με το άτομο στην άλλη άκρη της γραμμής, σημείωσε πρόχειρα ότι της είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.
-Λενιώ..Λενιώ μου ήταν συγγενείς σου; Ήταν κάποιοι αγαπημένοι για σένα; Μίλα μου γλυκιά μου.
Η Λενιώ την κοίταξε μέσα από τα δάκρυα που κυλούσαν χωρίς έλεγχο πια. Σκέφτηκε ασυναίσθητα ότι αν αυτός  δεν ήταν ο πόνος του χαμού ποιος άλλος μπορεί να ήταν αλήθεια.
-Ήταν οι..γονείς μου Μαίρη μου..οι γονείς μου… τώρα ναι..τώρα μπορώ να πω ότι ήταν οι μόνοι γονείς που είχα ποτέ.
Για πρώτη φορά ένοιωσε οργή με τη μοίρα της, ένοιωσε παρασυρμένη από ένα κυνηγητό που της έκαμνε η ζωή ηθελημένα. Γιατί ..γιατί σ’ εκείνη πια όλα, γιατί της έπαιρνε ότι αποκτούσε με τόσο κόπο ; Γιατί Θεέ μου σ’ εμένα..
Η Μαίρη της κράτησε το χέρι και της το έσφιξε δυνατά. Μέσα στη θολούρα του πόνου της το παρομοίαζε με το χέρι που της είχε απλώσει κάποτε ο παππά Μανώλης εκεί… στο σχολείο όταν την είδε να κλαίει που κάποιο παιδάκι την απεκάλεσε..μπάσταρδο. Τότε του άπλωσε δειλά το δικό της και είχε χωθεί στην μαυροφορεμένη αγκαλιά του.
 Η οργή έφυγε ξαφνικά και την αντικατέστησε η ντροπή για το ξέσπασμα της το ανθρώπινο. Ο πόνος έμεινε και ότι της δίδαξε αυτός ο υπέροχος άνθρωπος τον κάλυψε και τον έκανε ακόμη πιο δυνατό για το χαμό του.
Ναι..σήμερα έχασε πραγματικά τους γονείς της, του γονείς που της έστειλε ο Θεός για να γίνει αυτό που είναι . Όφειλε να τους τιμήσει με τον τρόπο που τους άρμοζε, με το έργο της , με τη δουλειά και το κουράγιο της. Ναι..σήμερα έμεινε πια μόνη.



5 σχόλια:

  1. ταυτίζομαι με τους ήρωές σας, τον πόνο τους...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είσαι ακόμα στην αρχή, δεν έχει καν αρχίσει η πλοκή.

      Διαγραφή
  2. Mεχρι να τελειώσει δεν ξέρω πόσο κλάμα θα ρίξω!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που..κλαίς, θα πει ότι σε άγγιξε.

      Διαγραφή
  3. Κι αλλο κι αλλο......φιλακια βασω Λάρισα

    ΑπάντησηΔιαγραφή