Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

27η συνέχεια


Γυρίζοντας στην βάση της και στη ζωή της η Λενιώ όλα βρήκαν το δρόμο τους και η καθημερινότητα με τις ανάγκες της τη ρούφηξαν στη κυριολεξία.
 Ο Νίκος πεσμένος στις σπουδές και την εξάσκηση, εκείνη στη νέα της εργασία στο νοσοκομείο ,μαθητευόμενη σε χειρουργεία σε γέννες και γυναικολογικές περιπτώσεις ρουφούσε γνώσεις σαν σφουγγάρι. Μερικές φορές βοηθούσε τις γυναίκες και με τα δικά της γιατροσόφια  όλα  παρμένα από το βιβλίο της κυρίας Ιουλίας που τα βράδια είχε γίνει σύντροφος της. Όταν στο τέλος του ωραρίου της έβγαζε τη ποδιά της κουρασμένη  και ετοιμαζόταν για να φύγει κοίταζε το πρόσωπο της στο μικρό καθρέπτη του δωματίου και ένοιωθε μία ικανοποίηση για το επάγγελμα που έκανε. Ναι..το αγαπούσε..της γέμιζε τη ψυχή να φροντίζει όσους είχαν την ανάγκη της περισσότερο από κάθε άλλη ασχολία.
Ακούραστη, ευγενική και πάντα πρόθυμη έγινε σύντομα το απαραίτητο βοηθητικό  χέρι σε κάθε γιατρό που την ζητούσε επίμονα δίπλα του. Δεν κοιτούσε ποτέ ωράριο η Λενιώ, «θύμα» της έλεγαν κοροϊδευτικά οι συναδέλφισες της όμως σε αυτήν έτρεχαν όταν  ζητούσαν διευκόλυνση. Δεχόταν καλοπροαίρετα τα πειράγματα τους ,τις κοιτούσε με χαμόγελο και έπαιρνε τη θέση τους όπου την ήθελαν. Όλες την αγαπούσαν και την εκτιμούσαν ,τελικά είχε πάρει από ξένους τόση αγάπη που δεν της χάρισαν αυτοί που έπρεπε να της την δώσουν.
Με το Νίκο βλεπόντουσαν σχεδόν μόνο τα βράδια και ήταν τόσο κουρασμένοι και οι δυο τους που δεν προλάβαιναν ούτε καν να συζητήσουν τα καθημερινά τους. Έμενε τις περισσότερες φορές μαζί του, τον φρόντιζε και κάλυπτε όλες τις ανάγκες του στο σπίτι ώστε όταν γύριζε κουρασμένος και ήθελε να διαβάσει να έβρισκε τα πάντα έτοιμα γύρω του. Δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτήν , πάντα..από μικρή για κάποιον φρόντιζε , πάντα ήταν η..μαμά! Της ήταν αρκετό και μόνο το γλυκό χαμόγελο του και η ανακούφιση που έβλεπε στα μάτια του όταν όλα γύρω του δούλευαν σαν ρολόι. Τα βράδια πολλές φορές τον χάιδευε με τη ματιά της και κρυφά αφουγκραζόταν την ανάσα του δίπλα της παίρνοντας από αυτή την εικόνα ανάσα ζωής η ίδια. Απολάμβανε τη συντροφιά του όταν  επιτέλους συνέπιπταν τα ρεπό τους . Τότε προτιμούσαν μία ήσυχη ημέρα συνήθως στην εξοχή και ατελείωτες κουβέντες σε όνειρα και σχέδια στο μέλλον.
Της μιλούσε για το πιο σημαντικό όνειρο της ζωής του. Η επιστροφή στο χωριό του, ένα ιατρείο κοντά στους συντοπίτες του ,αναγνώριση, οικογένεια μαζί της και.. ένα .. δύο.. τρία  παιδιά να γεμίζουν τις αγκαλιές των γονιών του ! Λάτρευε τελικά την οικογένεια του και το έβρισκε η Λενιώ φυσικό, όλοι είχαν εναποθέσει επάνω του τα δικά τους όνειρα κι εκείνος έκανε πλάνο ζωής  δικό του την πραγματοποίηση τους. Όταν λοιπόν περπατούσαν συνήθως σε κάποιο εξοχικό μέρος  και μιλούσαν για τα πάντα ακουγόταν μόνον η δική του φωνή, τα δικά του σχέδια γιατί τα δικά της ήταν στηριγμένα πλέον σε αυτά. Στο μέλλον κατάλαβε με πόνο ότι αυτό ήταν λάθος, ότι και πάλι έβαλε τον εαυτό της σε δεύτερη θέση, λες και έπαιρνε από τη ζωή ότι περίσσευε από τη ζωή των άλλων.
Τον άκουγε ακουμπισμένη επάνω στα γόνατα του κάπου σε ένα δένδρο μισοξαπλωμένοι κι οι δυο τους στο χορτάρι..τα μάτια κλειστά και οι εικόνες να τρέχουν μπροστά της σαν ταινία του σινεμά. Εκείνος μιλούσε και το χέρι του χάιδευε τα μαλλιά της κάνοντας σβούρες και μπούκλες τις άκρες τους. Η ανάσα του στο μέτωπο της η μυρωδιά του κορμιού του στη μύτη της ερεθιστικά λατρεμένη. Η Λενιώ σκέφτηκε ότι δίπλα του ζούσε όσα ονειρευόταν κοιτάζοντας από το μικρό παράθυρο της στο σπιτάκι του χωριού το άπειρο στο λόγγο καθώς στα αυτιά της ηχούσαν οι βρισιές της μάνας της με τον άνδρα που ζούσε κάθε φορά δίπλα της. Αναλογίστηκε πόσες φορές οι ήχοι αυτοί έσβηναν λες και δεν ηχούσαν στο χώρο γιατί εκείνη τους απέκλειε από τη ζωή και το μέλλον της. Τότε έπλαθε γύρω της ένα κόσμο ονειρικά πλασμένο, ήρεμο, αγαπημένο σαν εικόνα οικογένειας από το πρώτο αλφαβητάρι της . Τώρα στην αγκαλιά του τον  άφηνε να μιλάει, και η φωνή του βάλσαμο σε κάθε πληγή μέσα της την θωράκιζε για ότι δύσκολο τυχών θα συναντούσε.  Έτσι είναι η ζωή της ..άσπρο..μαύρο …μα δεν ήξερε τότε ότι υπήρχαν και γκρίζες στιγμές σε κάθε σχέση από εκείνες που δεν περιμένεις.
Περίεργο πράγμα η ζωή των ανθρώπων, μερικούς τους «σφραγίζει» θαρρείς με χρυσόσκονη και νεραϊδίσιες ευχές και άλλους τους βάζει από την ώρα που έρχονται στο κόσμο εμπόδια να περάσουν βουνά να δρασκελίσουν και κατηφόρες να κυλήσουν παλεύοντας με ότι βγει μπροστά τους. Μία από αυτούς ήταν και η Λενιώ φαίνεται..σημαδεμένο παιδί, με σκοπό της ύπαρξης της να ..παλεύει για να σταθεί όρθια μιας και τα κύματα μπροστά της δεν θα είχαν τελειωμό. Ενάμιση  χρόνος ευτυχίας ήταν το μόνο που της έδωσε για δώρο η μοίρα της εκείνο τον καιρό και μετά…
 Τα κύματα ήρθαν απανωτά τόσο που δεν πρόλαβε ούτε καν να προσέξει και να προφυλαχτεί. Ήταν ένα πρωινό από εκείνα που τίποτα δεν σου λέει ότι θα γίνουν σταθμός της ζωής σου. Η μέρα ξεκίνησε με έναν ήλιο δυνατό, ένα κελάιδισμα πουλιών έξω από το παράθυρο της, ένα βιαστικό φιλί έξω από τη στάση του λεωφορείου από το Νίκο . Έπειτα πολλές καλημέρες από του φίλους της γειτονιάς που την καλημέριζαν πάντα στη βιασύνη της, το στρίμωγμα στο λεωφορείο της γραμμής.  Στη θέση δίπλα της μία κυρία με μπόλικες..καμπύλες την πέταξε σχεδόν από το κάθισμα. Κατεβαίνοντας ένα ευρώ που βρήκε στο δρόμο της το θεώρησε γούρι και το έβαλε στη τσέπη της. Λίγο μετά το άφησε να κυλήσει στο καπέλο ενός νεαρού που έπαιζε απαλά και βαριεστημένα λιγάκι ένα τραγούδι στη κιθάρα του ακουμπισμένος στο τοίχο της κλινικής που δούλευε. Τον έβλεπε σχεδόν κάθε μέρα εκεί, φαινόταν ότι ζούσε σε άλλο κόσμο μα επέμενε να παίζει τη κιθάρα του πάντα έτσι..μελαγχολικά ..σαν το μόνο σημάδι υπερηφάνειας που τον διαφοροποιούσε από τον όρο «ζητιανιά» .
Μπήκε στο κτίριο χαμογελαστή όπως πάντα, χτύπησε τη κάρτα εργασίας και αφού χαιρέτησε ανάμεσα σε πειράγματα τις νυσταγμένες συναδέλφους της φόρεσε τη λευκή ποδιά και μπήκε με φούρια στη καθημερινότητα της δουλειάς της. Ήταν σχεδόν μεσημέρι όταν ένοιωσε πάλι αυτό το πόνο που τώρα τελευταία της παρουσιάστηκε στο κάτω μέρος της κοιλιάς της και δεν του είχε δώσει σημασία.. Θυμήθηκε τη κυρία Ιουλία που της έλεγε τη φράση : « η μοδίστρα άραφτη και η κομμώτρια αχτένιστη παιδί μου..» όταν της ανέβαινε η πίεση και ξεχνούσε το τσάι με τα βότανα που έπινε γι’ αυτήν.
Με τη τόση δουλειά που είχε κάθε μέρα δεν προλάβαινε να ασχοληθεί με τον εαυτό της, αμέλησε τις μικρές αιμορραγίες που είχε κατά διαστήματα στη περίοδο της και η «ακαταστασία» της αυτή ξεχνιόταν μόλις περνούσε με ένα φάρμακο. Προσπάθησε να το προσπεράσει, είχε τόσες δουλειές να κάνει στο πρόγραμμα της που ο πόνος της έγινε μικρός .Βοηθούσε ένα γιατρό σε αλλαγή ραμμάτων όταν μία σουβλιά την έκανε να αναπηδήσει και να βγάλει μια μικρή κραυγή.
-Λενιώ είσαι εντάξει ; τη ρώτησε ο γιατρός Αποστολάκος  κοιτάζοντας την στη αρχή ξαφνιασμένος μα μετά το βλέμμα το στυλώθηκε στο πρόσωπο της επίμονα. Δεν σε βλέπω πολύ καλά, είσαι ιδρωμένη και χλωμή.. Ας τελειώσουμε από εδώ Και πάμε να σε φροντίσουμε.
- Δεν είναι τίποτε γιατρέ μου, σας ζητώ συγνώμη, κάτι περαστικό μάλλον κάτι με πείραξε στο φαγητό μου αυτές τις μέρες.
Δάγκωνε τα δόντια της και προσπάθησε να τελειώσει με ψυχραιμία και ηρεμία τη δουλειά της. Όταν όλα τελείωσαν, έδωσε τις τελευταίες φροντίδες στην ασθενή  και μάζεψε κάθε εργαλείο . Χαιρέτησε με τον απαιτούμενο σεβασμό τον γιατρό  και έφυγε παίρνοντας μαζί της το τροχήλατο τραπεζάκι με τα εργαλεία. Έφθασε μέχρι τη γωνία όταν ο δυνατός πόνος την ξέσκισε σαν μαχαίρι τα σωθικά της. Θεέ μου σκέφτηκε, πεθαίνω, τόσο δυνατός ήταν ο πόνος !  Έχασε την ισορροπία της , έπεσε επάνω στο καρότσι  και κυλίστηκαν και οι δύο με ένα φοβερό θόρυβο στον ήσυχο διάδρομο της κλινικής.
Από εκείνη τη στιγμή όλα θόλωσαν όλα έγιναν σαν ένα ανάκατο μπερδεμένο κουβάρι στο μυαλό της. Οι φωνές των άλλων κοριτσιών , ο γιατρός που της μιλούσε μα σχεδόν δεν καταλάβαινε τι της έλεγε. Οι πόνοι φοβεροί, έπιανε τον εαυτό της να μη μπορεί καν να σκεφτεί. Ένοιωσε να την σηκώνει στην αγκαλιά του  ο τραυματιοφορέας του ορόφου, μετά έβλεπε την οροφή να περνάει σαν αστραπή μπροστά από τα μάτια της. Ο γιατρός Αποστολάκος άρχισε να την πιέζει σε κάθε μεριά και μετά ..τον άκουσε να φωνάζει σε μία συνάδελφο της.
-Μαίρη  γρήγορα φώναξε τον αναισθησιολόγο μου πάμε χειρουργείο, αμέσως τώρα, τώρα σου λέω, είναι μάλλον κάτι σοβαρό..
Μετά τη χάιδεψε στα ιδρωμένα της μαλλιά και της είπε καθησυχαστικά όπως σπάνια μιλούσε σε προσωπικό:
-Μη φοβάσαι μικρή μου..  όλα θα πάνε καλά!
Σκέφτηκε η Λενιώ εκείνη τη στιγμή μέσα στη ζάλη που της προκάλεσε η ένεση που της έβαλαν ότι το ίδιο διάβασε σε ένα κεντημένο πίνακα..κάπου… δεν μπορούσε να θυμηθεί που..κάπου. Μετά χάθηκε σε κενό, σε κόσμους χωρίς καν όνειρα.
Ξύπνησε σε ένα από τα δωμάτια της κλινικής, πόσες φορές είχε μπει σε ένα τέτοιο δωμάτιο όταν ξυπνούσε κάποια από αναισθησία. Πάγωνε, έτρεμε θαρρείς, βόγκηξε μα λες και δεν ακούστηκε στο χώρο. Το χέρι της Μαίρης δίπλα της κράτησε ακίνητο το δικό της με τον ορό και τη βελόνα στο δέρμα της. Ένοιωσε ένα φιλί στο μάγουλο της, τρυφερό ,υγρό από δάκρυα. Πάντα πίστευα ότι η Μαίρη με αγαπάει σκέφτηκε και προσπάθησε να χαμογελάσει.
-Μας τρόμαξες αταχτούλα, μας πέθανες θα έπρεπε να πω..Κάτσε ήσυχη, μη μιλάς, ήμαστε όλοι κοντά σου, θέλω να το ξέρεις. Γέλασε βεβιασμένα και συμπλήρωσε με χιούμορ:
-Να ζηλέψω που ο νεαρός αναισθησιολόγος σχεδόν πέθανε μαζί σου από ενδιαφέρον; Αν δεν ήξερα ότι τα έχεις με το Νίκο θα ..ζήλευα! Πήρα το θάρρος και έψαξα τα πράγματα σου, τηλεφώνησα στο Νίκο και μη μου φέρνεις αντίρρηση, έπρεπε.. Αν είχες κάποιον συγγενή εδώ ίσως έπαιρνα εκεί μα ξέρω ότι είσαι μόνη.
Ήταν ζαλισμένη η Λενιώ  , σχεδόν απλά αντιλαμβανόταν τα πάντα λες και ζούσε μέσα σε ένα όνειρο. Τι έγινε; Τι της έκαναν; Τι θα έλεγε ο Νίκος; Αχ! Δεν έπρεπε να τον ανησυχήσουν. Τι έπαθε;
Η Μαίρη σηκώθηκε όταν μπήκε στο δωμάτιο ο γιατρός, αντάλλαξαν μία ματιά με νόημα και σφίγγοντας της το χέρι βγήκε διακριτικά από το δωμάτιο. Η Λενιώ προσπάθησε να ανασηκωθεί μα στάθηκε αδύνατο. Ο γιατρός την σταμάτησε με ένα απλό νεύμα και το ύφος του τώρα που το πρόσεχε ήταν περισσότερο σοβαρό από ότι το συνήθιζε.
Ο γιατρός Αποστολάκος ήταν ένας πολύ δύσκολος άνθρωπος όπως έλεγαν όλες οι νοσοκόμες. Είχε αρκετά χρόνια σε αυτή τη κλινική και στα 64 του χρόνια αντιμετώπιζε τους πάντες με την υπεροχή της πείρας του . Απαιτητικός και νευρικός πολλές φορές μα η φήμη και τα αποτελέσματα της δουλειάς του ήταν τέτοια που δεν μπορούσες να μη καταλάβεις και να αποδεχθείς τις μικρές του ιδιοτροπίες.
Με τη Λενιώ είχε βρει την ιδανική βοηθό του όπως έλεγαν όλοι γιατί ήταν η μόνη που καταλάβαινε τα ξεσπάσματα του, τις σιωπηλές σχεδόν με ένα νεύμα απαιτήσεις του την ώρα της δουλειάς και αμίλητη πάντα τις εκτελούσε. Μία φορά μάλιστα που έβαλε τις φωνές στο χειρουργείο και κατσάδιαζε τους πάντες εκείνη αντιμετώπισε με ψυχραιμία το ξέσπασμα του και παρέμεινε δίπλα του στη θέση της χωρίς να τον φοβηθεί . Όταν όλα τελείωσαν και βγήκαν από μέσα τον θυμάται ακόμη να κατεβάζει τη μάσκα του να της χαμογελάει και να της κάνει με το χέρι του ένα χαιρετισμό …στρατιωτικό .
-Είσαι κατάλληλη για ένα νευρικό και δύστροπο γιατρό σαν κι εμένα μικρή, της πέταξε πίσω από τη πλάτη του φεύγοντας..
Από τότε την ζητούσε συστηματικά σε κάθε του επέμβαση και όταν είχε να κάνει κάποια προσεκτική μικροεπέμβαση σε δύσκολη περίπτωση. Κάθε δε φορά της εξηγούσε τι έκανε και γιατί το έκανε λες και είχε δίπλα του ένα μαθητή του .Τον ικανοποιούσε η προσοχή της σε όσα έλεγε, η ικανότητα της να ξεχωρίζει τις καταστάσεις σε βαθμούς κινδύνου και η ταχύτητα της στις κινήσεις της .Κρίμα που δεν πήγε στην Ιατρική αυτό το κορίτσι σκεπτόταν πολλές φορές, θα γινόταν μία ξεχωριστή επιστήμων. Ίσως αν ήξερε τη ζωή της θα καταλάβαινε και θα εκτιμούσε ακόμα περισσότερο αυτά που με τόσο κόπο κατάφερε.
Τώρα λοιπόν την κοίταζε με πόνο σχεδόν και προσπαθούσε να βγάλει από μέσα του τον πεθαμένο συναισθηματισμό του , να πατήσει επάνω του για να την εξηγήσει..να της πει..γι’ αυτό που έκανε..γι’ αυτό που έπρεπε να κάνει στο χειρουργείο με δική του ευθύνη.
Η Λενιώ ξαφνιάστηκε όταν τον είδε να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού της και να της πιάνει το χέρι τόσο φιλικά. Τότε κατάλαβε ξαφνικά ότι έπρεπε να γίνει δυνατή για να ακούσει, να καταλάβει…
-Γιατρέ μου δεν το συνηθίζετε να είστε έτσι ,του είπε με αδύναμη φωνή, είμαι έτοιμη να ακούσω, καταλαβαίνω ότι κάτι είχα...
-Λενιώ μου είμαι σε δύσκολη θέση μα θα γίνω πάλι αυτό που είμαι όταν μιλώ σε ασθενείς μου και τους λέω την αλήθεια, καταπρόσωπο και χωρίς περιστροφές και μισόλογα. Ελπίζω , πιστεύω ότι θα με ακούσεις και θα αντιμετωπίσεις ότι σου πω με τη δύναμη και τη ψυχραιμία που σε διακρίνει. Έχεις ένα δεσμό έμαθα, με νέο συνάδελφο, έτσι δεν είναι; Λοιπόν ..λοιπόν είχες εγκυμοσύνη..τριών μηνών και μένω κατάπληκτος που δεν το κατάλαβες.
Η Λενιώ ζαλίστηκε από αυτό που άκουσε..έγκυος..ήταν έγκυος..άραγε το έμαθε και ο Νίκος; Πάντα έπαιρναν προφυλάξεις, πάντα πρόσεχαν , δεν ήταν έτοιμοι ακόμα για δεσμεύσεις και υποχρεώσεις. Ξεροκατάπιε το δάκρυ που κύλησε και μπήκε στην άκρη του στόματος της, ένοιωσε ντροπή και κατέβασε τη ματιά της από το γιατρό. Τι θα σκέπτεται σκέφτηκε γι’ αυτήν.
-Κορίτσι μου δεν σε κρίνω για την εγκυμοσύνη, νέα γυναίκα είσαι ερωτευμένη, συμβαίνουν αυτά αν και..δεν σου συγχωρώ ότι με τα σημερινά μέσα δεν πρόσεξες όσο έπρεπε.
Πήρε μία βαθιά ανάσα και ξανάγινε αυτό που πάντα ήταν, που έπρεπε να είναι αυτή τη στιγμή ο γιατρός Αποστολάκος. Ευθύς, λιγάκι ψυχρός και ρεαλιστικά απότομος.
-Η εγκυμοσύνη σου ήταν προβληματική δυστυχώς, είχαμε εξωμήτριο σύλληψη Λενιώ με ρήξη της αριστερής σάλπιγγας. Όπως καταλαβαίνεις αφαίρεσα τη σάλπιγγα , δεν είχα άλλη λύση.
Η Λενιώ τον άκουσε και αισθάνθηκε λες και μιλούσαν για κάποια ασθενή άλλη, έτσι δεν αντέδρασε όπως περίμενε ο Γιατρός. Μέσα της σκέφτηκε ότι μπορούσε να κάνει παιδί στο μέλλον και με μία σάλπιγγα, το είχε δει σε ασθενή. Ο Αποστολάκος λες και κατάλαβε τη σκέψη της, έβαλε το χέρι του στον ώμο της και της τον έσφιξε απότομα λες και ήθελε να μεταφέρει το πόνο που θα της προκαλούσε με τα επόμενα λόγια του σε άλλο μέρος.
-Λενιώ μου υπήρχε και κάτι άλλο που είδα κατά την εγχείρηση και πρέπει να σου το αποκαλύψω. Έχεις μία σπάνια δυσπλασία στη μήτρα, εκ γενετής, δεν θα μπορέσεις ποτέ να κάνεις φυσιολογική εγκυμοσύνη. Αυτός είναι και ο λόγος ίσως που έγινε η εγκυμοσύνη στη σάλπιγγα. Η μήτρα σου θα απορρίπτει κάθε εγκυμοσύνη, υπάρχει τέτοια στένωση που καμία κύηση δεν θα υπερβαίνει το 3ο μήνα . Λυπάμαι..λυπάμαι όμως μάνα γίνεσαι σε όποιο παιδί μεγαλώνεις μικρή μου .Εκεί έξω θα υπάρχουν πάντα παιδιά που ζητούν μία μητέρα και εσύ είσαι από αυτές που θα δώσεις αγάπη χωρίς να σταθμίσεις τους δεσμούς αίματος. Λυπάμαι. Σε αφήνω να αποδεχθείς μόνη σου όσα σου είπα, ξέρω ότι είσαι ένα ψύχραιμο κορίτσι, λογικό και με δύναμη.
Σηκώθηκε και για πρώτη φορά αισθάνθηκε τόσο αμήχανα αδύναμος να ελέγξει τον τρόπο να αντιμετωπίσει αυτό το πόνο που αντίκρισε  στα όμορφα μελιά της  μάτια. Έβηξε ελαφρά, έβαλε τα χέρια του στις τσέπες της ποδιάς για να κρύψει τις γροθιές του, χαιρέτησε αδέξια και έφυγε με γρήγορα βήματα λες και τον κυνηγούσε κάτι. Έξω από τη πόρτα η Μαίρη αντίκρισε το βλέμμα του , χαμήλωσαν και οι δύο τα μάτια και βουβά αντάλλαξαν τις σκέψεις τους.
-Άσε την μόνη, χρειάζεται χρόνο και ..τον κρυφό δυνατό εαυτό της.


Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

26η συνέχεια



Η Λενιώ γυρίζοντας από το χωριό του Νίκου έκοψε τα εισιτήρια για Κρήτη και δίνοντας στον αγαπημένο της μία ατελείωτη αγκαλιά τον αποχαιρέτησε από το πλοίο το επόμενο απόγευμα κουνώντας του το χέρι..σαν εικόνα από παλιά ελληνική ταινία. Μέσα της ένοιωθε κι όλας ότι της..έλειπε όμως η σκέψη της χαράς που θα έβλεπε στα μάτια της οικογένειας που την περίμενε την έκανα να αισθάνεται πόσο πολύ αγαπούσε αυτούς τους ανθρώπους.
Δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι στη κουκέτα της , έκαμνε σχέδια πως θα τους διηγηθεί τη σχέση της με το Νίκο, είχε και τους φόβους μήπως δεν συμφωνήσουν για κάτι. Το ξημέρωμα τη βρήκε στη Κρήτη και κατεβαίνοντας στο λιμάνι απόλαυσε τη πρωινή δροσιά σε ένα μαγευτικό μέρος που γνώριζε μόνο μέσα από τις νοσταλγικές κουβέντες του παπά Μανώλη. Αισθάνθηκε ότι αγάπησε αυτό το τόπο από το πρώτο της βήμα εδώ..λες και γύριζε στη πατρίδα..στο μέρος που γεννήθηκε..στο μέρος που θα ήθελε να γεννηθεί..στους «γονείς» που θα ήθελε να είχε.
Η δυνατή φωνή του Παπά Μανώλη ακούστηκε θαρρείς σε όλη τη προκυμαία και η αγκαλιά του δυνατή όσο και η αγάπη του της έδωσε όσα ήθελε να πάρει από τη πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της. Πόση ευγνωμοσύνη ένοιωθε πάντα όταν τον έβλεπε, πόση σιγουριά και ασφάλεια.
Η μάνα της..άραγε αυτή που βιολογικά είχε το δικαίωμα του τίτλου αυτού..η μάνα της..που ήταν άραγε..γιατί δεν την αγάπησε;  Δάγκωμα στη καρδιά της και βάλσαμο η ατελείωτη φλυαρία του καλού ιερέα στο αμάξι που την έβαλε για να τη πάει στο μικρό χωριό του , στο σπίτι, στη «παπαδιά» του όπως έλεγε γελώντας.
Ήταν ένα όμορφο μικρό χωριό σε ύψωμα που από εκεί αγνάντευες το γαλάζιο της θάλασσας. Πανέμορφο, απλό και με μικρά σπιτάκια, χωμάτινοι δρόμου και ένα εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία απόμακρο στη κορυφή του χωριού. Προσπέρασαν άλλες αυλές και δέχθηκαν το χαιρετισμό όλων των συγχωριανών που συνάντησαν.
-Καλώς τα δέχθηκες παπά Μανώλη, άρχισε να κερνάς τσικουδιές και σκαλτσούνια πες τη κυρά.
Η κυρία Ιουλία την περίμενε έξω από τη πόρτα, στη μικρή αυλή του σπιτιού που την γέμιζαν οι ατελείωτες γλάστρες με τους βασιλικούς και τα αγαπημένα της βότανα. Χώθηκε με λαχτάρα στην αγκαλιά της και βρήκε όσα ήθελε σε αυτήν , τη μάνα..ο Θεός όπως έλεγε συχνά ο γέροντας « παίρνει και..δίνει κόρη μου!»
Ένας ..σαματάς ακολούθησε από τους δυο τους, ο παπά Μανώλης και η γυναίκα του κινιόντουσαν ασταμάτητα στο μικρό σαλονάκι φέρνοντας κεράσματα και νερό, τσικουδιά για το καλό το χαμπέρι και έψαχναν να βρουν κάθε λογής πράμα να της προσφέρουν.
-Χλωμή σε βλέπω κόρη μου, ίντα έπαθες μαθές και έγινες σαν του κρινιού το χρώμα; Ιουλία φέρε φαί, φέρε γάλα και ξεροτήγανα , ψυχανεμίζομαι ότι δεν έχει βάλει στάλα φαί στο στόμα της μαθές. Βάλε και αμύγδαλα με καρύδια στο τάσι να τα μασουλίσει να της δώσουν δύναμη, ρίξε και μέλι με κανέλα..ακούς Ιουλία;
Τους άκουγε, τους έβλεπε και δεν τους χόρταινε η Λενιώ, ήταν η τύχη της ζωής της, οι άνθρωποι που της άλλαξαν τη τύχη και το πεπρωμένο της. Ήταν αυτοί που τους την όφειλε τα πάντα μαζί με όση αγάπη μπορούσε να κρύβει ένα παιδί παραπεταμένο σαν κι αυτήν. Μέσα στο μυαλό της σαν ταινία γύρισαν οι εικόνες της παιδικής ζωής της και για μία κόμη φορά το μόνο φως..είχε το όνομα τους.
Τα μάτια της έκλειναν από τη νύστα είναι αλήθεια όμως η χαρά τους δεν είχε αντίκρισμα και η ζεστασιά της αγάπης τους η καλύτερη ξεκούραση. Τους άφησε να την κανακέψουν , δοκίμασε όσο μπορούσε ότι της προσέφεραν και δέχτηκε τις ατελείωτες ερωτήσεις τους χωρίς να βρει..κενό να προλάβει να τους απαντήσει.
-Μανουλιό  μου κουζουλάθηκες ..άστη τη κοπελιά να πάει να στο κονάκι να ξεκουράσει το κορμάκι της. Σκέψου, ταξίδευε όλη τη νυχτιά.. Μανώλη ..όταν ξαποστάσει τα λέμε..να φτιάξω και τη πίτα με τα χόρτα που μάζωξες εψές..Άιντε κοπελιά μου να σου δείξω που θα κοιμηθείς.
-Σωστά τα λες κυρά μου ,κουζουλάθηκα από τη χαρά, περίμενα καιρό αυτή τη μέρα το ξες καλά..
Από τη κούραση η Λενιώ δεν έβγαλε λέξη να αντισταθεί από ευγένεια περισσότερο , πήρε τη μικρή τσάντα της με τα πράγματα της και με χαμόγελο ακολούθησε τη «μάνα» Ιουλία που την οδηγούσε μουρμουρίζοντας για τις κουζουλάδες όπως έλεγε του Μανουλιού της. Την οδήγησε σε μία μικρή κάμαρα , ένα λιτό δωμάτιο με το χτιστό κρεβάτι ντυμένο με πεντακάθαρα κεντητά σεντόνια. Ένα τραπέζι ξύλινο, μικρό με μία κανάτα νερό κι ένα ποτήρι σκεπασμένα και τα δυο με λευκά κεντημένα πετσετάκια όπως το σπίτι τους που θυμόταν η Λενιώ στο χωριό.
Στο τοίχο ένα χαλί υφαντό πλάι από το μικρό κρεβάτι με εικόνες από κυνήγι..σίγουρα δικό της έργο υφαντό στον αργαλειό που είδε αργότερα στο άλλο δώμα.. Πλάι ένας κεντημένος μικρός πίνακας με φθηνή απλή κορνίζα… «κι’ αυτό θα περάσει», ένα μικρό πουλάκι επάνω στο κεντημένο κλαδί με τα κατακόκκινα λουλούδια. Σοφίες της Κρήτης που της τις έλεγαν μικρή .Σπίτι..γύρισε σπίτι της..επιτέλους το σπίτι που πάντα ονειρευόταν. Άφησε τη τσάντα στη ξύλινη καρέκλα με το λεπτό  πλεχτό μαξιλαράκι επάνω της και τη άνοιξε. Έβγαλε τη θήκη που είχε τοποθετήσει για προφύλαξη το δίπλωμα της και της το έδωσε με συγκίνηση.
-Μάνα..πάρε το, δώσε το στο Πατέρα…. σας ανήκει..είναι δικό σας..
Η κυρία Ιουλία δάκρυσε, το ακούμπησε στο κόρφο της και μετά την έσφιξε στην αγκαλιά της.
-Παιδί μου ο Θεός σε έστειλε σε μας όταν κατάλαβε ότι έπρεπε να μας δώσει μία προσφορά  στη θέση του δικού μας παιδιού που το θέλημα Του ήταν να πάρει κοντά του. Είσαι το ιδανικό κοπέλι για μας..έγινες η ελπίδα και τα όνειρα μας, η προσευχή και ο σκοπός μας τώρα πια..
Η Λενιώ μέσα στα κρυφά δάκρυα της ψυχής της σκέφτηκε ότι δεν μπορούσε να υπήρχαν άλλοι άνθρωποι σ’ αυτό τον κόσμο σαν κι αυτούς τους δύο. Πολλές φορές στη ζωή αναρωτιόμαστε γιατί μας συμβαίνει κάτι, πικραινόμαστε, λέμε ίσως φωναχτά παραπονιάρικες σκέψεις και αμφιβολίες..Μετά..η ζωή σου φέρνει στο δρόμο της ένα ολάνθιστο μπουκέτο μπροστά σου κι εσύ το παίρνεις και το βάζεις δίπλα σου ξέροντας ότι δεν θα μαραθεί ποτέ. Υπάρχουν μπουκέτα που δεν μαραίνονται..ακόμα και όταν η δροσιά χαθεί εκείνο ολάνθιστο στα μάτια και τη καρδιάς σου να σου θυμίζει ότι ο θεός υπάρχει , δεν λησμονεί και δεν εγκαταλείπει.
Ο ύπνος της αρκέστηκε σε λίγες ώρες και νωρίς το απόγευμα σηκώθηκε βρήκε τα σύνεργα του καφέ ψάχνοντας τα ντουλάπια με προσοχή να μη κάνει θόρυβο και ετοίμασε στο δίσκο τα καφεδάκια που αγαπούσαν. Καθόντουσαν στην αυλή μαζί το ζευγάρι , εκείνος ακουμπισμένος στο ξύλινο μπαστούνι του κι εκείνη τον άκουγε ενώ συγχρόνως έπλεκε τη δαντέλα της με το τσιγκελάκι .
Πρόβαλε από τη πόρτα χαμογελαστή με το δίσκο στο χέρι και στα μάτια τους είδε όλη τη χαρά της ζωής να φωτίζει σαν αχτίδα που πρώτη ξεμυτάει στην αυγή.
-Άιντε η κοπελιά μας Ιουλία..ήρθε η κοπελιά μας, το καμάρι μας..άνοιξε το σπίτι μας Ιουλία..άνοιξε.
Έσυρε ένα κάθισμα κοντά τους και ακούμπησε το δίσκο στο μικρό ξύλινο τραπεζάκι προσέχοντας να μη παρασύρει το υφαντό που το στόλιζε με τόση χάρη και το γλαστράκι με το βασιλικό.
Εκεί λοιπόν κοντά τους κρατώντας τα χέρια τους στα δικά της άνοιξε πάλι τη καρδιά της και τους διηγήθηκε όλα όσα πέρασαν σ’ αυτά τα λίγα χρόνια που τους χώρισαν. Ήταν όπως παλιά, όταν έτρεχε σ’ αυτούς πονεμένη από τις βρισιές της μάνας της, από τις γεμάτο οίκτο ματιές των γειτόνων, από εκείνα που ήθελε να ξεφύγει και τα άλλα που υπόμενε γιατί δεν είχε άλλη λύση.
 Την άκουσαν με προσοχή χωρίς να την διακόψουν , τα μάτια τους είχαν μόνον αγάπη, τα χείλη τους χαμόγελο αποδοχής σε όσα έλεγε. Τα καφεδάκια συνόδεψαν τα λόγια της, η δαντέλα έμεινε στην άκρη και το κρύο νερό στα ποτήρια έβρεχαν τα χείλη της για να της δώσει το κουράγιο να τα πει. Όταν τελείωσε χαμήλωσε τα μάτια και έπαιξε με τα δάχτυλα της την άκρη από το υφαντό περιμένοντας τη γνώμη τους και τη κρίση τους.
0 παπά Μανώλη σηκώθηκε όρθιος και σήκωσε τα σταυρωμένα δάχτυλα του για να κάνει το σημάδι του σταυρού επάνω στο μαυροφορεμένο στήθος του.
-Μέγας είσαι κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου..όλα τα κάνεις εν σοφία και δίνεις τη λύση σε  όλα .Λενιώ μου σου είχα εμπιστοσύνη από τότε που αντίκρισα τα λερωμένο προσωπάκι σου από τη κάπνα της σόμπας στο σπίτι σου..Μου είναι αδύνατον να αμφισβητήσω τη κρίση και την επιλογή σου. Να έχεις την ευχή μας κόρη μου και εμείς εδώ ήμαστε..θα σου κάνουμε ένα γάμο Κρητικό όπως τον έχουμε στα μέρη μας. Γιατί αυτό σου ζητάω μόνο , ένα γάμο εδώ..στα μέρη μου στη μικρή εκκλησιά μου, ευλογημένο από εμένα , η κόρη που αποκτήσαμε , η δεύτερη ευκαιρία του θεού για μας. Έτσι δεν είναι Ιουλία ; για ποιαν τις πλέκεις τις δαντέλες κυρά μου θαρρείς δεν το ξέρω; Σήκω επαέ  και φέρε τσικουδιά να ευλογήσουμε τη κουβέντα μας..τι με τηράς; Ιουλία τσικουδιά είπα !
-Ακόμα νωρίς είναι πατέρα, δεν λέμε ακόμα για γάμο μα απλά θέλουμε να επισημοποιήσουμε τη σχέση μας με την ευλογιά των δικών του και των δικών μου ανθρώπων..εγώ ..μόνον εσάς έχω..Μόλις γυρίσω πιάνω δουλειά, εκείνος τελειώνει σε λίγο μα έχει αγώνα και δρόμο μπροστά του για ειδικότητα..όλα θα πάνε καλά όπως λες κι εσύ μητέρα. Έχω πλέον κάποιον δίπλα μου, έχω όνειρα, αγάπη, μέλλον..Σας οφείλω τόσα..πως θα μπορέσω να σας το ξεπληρώσω ποτέ;
Κάθισε μία εβδομάδα στη Κρήτη, μία υπέροχη εβδομάδα στο σπίτι τους γεμάτη με εικόνες και γνωριμίες. Την τριγύριζαν σε φίλους και γνωστούς δείχνοντας και το δίπλωμα της που..όλως τυχαίως το είχε μαζί του στο ράσο του ο Παπά Μανώλης. Με το Νίκο μιλούσε σχεδόν κάθε μέρα στο τηλέφωνο και πάντα τα μάτια της έλαμπαν από τον έρωτα που ξεχείλιζε μέσα της.
Παραμονή που θα έφευγε το σπίτι λες και άρχισε να σκοτεινιάζει για το γηραιό ζευγάρι μα κάνανε τη προσευχή τους τα βράδια ευχαριστώντας το Θεό γιατί θα είχαν πλέον άλλα όνειρα και σχέδια να συζητούν μόνοι τους μέχρι να την ξαναδούν.
-Σας υπόσχομαι ότι με τη πρώτη ευκαιρία θα έρθουμε με το Νίκο να τον γνωρίσετε, να μιλήσετε και ..να δείτε ότι έχω δίκιο που τον ξεχώρισα.
Το βράδυ θα έπαιρνε το πλοίο και η κυρία Ιουλία την φώναξε στη κάμαρά της να της μιλήσει..
-Κορίτσι μου θέλω να σου κάνω ένα δώρο, δεν είναι πολύτιμο μα είναι ..η ζωή μου και οι γνώσεις μου σε κάτι που ξέρεις ότι αγάπησα, τα βότανα μου. Εσύ είσαι πια η κόρη μου και κάτι με σπρώχνει να σου το δώσω τώρα, ίσως σε βοηθήσει και στη δουλειάς σου. Ξέρω ότι εσείς οι μορφωμένοι θα το γελάτε μα… ποιός ξέρει..ίσως στο μέλλον να καταλάβουν ότι η Φύση μας δίνει όπως και η Πίστη τα πάντα με ασφάλεια .
Έβγαλε το χειροποίητο βιβλίο τετράδιο της, καλυμμένο κι αυτό με ύφασμα κεντημένο από έξω. Το άνοιξε η Λενιώ και γέμισε με αναμνήσεις. Θυμήθηκε μικρή που την τραβούσε στις γλάστρες και στο λόγκο η κυρία Ιουλία να της δείξει ένα ένα όλα τα φυτά, να τα τρίψει στα δάχτυλα της ώστε να βγει το άρωμα τους .Έπειτα της έδειχνε πως το ζωγράφιζε σε αυτό το τετράδιο και δίπλα του το περιέγραφε και έβαζε τις συνταγές που έφτιαχνε με αυτό και τις θεραπευτικές ιδιότητες τους. Φάρμακο για το πόνο, για τη μόλυνση, για τα δερματικά, για το πυρετό και το σπασμό. Όλους τους γιάτρευε τότε η κυρία Ιουλία χωρίς αντίκρισμα και δεχόταν και τον θαυμασμό τους για τα αρώματα και τις κρέμες που έφτιαχνε για τις όμορφες του χωριού, νέες και μεστωμένες.
-Δεν μπορώ να το πάρω μητέρα μου, έχεις πολλά να κάνεις ακόμα, θα μου το δώσεις αργότερα, στο γάμο μου ίσως.
-Όχι, θέλω τώρα να σου το δώσω, κάτι μου λέει ότι θα το χρειαστείς  καλό μου παιδί, κοπέλα μου, φως των ματιών μας. Την αγκάλιασε πάλι και την έσφιξε επάνω της με δύναμη, η Λενιώ αισθάνθηκε κάτι σαν ανατριχίλα στο κορμί της που έσφιξε θαρρείς τη καρδιά της .Σαν αστραπή πέρασε μέσα της κάτι σαν προμήνυμα δυσοίωνο ότι ..ότι..δεν ήθελε ούτε καν σαν σκέψη να το σκεφτεί, να το πει στον εαυτό της.
Την οδήγησαν στο λιμάνι, το πλοίο της έφευγε στις 7 και θα έπιανε Πειραιά στις 7 τα ξημερώματα. 
Εκεί στο λιμάνι ο παπά Μανώλης τη πήρε στην άκρη , την ευλόγησε με το χέρι του όπως πάντα και της έβαλε στο χέρι ένα μασούρι μικρό με χαρτονομίσματα. Η Λενιώ αναπήδησε και άνοιξε το στόμα της που είχε ξηραθεί από το ξάφνιασμα να πει, να διαμαρτυρηθεί.
-Σώπα κοπελιά μου, είναι για το δίπλωμα και το ξεκίνημα σου. Για σένα τάχα, γι’ αυτή την ώρα..Πάρε κι αυτό ..της έβαλε στη παλάμη ένα φάκελο..  Έχει το όνομα του δικηγόρου μας, είσαι ότι έχουμε, εμείς γεράσαμε πια..πρέπει να έχουμε κάποιον πίσω μας. Να ξέρει ο γαμπρός ότι δεν είσαι μόνη κι ότι εμείς στη Κρήτη τα κοπέλια μας τα χρυσώνουμε και είμαστε δίπλα τους στα καλά και τα δύσκολα.. Άιντε στο καλό παιδί μου και την επόμενη φορά θα έρθεις για τα επίσημα και τις χαρές μας με το Νίκο και τα συμπεθεριά.
Στο καράβι η Λενιώ έκλαψε με τη ψυχή της κοιτάζοντας τη δύση του ήλιου στη θάλασσα..Πώς να ξεχαστούν τέτοιοι άνθρωποι  ;  Μπορεί κανείς να φανεί αχάριστος σε κάποιους που της φέρθηκαν όπως δεν της φέρθηκε το ίδιο της το αίμα; Σκεπτόταν ότι όσα και να τους πρόσφερε στο μέλλον δεν θα μπορούσε ούτε στο ελάχιστο να τους το ξεπληρώσει. Η εικόνα του Νίκου στη σκέψη της ελάφρυνε το βαρύ φορτίο που της έδωσαν να πάρει μαζί της έστω και με την τόση αγάπη τους. Χαμογέλασε στον ουρανό που άρχισε να σκοτεινιάζει, όλα θα πάνε καλά σκέφτηκε..όλα θα πάνε καλύτερα από κάθε άλλη φορά στη ζωή της. Γύρισε στη καμπίνα της, έπλυνε τα μάτια της από τα δάκρυα και έπεσε να κοιμηθεί παρέα με τις αγαπημένες μορφές που είχε στη ζωή της. Τίποτε δεν της είπε ότι η μοίρα πολλές φορές αποφασίζει για μας ..πριν από εμάς.



Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

25η Συνέχεια


Η Λενιώ την έσφιξε επάνω της..καταλάβαινε..ένοιωθε..ήξερε καλά τι σημαίνει να χάνεις κάτι από λάθος που δεν  μπορούσες να ελέγξεις..
-Σταμάτα γλυκιά μου, κοιμήσου λιγάκι υπάρχει και η αυριανή ημέρα να πούμε όλα αυτά..θα κάνουμε καλή παρέα φαίνεται οι δυο μας για λίγο καιρό, για όσο χρειαστείς ,διόρθωσε αμέσως τη φράση της.
Η Ελπίδα ήταν λες και δεν την άκουγε, ταξίδευε το μυαλό και η ψυχή της στο ίδιο καράβι , σε βρώμικα νερά, σε τρικυμίες και τυφώνες..
-Την επόμενη μέρα κλείδωσα τη πόρτα μου και έβαλα το τραπέζι πίσω της φορτώνοντας το με όσα βαριά πράγματα είχα..σαν τρελή έκανα..σαν σαλεμένο πλάσμα από ταινία μυστηρίου . Το κινητό μου χτυπούσε συνέχεια, δεν ήταν ο Αντώνης..όχι..τι θα μπορούσε να πει, τι να δικαιολογήσει.
Ήταν ο Πάνος μου κι εγώ δεν το σήκωνα παρά μόνο έκλαιγα βλέποντας το όνομα του στη κλήση. Θα διάβαζε για τις εξετάσεις του, τι κακό του έκαμνα τώρα που δεν απαντούσα μα και τι κακό θα του έκαμνα αν άνοιγα το τηλέφωνο .
Δεν έφαγα, δεν ντύθηκα καν..Τα μάτια μου καρφωμένα στη πόρτα, στη κλειδαριά..τα αυτιά μου τεντωμένα στο κάθε ψίθυρο στους διαδρόμους του σπιτιού. Αν ξαναερχόταν σκεπτόμουν, αν τολμούσε να μπει με το κλειδί του ο Αντώνης; Πανικός, πανικός ήταν αυτό που με πλημύριζε και πόνο γιατί ήξερα ότι είχα ξαναγυρίσει σ’ εκείνη η μέρα που σκοτώθηκαν οι γονείς μου. Έτσι ένοιωθα ξανά, χαμό, απώλεια, μοναξιά, γυμνό τοπίο ολόγυρα μου κι εγώ ξεσκέπαστη γεμάτη πληγές
Τότε σκέφτηκα ότι αν δεν με βρίσκανε εδώ θα γλύτωνα από πολλά, μα που να πάω; Που να κρυφτώ; Δεν είχα κανένα..κανένα..ο μόνος που θα μπορούσε να με αγκαλιάσει θα ήταν ο Πάνος όμως μου ήταν αδύνατον να σκεφτώ ότι θα μπορούσαν τα πράγματα να γίνουν όπως πριν..λες και σβήστηκε η χθεσινή μου νύχτα. Τίποτε δεν ήταν και ούτε θα ήταν όπως παλιά, γι’ αυτό δεν είχα καμία αμφιβολία.
Ήταν πρωί, ίσως δεν έκανα σωστά μα μόνον η φυγή ήταν λύση μπροστά μου και..έφυγα! Μέσα σε λίγη ώρα μάζεψα τη ζωή μου και το μέλλον μου σε ένα σάκο κοίταξα πίσω μου το ανάκατο σπίτι που άφηνα και..έφυγα..έφυγα..στο άγνωστο .Προσπαθούσα να αγνοήσω όσα με βάραιναν μα..έκανα λάθος πάλι, δεν μπορούσα να σβήσω με τίποτε ότι με στιγμάτισαν και θα με σημάδευαν  ακόμα περισσότερο στο μέλλον. Τράβηξα λίγα από τα χρήματα που είχα, έπρεπε να κάνω οικονομία μέχρι να δω τι θα γίνει και ήρα από το σταθμό το πρώτο λεωφορείο που βρήκα εισιτήριο χωρίς καν να δω το προορισμό. Δεν θα σε κουράσω άλλο..δεν έχει σημασία το τι έκανα το πρώτο καιρό. Βρέθηκα στη Μακεδονία, ένα μικρό ξενοδοχείο που με δέχθηκε με περιέργεια και ζήτησε προκαταβολικά τις μέρες που δήλωσα. Είπα ότι έκανα έρευνα στατιστική για μία εταιρία..ότι μου ήρθε στο νου μου. Έμεινα σχεδόν 40 μέρες μέχρι που τα χρήματα μου τελείωσαν… Πλήρωσα και έφυγα αξιοπρεπώς χωρίς να δώσω δικαίωμα , πήρα πάλι το πρώτο λεωφορείο που βρήκα και έφυγα σε μία μεγαλύτερη πόλη..Περιπλανήθηκα στους δρόμους της , έτρωγα κουλούρια για να κάνω οικονομία και κοιμόμουν όπου έβλεπα ερημιά και χώρο να σκεπαστώ . Λένε ότι το κακό το ακολουθεί πάλι κακό..κι εγώ το έζησα και αυτό. Έψαχνα για δουλειά στη πόλη, κάποια κυρία μου είπε να της καθαρίσω το μαγαζί της μα μόλις με είδε να προσπαθώ μου πήρε το κουβά από τα χέρια και μου είπε:
-Δεν κάνεις κορίτσι μου για τέτοια δουλειά, δεν ξέρεις ..φαίνεται!
Ένοιωσα απέραντη ντροπή όταν φεύγοντας μου έβαλε στο χέρι ένα χαρτονόμισμα των 10 ευρώ και στο σακίδιο μου ένα σάντουιτς. Κάθισα σε ένα παγκάκι και έκλαιγα για τη κατάντια μου ψελλίζοντας τη μόνη λέξη που ήθελα να πω σε κάποιον δίπλα μου..Μαμά μου…  Έμεινα μέχρι που νύχτωσε όταν με πλησίασε μία νέα γυναίκα . Ντροπαλά μα με θάρρος κάθισε δίπλα μου και μου είπε ότι καθόταν εκεί κοντά , με είχε δει το πρωί που έφερε το παιδί της στο πάρκο..
-Δεν φαίνεσαι μικρή μου καμία αλήτισα, αισθάνομαι ότι κάτι έχεις και ήρθα να σε ρωτήσω αν θέλεις να μείνεις σπίτι μας απόψε, έστω να φας κάτι ..
Ήταν τόση η κούραση και η ανάγκη μου να έχω κάποιον δίπλα μου που την ακολούθησα. Σπάνιο αυτό που έκανε για κάποια άγνωστη, σκέφτηκα τη θεία μου..σίγουρα θα είχε καλέσει την αστυνομία .Ξέρεις ποιο ήταν το πιο σημαντικό; Με δέχθηκε στο σπίτι της αυτή και ο άνδρας της που ήρθε λίγη ώρα μετά , με τάισαν , με φρόντισαν και δεν με ρώτησαν οτιδήποτε για το λόγο που ήμουν έτσι. Με ρώτησαν μόνο αν έχω γονείς και πόσων ετών είμαι. Έβγαλα τη ταυτότητα μου και πήγα να τους τη δείξω, την αγνόησαν και μου..ζήτησαν συγνώμη..αυτοί..εμένα! Λίγες μέρες μετά ήρθε το δεύτερο κακό που σου έλεγα. Βοηθούσα στις δουλειές η κυρία Φιλιώ όπως την έλεγαν , ήταν το ελάχιστο που μπορούσα να κάνω γι’ αυτούς και ασχολιόμουν  με το παιδί. Ο άνδρας της ήταν επιπλοποιός , έλειπε όλη μέρα στο μικρό εργοστάσιο έκθεση  που είχαν κι εκείνη ασχολιόταν με το σπίτι. Οικονομικά ήταν καλά, αυτό φαινόταν και ήταν μία οικογένεια αγαπημένη και αρμονική με αρχές και τάξη στη ζωή τους. Τους θαύμαζα, τους ευγνωμονούσα κάθε βράδυ , τους ζήλευα με καλή σημασία της λέξης.
Εκείνο το πρωί την βοηθούσα να βάλουμε τα ρούχα στο πατάρι, άρχιζε Φθινόπωρο..Τότε ζαλίστηκα και έπεσα από τη σκάλα, λιποθύμησα και λίγο πριν το μυαλό μου στάθηκε στις φωνές της και στη μορφή του Πάνου που με κοιτούσε θλιμμένα. Όταν ξύπνησα ήμουν σε ένα νοσοκομείο και η κυρία Φιλλιώ ήταν δίπλα μου.-
-Επιτέλους Ελπίδα μου , μας τρόμαξες, δόξα το Θεό όλα καλά μικρή μου μη φοβάσαι, όλα καλά..καταλαβαίνεις τι εννοώ, έτσι.
Δεν καταλάβαινα, δεν κατάλαβα ακόμη και όταν οι δύο μαζί μου είπαν ότι θα έπρεπε να τους εμπιστευτώ και να τους πω το πρόβλημα μου από την αρχή.
-Όλα θα βρουν τη λύση τους μικρή μου, ο άνδρας μου θα σε βοηθήσει να βρεις τον αγαπημένο σου και να διευθετήσετε τις διαφορές σας . Θα γίνεις μανούλα γλυκιά μου, μία μικρή όμορφη μανούλα!
Αν με χτυπούσε κεραυνός νομίζω έτσι θα ένοιωθα..έβαλα τη παλάμη μου στο στόμα για να μην ουρλιάξω και με το άλλο κράτησα τη καρδιά μου για να μη σπάσει..Ήμουν έγκυος..περίμενα παιδί ..εγώ..Θεέ μου..εγώ! Ο πανικός ξαναγύρισε, ένοιωσα παγιδευμένη, η αναπνοή μου σταμάτησε, δεν μπορούσα να πάρω ανάσα και ένοιωθα να πνίγομαι.
Η κυρία Φιλιώ φώναξε το γιατρό και όλοι μαζί επάνω μου να με κάνουν να πάρω ανάσα ενώ τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι από τα μάτια μου. Ήθελα να πεθάνω..μακάρι να σταματούσε η καρδιά μου σκέφτηκα, μακάρι να ήταν όνειρο κακό, μακάρι να ήμουν μαζί με τους γονείς μου σ΄εκείνη τη στάση του λεωφορείου τότε…
Λίγες μέρες μετά γύρισα στο σπίτι τους μα ήμουν διαλυμένη και ήξερα ότι έπρεπε να φύγω, τους είχα γίνει βάρος μεγάλο έστω και αν δεν το έλεγαν. Εκείνο το πρώτο απόγευμα που έμεινα σπίτι η κυρία Φιλλιώ μου μίλησε για ..σένα.
-Για μένα; Μα που..που με ήξερε;
- Μου διηγήθηκε πως γεννήθηκε το δικό της παιδί. Μία δύσκολη γέννα, απρόσμενη σε κάποιο ταξίδι για τους γονείς της. Ένα μικρό χωριό και μία καλή μαία γιάτρισσα όπως την αποκαλούσαν οι συγχωριανοί της..Πάντα θα την θυμούνται με αγάπη και ευγνωμοσύνη. Μου είπαν το χωριό σου, μου περιέγραψαν τα πάντα σαν ένα παραμύθι .
-Ω! Τι μικρός ο κόσμος..ο κύριος που με έκρινε επιτιμητικά στην αρχή και με..ασήμωσε πλουσιοπάροχα στο τέλος.
-Ναι, αυτός ήταν ο άνδρας της, γέλασε λιγάκι η Ελπίδα, μου το είπε και αυτό .
 Ήμουν όπως είπε ο γιατρός κι όλας στον 4ο μήνα, με τα ψυχολογικά προβλήματα που είχα δεν κατάλαβα την ανωμαλία στη περίοδο μου. Όταν του ζήτησα να κάνω έκτρωση μου είπε ότι θα..κόστιζε πολλά κάτι τέτοιο και υπήρχε φόβος και για την υγεία μου. Είπε και στη κυρία Φιλλιώ αυτό που ζήτησα και έπεσαν επάνω μου με συμβουλές και ερωτήσεις. Αναγκάστηκα να πω την αλήθεια και πάγωσαν από το σοκ που τους προκάλεσε.
-Γιατί δεν έκανες καταγγελίας στο παλιοκάθαρμα, ξέσπασε ο άνδρας της . Πες μου το όνομα του και θα τον διαλύσει ο δικηγόρος μου, πες μου το και όλα θα βρουν το δρόμο τους κι αυτός ότι του αξίζει.
 Τους είχε κλονίσει αυτή η ιστορία και ένοιωθα ένοχη πάλι. Αυτοί οι καλοί άνθρωποι στα καλά καθούμενα βρήκαν προβλήματα και θέμα να τους απασχολεί στην ηρεμία τους… Τελικά όπου πήγαινα μάλλον έφερνα μαζί μου και τη κακοτυχία μου φαίνεται.
Λίγες μέρες μετά άκουσα άθελα μία συζήτηση τους όταν νόμιζαν ότι κοιμόμουν. Κατάλαβα ότι έψαχνα να βρουν για μένα, που έμενα, ποιοι ήταν οι γονείς μου, οι κηδεμόνες μου..και τότε κατάλαβα ότι ήρθε η ώρα να φύγω από εκεί..Όμως που θα πήγαινα; Πως θα περνούσα το χειμώνα στους δρόμους;
Έφυγα ένα μήνα μετά..κάνοντας τη χειρότερη πράξη της ζωής μου, κάτι που θα με βαραίνει ακόμη και όταν θα το διορθώσω. Περίμενα να μείνω μόνη σπίτι, η κυρία Φιλλιώ στη πεθερά της επίσκεψη μαζί με τον άνδρα της και το παιδί τους. Πριν φύγουν πήγα κοντά τους και τους αγκάλιασα στη πόρτα.
-Σας ευχαριστώ, δεν ξέρω αν μπορεί αυτή η λέξη να περιέχει όσα σας οφείλω..
-Τι κάθεσαι και σκέπτεσαι Ελπίδα μου, θα γυρίσω και θα τα ξαναπούμε πάλι από την αρχή..Να σε πείσω ότι υπάρχει λύση για το θέμα σου. Πάνε να ξαπλώσεις τώρα να δεις κανένα εργάκι στη τηλεόραση χωρίς το μικρό στο κεφάλι σου.
Το γέλιο της ήταν το τελευταίο που θα θυμάμαι από εκείνη Λενιώ μου, έφυγα λίγη ώρα μετά, το δικό μου σακίδιο και …χρήματα από το δικό τους συρτάρι.  Μέσα έβαλα ένα γράμμα όπου τους έλεγα ότι θα τους επέστρεφα το ποσό μόλις έπαιρνα στα 21 μου τα χρήματα των γονιών μου, μάρτυς μου ο Θεός.
Η Ελπίδα σηκώθηκε απότομα από την αγκαλιά της Λενιώς.
-Σου ορκίζομαι Λενιώ μου, θα τα επιστρέψω αυτά και περισσότερα..όταν σκέπτομαι τι θα είπαν όταν θα είδαν τα χρήματα που έλειπαν..όταν το σκέπτομαι..
Πήρα πάλι το λεωφορείο και τράβηξα στην επόμενη πόλη, κρύφτηκα σε ένα ξενοδοχείο πάλι με λίγα χρήματα. Έψαξα και βρήκα μία δουλειά σαν σερβιτόρα χωρίς ασφάλεια βέβαια. Η εγκυμοσύνη μου ούτε φαινόταν και ας κόντευα τον 6ο μήνα πια, είχα ελαφρά παχύνει λιγάκι και τα φαρδιά πουλόβερ που βρήκα σε μία λαϊκή σκέπαζαν τα πάντα.. Μέχρι που πέρασαν άλλοι 2 μήνες, είχα προσέξει τα βλέμματα του αφεντικού , τους ψιθύρους πίσω μου.
-Ελπίδα κορίτσι μου είσαι έγκυος;
Έσκυψα το κεφάλι, δεν μπορούσα να αρνηθώ τίποτα. Μου πλήρωσε όσα μου χρωστούσε και κάτι παραπάνω και με έδιωξε ευγενικά.
-Κορίτσι μου θα βρω το μπελά μου, δεν μπορώ να σε κρατήσω.
Έμεινα άλλο μισό  μήνα στο ξενοδοχείο  και μόλις τελείωσαν τα λεφτά μου έφυγα. Ήμουν κι όλας μάλλον 8 μηνών , δεν είχα πάει σε γιατρό ούτε μία φορά ξέρεις..απλά μετρούσα και διάβαζα ότι σχετικό έπεφτε στα χέρια μου. Εκείνη την  τελευταία νύχτα σκεπτόμουν τι μπορούσα να κάνω, πως θα γεννούσα και πως θα..έδινα το μωρό. Δεν ένοιωσα ποτέ σαν μητέρα γι’ αυτό το μωρό, δεν άφησα τον εαυτό καν να το νοιώσει κάτι περισσότερο από ένα..λάθος..
Θυμήθηκα τα λόγια της Φιλλιούς για σένα..αν σε έβρισκα..αν με ξεγεννούσες και έβρισκες λύση για το μωρό ..δεν έπρεπε να πάω σε νοσοκομείο..
Πήρα πάλι το λεωφορείο, τους δρόμους. Έψαξα το χωριό μα δεν τολμούσα να έρθω ακόμη. Έμεινα 3 νύχτες σε αυλόγυρο εκκλησίας, μέχρι που με βρήκε η παπαδιά και με πήρε σπίτι της για λίγες νύχτες. Μόλις άρχισαν οι ερωτήσεις έφυγα πάλι και πήρα το δρόμο για το χωριό σου. Μέχρι όπου μου έφθαναν τα χρήματα για εισιτήριο..Μετά με τα πόδια, τρώγοντας μήλα που ζήτησα χωρίς ντροπή από κάποια γιαγιά που ήταν στην αυλή της. Η γιαγιά εκείνη με κράτησε μία νύχτα και κοιμήθηκα στο ντιβάνι με ανακούφιση αφού έφαγα το ζεστό τραχανά που μου έφτιαξε. Της είπα ότι πήγαινα στο χωριό σου και μου είπε ότι σε ήξερε καλά.
-Να πας κορίτσι μου, να πας, η κυρά Λενιώ είναι κάτι σαν γιάτρισσα εδώ , είναι καλή γυναίκα και σπουδασμένη..Να πας..να πας..
Έφυγα 2 μέρες μετά και πήρα τους δρόμους που μου έδειξε με τα πόδια πάλι.. Εκείνο το βράδυ, κουρασμένη παραπάτησα, έπεσα και κυλίστηκα λίγα μέτρα στη πλαγιά. Μακάρι να είχα πέθαινα σκέφτηκα μα..πάλι κάτι μέσα μου ακόμη πάλευε να..ζήσει.
Σηκώθηκα με το ζόρι, περπάτησα μέχρι κάποιο καφενείο και ρώτησα για σένα. Ο γέρος είπε σε ένα παιδί να μου δείξει το δρόμο για το σπίτι σου.
-Είναι μαθές λίγο ψηλά μα θα ο βρεις και ο Θεός μαζί σου κυρά μου.
Καθώς με άφησε ο μικρός δείχνοντας μου το σπίτι σου πήρα ανάσα και έψαχνα στο σακίδιο μου το μόνο πράγμα που φυλούσα και δεν πούλησα μέχρι τότε ακόμη και όταν πεινούσα. Το βραχιόλι με το δράκο..το μόνο αξίας που κράτησα από ..αυτούς. Σου χτύπησα τη πόρτα, μου την άνοιξες και..είσαι όπως σε περιέγραψε η Φιλλιώ..ένας καλός άνθρωπος.
Η Λενιώ δεν μπορούσε να μιλήσει από τη συγκίνηση που της έκλεινε το λαιμό..όλη αυτή ην ιστορία στο δικό της δώμα..όλος αυτός ο Γολγοθάς ενός κοριτσιού που ακόμη δεν θα είχε τέλος.
-Κοιμήσου Ελπίδα μου, κοιμήσου, αύριο θα είναι μία νέα μέρα και θα δεις ότι θα αλλάξεις γνώμη για το κοριτσάκι σου. Είσαι πλέον μάνα και αυτό δεν αλλάζει μικρή μου. Νάξερες πόσο τυχερή είσαι γι’ αυτό, τυχερή και ευλογημένη, κοιμήσου.
Η Ελπίδα χαλάρωσε στο μαλακό κρεβάτι της, η Λενιώ τη σκέπασε , τη σταύρωσε και πήγε με το βλέμμα της στον Άγιο της.
-Τι πάλι να σου τάξω Άγιε μου..σε έχει ανάγκη, ελευθέρωσε την από κάθε που την βαραίνει..Ξέρεις εσύ..το λαδάκι σου και το πρόσφορο σου κάθε Κυριακή από εμένα.
Πήγε στο κρεβάτι της και ένοιωσε όλο το βάρος της κούρασης και της υπερέντασης που είχε όλη τη μέρα αυτή. Ο ύπνος της βαρύς και χωρίς όνειρα, κάτι σαν μαγεμένο πέπλο επάνω από το κρεβάτι της θαρρείς απλώθηκε . Ούτε ο κόκορας που λάλησε το πρωί δεν την σήκωσε όπως μέχρι τώρα. Όλα συναινούσαν στη κορυφή της τραγωδίας ή στην αρχή μιας νέας ζωής για κείνην.
Όταν ξύπνησε σχεδόν με πανικό έψαξε με τη ματιά της τη φιγούρα της Ελπίδας στο κρεβάτι..Άδειο, το σακίδιο εξαφανισμένο, έσκυψε στο μωρό. Ήταν εκεί, αγγελούδι ήσυχο  και αθώο μιας κακής πράξης σε μία κοριτσίστικη ζωή. Τότε είδε ο σημείωμα..πρόχειρα και βιαστικά γραμμένο, επάνω του σαν βάρος το χρυσό βραχιόλι με το δράκο.
-<< Συγνώμη και ευχαριστώ..σου την αφήνω..χωρίς πόνο και χωρίς κλάμα, δεν θα την αγαπήσω ποτέ , εσύ έχεις αγάπης περίσσευμα , εγώ όχι..λυπάμαι..Μην της μιλήσεις ποτέ για μένα, ποτέ..Πες απλά σε μένα..ΚΑΛΉ ΤΎΧΗ>>
Η Λενιώ έμεινε άφωνη με το γράμμα στο χέρι, την έβγαλε από τη θέση αυτή το κλάμα του μωρού. Το πήρε με προσοχή αγκαλιά και το έσφιξε επάνω της, το φίλησε στα μαλλιά του και τα έβρεξε με τα δάκρυα της. Εκείνο άνοιξε τα ματάκια του και τα στύλωσε επάνω της. Σκέφτηκε το ίδιο πράγμα όπως όταν το πρωτοκράτησε. Αυτό το μωρό έχει τα μάτια του ανοιχτά από τη πρώτη στιγμή της ζωής του. Το κλάμα του σταμάτησε και κάτι σαν χαμόγελο στα τρυφερά λουλουδένια χειλάκια..
-Μείναμε μαζί μωρό μου, εσύ κι εγώ..ναι..εσύ κι εγώ!



Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

24η συνέχεια.


Την επόμενη εβδομάδα άφησε την Ελπίδα να ζήσει την ελευθερία και τον υποτιθέμενο όπως πίστευε ο ίδιος  ρομαντικό της έρωτα χωρίς να ενοχλήσει, ούτε καν να δώσει το παρόν. Έμαθε για τις προσπάθειες της να πάρει λεφτά από τη τράπεζα από το διευθυντή και φρόντισε να τον πληροφορήσει ότι φοβόταν μήπως η μικρή έμπλεξε κάπου..Είδε με γελάκι τη προσπάθεια της να πιάσει δουλειά στη κοντινή της καφετέρια και έτριξε τα δόντια από οργή όταν έμαθε ότι την περίμενε πάντα ο Πάνος τα βράδια..Σκέφτηκε ότι έπρεπε να δράσει, να φανερώσει τη μεγαλοψυχία του και την αγάπη του γι’ αυτήν. Ένοιωθε ότι μέσα της η εικόνα του ήταν πάντα μία εικόνα ασφάλειας και θα το εκμεταλλευόταν αυτό όσο μπορούσε.
………………………………………………………………………………………………………….
-Όταν άκουσα τη φωνή του Αντώνη στο κινητό μου δεν μπορώ να πω ότι δεν χάρηκα..μου έλειψε..καλώς ή κακώς… μου έλειψε και με ανεξήγητο τρόπο ξέχασα όσα με ενόχλησαν σ’ αυτόν. Με απασχολούσε το τι θα έκανα από εδώ και πέρα, η δουλειά που είχα δεν με κάλυπτε ούτε χρηματικά ούτε ψυχικά. Ήθελα τόσα να κάνω..είχα τόσα όνειρα..τόση λαχτάρα να καταφέρω πολλά..να ζήσω..να δημιουργήσω..Έτσι δέχθηκα αμέσως τη πρόταση του να βγούμε το βράδυ να συζητήσουμε το τι μπορούσε να κάνει. Στο βάθος ήταν για μένα η ..οικογένεια μου εδώ και χρόνια.
-Καλύτερα βραδάκι μου είπε..τα πρωινά καίγομαι από δουλειά, έχω και από εβδομάδα ταξίδι στο εξωτερικό με τη θεία σου. Της το υποσχέθηκα να έρθει μαζί μου, τη ξέρεις τώρα, εκείνη ψώνια κι εγώ εργασία. Μου έλειψες μικρή, μου λείπεις κάθε μέρα!
- Ένοιωσα μία τρυφερότητα ακόμη γι’ αυτόν , διαφορετική βέβαια από αυτή που αισθανόμουν για τον Πάνο. Ένοιωθα κάτι σαν..σαν..ασφάλεια..σαν δεν ξέρω πώς να σου το περιγράψω..σαν η αγκαλιά της..οικογένειας. Σαν μαγνήτης με κρατούσε αυτός ο δεσμός κοντά του , κάτι σαν την έλξη του φεγγαριού που σε κάνει να βλέπεις μόνο το φως του και να ξεχνάς ότι είναι απλά ένας βράχος ξηρός και άγονος. Εκείνο το βλέμμα του που με έκαμνε να νοιώθω τόσο μικρή και συγχρόνως τόσο σημαντική δεν μπορούσα ακόμη να το αγνοήσω..
Για κάποιο ανεξήγητο ίσως για όλους λόγο έκανα ακόμα ένα σφάλμα! Εκείνο το απόγευμα όταν τελείωσα από τη δουλειά, δεν είπα στο Πάνο για τη συνάντηση αυτή όπως θα γινόταν ,απλά του είπα ότι θα πήγαινα στη θεία μου για βραδινό και έσκυψα το κεφάλι να μη δει τα μάτια μου..
Με αγκάλιασε τρυφερά όπως πάντα και μου είπε :
-Αύριο δίνω μάθημα Ελπιδάκι μου, έτσι κι αλλιώς δεν θα βγαίναμε, για λίγες μέρες θα στριμωχτούμε στις συναντήσεις μας. Ήθελα σήμερα να πάμε κάπου μόνοι μας μα δεν πειράζει, έχουμε χρόνο μπροστά μας..χρόνια δηλαδή. Θα μου λείπεις όμως πρέπει να το περάσω οπωσδήποτε, η μάνα μου άρχισε τη μουρμούρα. Μου έχεις γίνει απαραίτητη ξέρεις, πιστεύω να το νοιώθεις.. Σ’αγαπώ Ελπίδα, νομίζω ότι σε ερωτεύτηκα από τότε που σε είδα να χοροπηδάς στο μπαλκόνι σου και να χαμογελάς στο..άπειρο! Είσαι μέρος από τις σκέψεις μου κάθε στιγμή. Έτσι πώς να γράψω μάθημα;
Με αγκάλιασε και ένοιωσα στο λαιμό μου εκείνο το μοναδικό τρυφερό τρόπο που με φιλούσε, κάτι σαν να παίρνεις στο χέρι σου μία πανάκριβη πορσελάνη και προσέχεις μη σου σπάσει..
-Έχουμε καιρό Πάνο μου ..έχουμε πολλά να κάνουμε μαζί , δεν ξέρω πως είναι ο έρωτας όμως μαζί σου είμαι χαρούμενη, χωρίς έννοιες είμαι ευτυχισμένη ..
-Είναι ο έρωτας μωρό μου, είναι ο έρωτας… Καληνύχτα μικρή μου, θα γίνω σημαντικός μια μέρα στη ζωή για σένα μόνο! Θέλω τόσα να ζήσω μαζί σου, θέλω..θέλω να σου δείξω το πόσο δική μου επιθυμώ να σε κάνω όμως..Κοίτα με Ελπίδα, θέλω ο έρωτας να είναι συνειδητός για μας τους δυο, να το θέλεις όχι μόνο με τη ψυχή και το σώμα μα και με το μυαλό και την επίγνωση της στιγμής. Θέλω το δέσιμο μας να είναι για πάντα..για μια ζωή..γιατί όπως σου είπα..σ’ αγαπώ..και λέω τη λέξη με όλη της την έννοια. Όταν θα αισθανθείς έτοιμη για το δέσιμο αυτό θα το νοιώσω ..όπως θα το νοιώσεις κι εσύ.
Μου έδωσε ένα ελαφρό σπρώξιμο στ πόρτα γελώντας και το βλέμμα του με παρακολούθησε σαν χάδι. Ανέβηκα τρεχάτη τις σκάλες και βγήκα στο μπαλκόνι, ήξερα ότι περίμενε όπως πάντα να τον χαιρετήσω από ψηλά, όπως όταν με γνώρισε..
Αν είχα τη δύναμη να δω το μέλλον εκείνο το βράδυ δεν θα τον άφηνα ποτέ να φύγει, θα κρεμόμουν από πάνω του και θα γινόμουν σκιά της ύπαρξης του..
Κοίταξα το ρολόι μου, κόντευε 8, στις 9 θα περνούσε ο Αντώνης να με πάρει..Άνοιξα τη ντουλάπα μου και διάλεξα κάτι από αυτά που του άρεζαν να φοράω, που μου είχε αυτός αγοράσει δηλαδή. Ένοιωσα ένα ενθουσιασμό, όπως τότε που ερχόταν και με έπαιρνε από ο σχολείο και με πήγαινε σε ακριβά ρεστοράν κάνοντας μου όπως έλεγε μάθημα να νοιώθω την απόλαυση του ακριβού και να την απολαμβάνω.
Ήρθε και με πήρε στις 9 και το αυτοκίνητο μοσχοβολούσε το άρωμα του και το γέμιζε η παρουσία του θαρρείς αρχηγική και εξουσιαστική τόσο όσο να σε κάνει να παγώσεις και να σταθείς πιόνι στη σκακιέρα του Βασιλιά.
Οδηγούσε σιωπηλός και τόλμησα να διακόψω τη σιωπή που επικρατούσε.
-Που πάμε από εδώ;
Με κοίταξε μ’ εκείνο το μισογελαστό του βλέμμα και μου είπε λιγάκι κουρασμένα.
-Σε πειράζει να πάμε κάπου που με χαλαρώνει; Είμαι πραγματικά πολύ κουρασμένος και θέλω κουβεντούλα και χαλάρωση για να φύγουν από πάνω μου όσα άφησα πίσω μου με τους συνεργάτες μου. Μη φοβάσαι όμως θα σε πάω κάπου τόσο όμορφα που θα το νοιώσεις κι εσύ σαν καταφύγιο.
Φθάσαμε στη μαρίνα και κατάλαβα ότι θα πηγαίναμε στο σκάφος που ήξερα ότι είχε μα που ποτέ δεν είχα δει. Νοιώθω ακόμα την ανατριχίλα που με αγκάλιασε..προμήνυμα των όσων θα επακολουθούσαν
Η Ελπίδα σφίχτηκε στην αγκαλιά της Λένας και έκλεισε τα μάτια της με τη παλάμη της. Η Λενιώ της χάιδεψε τα μαλλιά και της είπε :
-Δεν χρειάζεται να μου πεις..καταλαβαίνω, μαντεύω..μη γεμίζεις ξανά το μυαλό σου και τη καρδιά σου με δυσάρεστες αναμνήσεις. Δεν σε ρώτησα, δεν με ενδιαφέρει γλυκιά μου..δεν θέλω να σε υποβάλω ξανά στην εικόνα  εκείνης της νύχτας.
-Φταίω..φταίω..αυτό δεν μπορώ να συγχωρέσω , αυτό με πλακώνει κάθε νύχτα που το φέρνω στο μυαλό μου.  Αν δεν πήγαινα; Αν δεν ένοιωθα για εκείνον αυτό το λανθασμένο θαυμασμό; Αν το έλεγα στο Πάνο ίσως να με συμβούλευε.. Αν δεν έπινα τη σαμπάνια..αν δεν απολάμβανα την άνεση του καναπέ..αν δεν με μάγευε η παρουσία του..αν..αν..Πίστεψε με ..σου ορκίζομαι , δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα, πως με πήρε στην αγκαλιά του , πως δεν πάλεψα λιγάκι περισσότερο, πως με έγδυσε στη ζάλη μου ..Φώναζα και η φωνή μου δεν ακουγόταν, το χτυπούσα και οι γροθιές μου δεν τον άγγιζαν..Θυμάμαι μόνο όταν σηκώθηκε απότομα και γυρίζοντας μου τη πλάτη ήπιε το ποτό του και έσπασε το ποτήρι στο τοίχο.
-Συγνώμη… συγνώμη..νόμιζα ότι με το μικρό οι σχέσεις σας είχαν προχωρήσει..ότι δεν ήμουν ο πρώτος..νόμιζα..συγνώμη..
Δεν θυμάμαι πως έφυγα ζαλισμένη .Τον είδα με το αυτοκίνητο του να τρέχει πίσω μου, με πλησίασε και μου άνοιξε τη πόρτα κάνοντας μου νόημα να μπω. Έτρεξα ακόμα πιο μακριά, έκλαιγα νομίζω..δεν θυμάμαι..είδα ένα ταξί..του έκανα νόημα..μπήκα μέσα σαν τρελή. Ο ταξιτζής με κοίταξε από το καθρεπτάκι του με ανησυχία:
-Σου συμβαίνει κάτι μικρή μου; Θέλεις να σε πάω σε κλινική ή στην αστυνομία; Μπορώ να βοηθήσω παιδί μου;
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου και του μουρμούρισα τη διεύθυνση μου, έτρεμα, είχα ρίγος, κρύωνα φοβερά .
Μπήκα στο σπίτι μου και χώθηκα στο μπάνιο, το είχα δει σε ταινίες, ίσως βοηθούσε να φύγει από πάνω μου η βρωμιά, η ενοχή, τα αίματα και η οργή μου. Εκεί κάτω από το ζεστό νερό η μορφή του Πάνου ήρθε μπροστά μου και τότε..τότε οι λυγμοί μου έγιναν κραυγές , ο πόνος μου τύψεις και η οργή μου καταρράχτης που έσκαγε στο ίδιο μου το κορμί. Κατάλαβα ότι εκείνη τη νύχτα η ζωή μου άλλαξε και μαζί με ότι έχασα πάνω από όλα έχασα την ευκαιρία να αγαπηθώ και να αγαπήσω..έχασα το Πάνο γα πάντα.



Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

23η συνέχεια

Η επόμενη εβδομάδα κύλησε μέσα σε μια κατάσταση εφορίας εντελώς αντίθετα με το χτύπημα που είχα δεχθεί. Ξυπνούσα το πρωί και έβγαζα από το μυαλό μου κάθε άσχημο προμήνυμα, όλα τα έβλεπα φωτεινά και εύκολα, τα εμπόδια μικρές αναβολές και το μέλλον μου ελπιδοφόρο.
Άρχισα να κάνω μία έρευνα αγοράς επάνω σε ιδιωτικές σχολές, όμως οι τιμές ήταν απαγορευτικές για μένα. Πήγα με το Πάνο στη τράπεζα όπου υπήρχε σαν καταπίστευμα το ποσό της ασφάλειας των γονιών μου όμως απογοητεύτηκα, έπρεπε να γίνω 21 έτους για να έχω πρόσβαση σε αυτό. Ίσως ένα δάνειο της τράπεζας είπε ο διευθυντής ..όμως χρειαζόταν εγγυητής κάποιος με περιουσία και εννοούσε βέβαια το θείο μου που όπως κατάλαβα ήταν γνωστοί. 
Φύγαμε από εκεί απογοητευμένοι όμως όλα πάλι έλαμψαν για μας εκεί..στο πάρκο , στο παγκάκι με σπόρους για τα περιστέρια και ένα σάντουιτς στο χέρι για μας. Η ζωή είναι τόσο ξεκάθαρη και ωραία όταν την βλέπεις με τα μάτια των 18 χρόνων και την αύρα του έρωτα!
-Θα ψάξω για δουλειά, του είπα ενθουσιασμένη κι εκείνος γέλασε.
-Και τι δουλειά λες να βρεις και που θα την βρεις μπορείς να μου εξηγήσεις;
-Θα ψάξω στην εφημερίδα, κάπου θα βρω κάτι, σκέπτομαι να ρωτήσω και στη καφετέρια της γειτονιάς .Βλέπω νεαρά κορίτσια που σερβίρουν, πανεύκολο !
Μου ανακάτεψε τα μαλλιά και γέλασε πάλι με τη ψυχή του, του έριξα τα σπόρια στο κεφάλι και τα περιστέρια πέταξαν τριγύρω και επάνω του τσιμπολογώντας τον. Ναι η ζωή είναι τελικά όμορφη και εύκολη αν το θέλεις, ήμουν ευτυχισμένη.
……………………………………………………………………………………………………
Η Κατερίνα δεν ήταν τόσο χαζή και ευκολόπιστη όπως την φανταζόταν ο Αντώνης. Οι περιπέτειες του άνδρα της σε όλη τους τη συζυγική ζωή δεν είχαν περάσει απαρατήρητες όμως την βόλευε η προσπάθεια του να τις καλύψει για την  αψεγάδιαστη εικόνα τους στη κοινωνική τους ζωή. Τον είχε ερωτευτεί τον Αντώνη και ήταν σίγουρη ότι κι αυτός δεν μπορεί..κάτι θα ένοιωθε τότε γι’ αυτήν. Όμως τα χρόνια και η ανάγκη του να δείξει ότι ήταν ισχυρός από μόνος του τους απομάκρυναν τόσο που ούτε το παιδί τους δεν μπόρεσε να καλύψει το κενό. 
Για ένα ανεξήγητο λόγο όταν έκανε την αυτοκριτική της δεν ένοιωθε πληγωμένη με τη συμπεριφορά του, είχε ένα σωρό λόγους να γεμίσει τις ώρες της με πράγματα που την ικανοποιούσαν και της έδιναν χαρά και ζωή. Είχε έναν όμορφο άνδρα να επιδεικνύει που στις φίλες της μπροστά έδειχνε ερωτευμένος και άψογος. Είχε  χρήματα να ξοδεύει χωρίς κανένα έλεγχο και μία εμφάνιση που τη φρόντιζε με κάθε μέσο. Όχι, δεν φοβόταν να χάσει τον Αντώνη , χαζός δεν ήταν ποτέ ώστε να κάνει δεσμό πάνω από λίγες μέρες. Μία φορά αντιμετώπισε ένα πρόβλημα και το «έλυσε» ο ίδιος προτού προλάβει εκείνη να ανακατευτεί. Την ικανοποίησε και την διασκέδασε μπορούσε να πει ο σκληρός τρόπος που διευθέτησε ο άνδρας τότε τον εκβιασμό εκείνης της ανόητης μικρής .Έτσι  έκανε ότι δεν κατάλαβε οτιδήποτε από εκείνο το μπλέξιμο και χάρηκε μαζί του ένα ταξίδι διακοπών στο εξωτερικό. 
Τώρα όμως η γυναικεία της διαίσθηση της χτυπούσε το καμπανάκι του κινδύνου πιο δυνατά από ποτέ. Όταν η μικρή Ελπίδα ήρθε στο σπίτι τους ήταν γι’ αυτή κάτι που δεν μπορούσε να αποφύγει. Ποτέ δεν είχε σύνδεσμο με τον αδελφό της και η αλήθεια είναι ότι την βόλεψε ο πόλεμος του με τους γονείς τους όταν τους είπε για τη γυναίκα που ήθελε να παντρευτεί. Μάλιστα υποδαύλιζε τις διαφορές τους και ένοιωσε ευτυχία όταν κατάφερε να τον αποκληρώσουν και να γίνει εκείνη η μοναδική τους κληρονόμος. Ανέλαβε  τη μικρή ίσως από μία υποσυνείδητη αποκατάσταση ενοχής της και ίσως πάλι γιατί η κοινωνική λειτουργός που την είχε αναλάβει την είχε πιέσει περισσότερο από όσο μπορούσε να αντέξει. Είχε βρει το "κουμπί" της από τη πρώτη στιγμή, της τόνιζε επανειλημμένα το πόσο κακό αντίκτυπο θα είχε αυτή η άρνηση να την αναλάβει στο φιλικό της περιβάλλον " αν μαθευόταν". Αυτό το "αν" της φάνταζε σαν μικρός αόριστος εκβιασμός και έτσι δέχθηκε να την πάρουν μαζί τους στο σπίτι, στη ζωή τους όσο και αν την ενοχλούσε. Αυτό το κορίτσι είχε το βλέμμα του αδελφού της όταν την πρωτοκοίταξε .... 
Ποτέ δεν σκέφτηκε ότι θα ερχόταν η στιγμή που το κοριτσάκι θα γινόταν..γυναίκα και το βλέμμα του άνδρα της θα ήταν όπως το αντίκρισε πλαγίως κι ας μη το έδειξε  ,να κοιτάζει την Ελπίδα με άλλο μάτι στη κορυφή της σκάλας  .
Κανείς δεν κατάλαβε την αλλαγή μέσα της, την επιφυλακή της σε κάθε τους βήμα. Δεν έριξε το βάρος στη μικρή γιατί ήξερε ότι ο άνδρας της ήταν μαέστρος σε τέτοια μόνο της φόρτωσε την ενοχή της νιότης και της αθωότητας που εκείνη είχε χάσει από καιρό ανεπίστρεπτα.
Μετρούσε τις εβδομάδες μέχρι τα 18 χρόνια της ανεψιάς της και συγχρόνως παρακολουθούσε χωρίς να το δείχνει τις κινήσεις του Αντώνη σχεδιάζοντας και οργανώνοντας τις μελλοντικές δικές της. Έδιωξε τους ενοικιαστές από το σπίτι της μικρής αποζημιώνοντας τους κι όλας και φρόντισε τις επισκευές του. Όλα θα ήταν έτοιμα και ο Αντώνης δεν θα τολμούσε να βγάλει άχνα γιατί τότε θα την έβλεπε όπως δεν την είχε δει ποτέ.  Αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά, αυτή τη φορά ένοιωσε το κίνδυνο στο πετσί της και η Ελπίδα έγινε ο «εχθρός» που έπρεπε να εξουδετερώσει με κάθε μέσο. Μόνη της , χωρίς τη σκιά του δίπλα της σίγουρα θα γνώριζε κάποιο νεαρό παιδί που θα της έδινε όσα μπορεί να δώσει κάποιος της ηλικίας της.
……………………………………………………………………………………………….
Ο Αντώνης με δυσκολία κρατήθηκε μακριά από την Ελπίδα τρίζοντας τα δόντια από τη προσπάθεια του αυτή και τη φαντασία του που οργίαζε σε εικόνες ερωτικές με τα δύο νέα κορμιά της Ελπίδας και του Πάνου. Τι ήταν αυτό που τον κυρίευε; Δεν ήταν απλή αρρωστημένη συνήθεια να αποκτάει ότι έβαζε στο μάτι, ήταν μία ανεξέλεγκτη ερωτική έλξη στο παιδί που έγινε γυναίκα λες σε μία στιγμή , στο αθώο αυτό βλέμμα που τον κοιτούσε με θαυμασμό  σε κάθε του λέξη. Άρχισε να μην τον ικανοποιεί ούτε ο πανάκριβος αγορασμένος έρωτας και η φτιαχτή λατρεμένη έκφραση των τέλειων κοριτσίστικων προσώπων που φιλούσε. Έφευγε από τη γκαρσονιέρα και ήταν λες και διψούσε περισσότερο από ποτέ για μία εικόνα της Ελπίδας να χοροπηδάει στο σαλόνι όταν της έδινε το παραμικρό φθηνό αστείο δωράκι.
 Τέτοια είχε γίνει η εμμονή του ώστε έβαλε δικό του άνθρωπο ειδικό σε τέτοιες δουλειές να παρακολουθεί τις κινήσεις της και γινόταν θηρίο όταν έβλεπε τα σαλιαρίσματα των δύο παιδιών  στο πάρκο σε συναντήσεις ρομαντικές και παιδαριώδεις γι’ αυτόν που τον ανακάτευαν..
Εκείνο το βράδυ σκέφτηκε ότι η απραγία του αυτή ήταν βήματα πίσω και ότι έχανε εντελώς έδαφος και κάθε ελπίδα να..Μα τι ήλπιζε;..Τι νόμιζε ότι ήθελε από το κορίτσι αυτό ; Πως μπορούσε να γλυτώσει από την εμμονή που είχε μαζί της. Ήταν πείσμα;..ήταν αρρώστια;..Ήταν έρωτας για κάποια που θα ήταν κόρη του; Μία παρτίδα σκάκι που έβλεπε ότι έχανε και που την έπαιζε με αντίπαλο τον υπέρμετρο εγωισμό και την κυριαρχία του σε ότι είχε έβαζε σκοπό ικανοποίησης του. Θα πήγαινε να τη συναντήσει, θα της ζητούσε να μιλήσουν , θα την γοήτευε. Πίστευε ότι ήταν ικανός για πολλά και σίγουρα όσα θα της προσέφερε να φρόντιζε να τα χρειάζεται όσο ποτέ.

Χαμογέλασε ικανοποιημένος και έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά του ξαφνιάζοντας την όμορφη γραμματέα του με τη καλή του διάθεση που τώρα τελευταία ήταν σπάνια. Είχε αρχίσει μία αντίστροφη μέτρηση από μία κατάσταση χωρίς επιστροφή, μία αλυσιδωτή αντίδραση από αλλεπάλληλα γεγονότα που θα σφράγιζαν ζωές στο παρόν  και στο μέλλον.

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

21η συνέχεια

Φίλοι μου για κάποιο ανεξήγητο λόγο "εξαφανίστηκε" η 21 η συνέχεια που είχα αντιγράψει.Ευχαριστώ το φίλο ή φίλη που μου το επισήμανε έτσι τη βάζω ξανά.



21η συνέχεια
Από εκείνη τη μέρα όλα θαρρείς μου πήγανε στραβά .Το κυριότερο χτύπημα ήταν η αποτυχία μου στις εξετάσεις. Γύρισα απογοητευμένη και πέφτοντας μπρούμυτα στο κρεβάτι έκλαψα με τη ψυχή μου ..η πρώτη απογοήτευση μετά το θάνατο των γονιών μου.Αισθάνθηκα ξανά μόνη, ευάλωτη, ανίκανη να σταθώ στη νέα μου κατάσταση.Τι θα έκανα; ποιος θα ήταν ο δρόμος που θα χάραζα από εδώ και πέρα; Έπρεπε να βρω κάτι να σπουδάσω, να έχω μία δουλειά.Τα χρήματα από τα ενοίκια δεν νόμιζα ότι θα κρατούσαν πολύ και δεν θα ζητούσα βοήθεια ποτέ από τους θείους μου.Αυτή και μόνο η σκέψη με έκανε να αναπηδήσω και να κοιταχτώ στο καθρέπτη απέναντι από το κρεββάτι μου. Έπρεπε να οργανωθώ και βέβαια να μειώσω τα έξοδα μου όσο μπορούσα, να κάνω οικονομία σε ότι πρώτα ούτε καν σκεπτόμουν. Αυτές κι όλας οι σκέψεις με έκαναν να νιώσω πιο δυνατή ίσως γιατί μου έδιναν ένα σκοπό μπροστά μου.Το κινητό μου χτύπησε και η φωνή του Πάνου με έκανε να ξεσπάσω πάλι σε κλάματα λες και χωνόμουν στην αγκαλιά της μαμάς μου και έλεγα το πόνο μου.
- Μη στεναχωριέσαι Ελπίδα μου, όλα θα πάνε καλά και θα βρουν το δρόμο τους.Το απόγευμα μετά τη σχολή θα το συζητήσουμε να βρούμε μία λύση, θα δεις..όλα θα χαμογελάσουν ξανά ..
Ο καλός μου ο Πάνος. ποτέ δεν θα συγχωρέσω τον Αντώνη και μετά τον εαυτό μου  για το πόνο ψυχής που του προκάλεσε σίγουρα η φυγή μου..η εγκατάλειψη μου..Αν..αν δεν είχαν συμβεί κάποια πράγματα σίγουρα θα ήμουν απόλυτα ευτυχισμένη στην αγκαλιά του. Βέβαια η σχέση μας ήταν κάτι ανάμεσα σε φιλική και ονειρικά ερωτική, τρυφερός δεσμός αμοιβαίας κατανόησης και αόρατος σύνδεσμος ψυχών. Έπιανα τον εαυτό μου να τον σκέπτεται, να αποζητάει ένα φιλί  και ήξερα ότι απλά και μόνο ότι προχωρούσε αργά δεν μας οδήγησε σε κάτι περισσότερο. Εκείνο το απόγευμα όμως όταν τον είδα στη πόρτα μου χώθηκα στην αγκαλιά του κι εκείνος με έσφιξε επάνω του τρυφερά και συγχρόνως δυνατά λες και φοβώταν μη του φύγω.
Ξαπλώσαμε στο μικρό κρεβάτι μου όχι ερωτικά όπως ίσως φαντάζεσαι. Κούρνιασα στην αγκαλιά του κι εκείνος μου χάιδευε τα μαλλιά δίνοντας μου μία γαλήνη και αγάπη που την είχα τόσο ανάγκη..Να..σαν και τώρα κυρία Λενιώ..σαν τη δική σου αγκαλιά..έτσι ένοιωθα, προστασία, ασφάλεια, σιγουριά ότι όλα θα πήγαιναν καλά.
Εκείνη την ώρα του άνοιξα τη καρδιά μου και η ζωή μου όλη μέχρι τώρα, οι σκέψεις και οι αγωνίες μου πέρασαν από τη δική μου ψυχή στη δική του. Όταν τελείωσα και μείναμε ακίνητοι για στιγμές ολόκληρες ,ανασηκώθηκε, με κοίταξε στα μάτια με εκείνο το απέραντα τρυφερό του βλέμμα και..με φίλησε..όπως ακριβώς ονειρευόμουν πάντα το πρώτο μου φιλί..Κάπως έτσι σκέφτηκα είναι η ευτυχία..και ήμουν απέραντα ευτυχισμένη Λενιώ μου..απέραντα σαν το γαλάζιο ουρανό που δεν έχει αρχή και τέλος.
-Σήκω να πάμε μία βόλτα, μου είπε γελώντας, πάμε να περπατήσουμε να κάτσουμε σε ένα παγκάκι στο κήπο, να ταΐσουμε τα περιστέρια και να σκεφτούμε τι θα γίνει τώρα με σένα και τα επόμενα βήματα σου.
Τον ακολούθησα ευτυχισμένη λες και η τρομερή είδηση της αποτυχίας μου δεν υπήρξε ποτέ.Τίποτε άλλο δεν υπήρχε πλέον για μένα παρά μόνο..ο Πάνος.Κατεβήκαμε από τις σκάλες τρέχοντας ποιος θα προλάβει πρώτος τη πόρτα και..ανοίγοντας την έπεσα επάνω στον Αντώνη πρόσωπο με πρόσωπο .Το βλέμμα του στυλώθηκε στο Πάνο που έφθασε συγχρόνως πίσω μου και τα γαλάζια μάτια του που πρώτα θαύμαζα είχαν το χρώμα της φουρτουνιασμένης θάλασσας.Η φωνή του μας τράνταξε..
- Βλέπω ότι η αποτυχία δεν σε άγγιξε καν κορίτσι μου, που να βρεις χρόνο να σκεφτείς ότι πρέπει να γίνεις κάτι στο μέλλον, να σταθείς πλέον στα πόδια σου όπως ήθελες να λες..Κι εγώ ..με τη θεία σου βέβαια σκεφτήκαμε να έρθεις σήμερα σπίτι να σε παρηγορήσουμε και να σκεφτούμε ίσως σπουδές στο εξωτερικό με δικά μας βέβαια έξοδα.
Μιλούσε και το βλέμμα του ήταν καρφωμένο ερευνητικά στο Πάνο πίσω μου λες και προσπαθούσε να μαντέψει τι ακριβώς είχε συμβεί ανάμεσα μας. Βρήκα την αυτοκυριαρχία μου και του απάντησα αμέσως και ήρεμα.
-Ευχαριστώ θείε μου μα θα το λύσω μόνη μου αυτό το ζήτημα , όπως είπε η θεία με τις δικές μου δυνάμεις πρέπει να προχωρήσω πλέον.Άλλωστε δεν έχω σκοπό να φύγω ούτε να πάρω πλέον χρήματα από εσάς.
Γέλασε ειρωνικά και απευθύνθηκε στο Πάνο.
-Εσύ που από ότι έμαθα είσαι φοιτητής και ζεις βέβαια από τις πλάτες των γονιών σου πες της ότι η ζωή δεν είναι όπως τη φανταζόταν μέχρι τώρα όσο ζούσε στην ασφάλεια που της παρείχαμε..
- Μήπως εσείς δεν το ξέρατε αυτό τότε όταν την στέλνατε στα 18 να ζήσει μόνη της εδώ;
Η απάντηση του Πάνου με τόσο σταθερό και κάποια αντίστοιχη ειρωνεία στην έκφραση του τον έκανε έξαλλο , γύρισε σε μένα και με ρώτησε.
- Θα έρθεις τελικά η θα συνεχίσεις να σαλιαρίζεις; Έφυγα από τη δουλειά μου για να δω πως είσαι..
-Πήγαινε θείε, δεν έχω κάτι να μη μπορώ να το αντιμετωπίσω μόνη μου, τουλάχιστον θα προσπαθήσω. Φίλησε μου τη μικρή Έλενα..και τη Σοφία..πες της να μην ανησυχεί για μένα.Αν θυμάμαι καλά και οι γονείς μου διωγμένοι..μια χαρά τα κατάφεραν.
Έφυγε χωρίς  να πει μια λέξη, το αυτοκίνητο του πετάχτηκε στην άσφαλτο νευρικά δεχόμενο όλη την ένταση και την οργή του.
Ο Πάνος δεν είπε τίποτα, απλά, πέρασε το χέρι του επάνω στους ώμους μου και σιωπηλά πήραμε το δρόμο για το παρκάκι που πηγαίναμε συχνά, αμίλητοι, ο καθένας με τις σκέψεις του και ενωμένοι συγχρόνως με αυτές, Τον ευγνωμονούσα γι' αυτό, η ψυχή μου ανάκατη, άνεμο έδερναν τη κάθε πτυχή της κι εκείνος δίπλα μου απάνεμο λιμάνι. Ακούμπησα το κεφάλι μου στον ώμο του καθώς καθίσαμε στο παγκάκι..πολλές φορές τα λόγια είναι περιττά, μία κίνηση τα λέει όλα.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

22η συνέχεια


Ο Αντώνης δεν μπορούσε να ησυχάσει και να συγκεντρωθεί στη δουλειά του εκείνες τις μέρες. Μέσα του πάλευαν η οργή του για τη χαμένη μάχη με την Ελπίδα . Με πολλή προσπάθεια η συγκράτηση του να μην εξαφανίσει από προσώπου γης αυτό το πιτσιρικά που έτσι ξαφνικά του άλλαξε όλη τη κατάσταση.
 Δεν έμαθε να χάνει, δεν έμαθε να μην αποκτάει ότι έβαζε στο μάτι και στις επιθυμίες του και η Ελπίδα ήταν κάτι απροσδόκητα επιθυμητό για εκείνον.Μέσα του πάλευε ο εγωισμός του και συγχρόνως η σχεδόν αφανής συνείδηση του να καταφέρει ότι αυτό το καιρό του έδινε σκοπό και φόρτιζε με αδρεναλίνη τις φλέβες του.. 
Η Κατερίνα φταίει, σκέφτηκε, αυτή έτσι ξαφνικά άλλαξε τα σχέδια του και την όλη κατάσταση και του φαινόταν εντελώς παράξενο η απροσδόκητη απόφαση της να απομακρύνει έτσι βιαστικά τη μικρή από το σπίτι τους.
Κοιτούσε από το γραφείο του και το γυάλινο τοίχο μπροστά του τους ανθρώπους που μόλις φαινόντουσαν.Σπάνια νοιαζόταν για κάτι άλλο πέρα από ότι τον αφορούσε. Όλα γύρω του ήταν βάση ενός σχεδίου, η γυναίκα του, η κόρη του , η τέλεια οικογενειακή εικόνα που τις πλαισίωνε..Ένα σπίτι που θα ζήλευαν πολλοί, μία δουλειά που την στύλωσε με όλα τα μέσα θεμιτά και αθέμιτα βασιζόμενος βέβαια στα λεφτά της Κατερίνας στην αρχή. Όλα ..μαζί με το υπέροχα διακοσμημένο γραφείο του και την εντυπωσιακή γραμματέα του στην είσοδο που θα ..γινόταν σίγουρα χαλάκι να την πατήσει αν της το ζητούσε ..όλα μαζί έφτιαχναν το κόσμο που ήθελε για εικόνα και εμφάνιση στον επιχειρηματία που κυριαρχούσε στο χρηματιστήριο.
Μέσα του όμως ένοιωθε ένα κενό, κάτι ανεκπλήρωτο, κάτι που τον ωθούσε συνεχώς να βρίσκει απολαύσεις να το γεμίσει. 
Η Ελπίδα ήταν κάτι που στην αρχή είδε στη ζωή του σαν σκουπιδάκι στο μάτι του, θυμάται ακόμα το καυγά που έκανε με τη Κατερίνα όταν τον πίεσε να την πάρουν στη κηδεμονία τους μετά το θάνατο του αδελφού της. Θα βοηθούσε στην εικόνα τους στη κοινωνία του είχε πει εκείνη και ήταν και  η κοινωνική λειτουργός που της είχε γίνει τσιμπούρι και την κοιτούσε με τόσο επιτιμητική ματιά που της έσπαζε τα νεύρα. Δέχθηκε ο Αντώνης απλά γιατί εκείνο το καιρό ήθελε να τραβήξει τη προσοχή της Κατερίνας από μία περιπέτεια του που φοβώταν ότι θα έβγαινε στην επιφάνεια και έτσι έβαλε τους δικηγόρους του να αναλάβουν τη προσωρινή κηδεμονία ,τη διαχείριση του σπιτιού και της ασφάλειας που θα έπαιρνε η μικρή από το θάνατο των γονιών της. Η Κατερίνα τον διαβεβαίωσε ότι θα φρόντιζε η παρουσία της μικρής να είναι σχεδόν αόρατη στο σπίτι και αυτό ήταν γεγονός όχι γιατί το ήθελε εκείνη αλλά γιατί η μικρή ήταν πάντα ένα κλειστό μελαγχολικό παιδί .
Την θυμάται στο γραφείο της κοινωνικής λειτουργού όταν την πρωτοείδε, ένα αδύνατο μικρο κοριτσάκι με χαμηλωμένα τα μάτια και μακριά μαύρα μαλλιά δεμένα με μία μαύρη κορδέλα. Θυμάται ότι ψιθύρισε στη Κατερίνα κάποια στιγμή να της την βγάλει γιατί του έφερνε την ανατριχίλα του θανάτου που κουβαλούσε μέσα στη ψυχή της αυτό το κοριτσάκι. Κάτι τον είχε προειδοποιήσει ότι θα ήταν ένας οιωνός άσχημος για το σπίτι τους μα ήταν τόσο βιαστικός να τελειώσουν με αυτή τη μελιστάλαχτη υποχρέωση που δεν της έδωσε προσοχή..
Πως άλλαξαν όλα ; Πως αυτό το κορίτσι μέσα σε 6 χρόνια έγινε αυτό το πλάσμα που αντίκρισε στην άκρη της σκάλας στο σπίτι τους εκείνη τη  μέρα; Έμεινε άφωνος από την αέρινη νεανική φιγούρα , ένα μείγμα παιδικής αθωότητας και γυναικείας ομορφιάς .Το βλέμμα του τότε χάιδεψε το κάθε εκατοστό της και σταμάτησε στα ρόδινα χείλη που σαν ανοιχτό λουλούδι σε καλούσαν να το κόψεις.
Εκείνη τη στιγμή την έβαλε στη κορυφή των επιθυμιών του και καμία φωνή συνείδησης δεν ήχησε μέσα του. Η Ελπίδα ήταν μικρή..μα στα εξωτικά μέρη που είχε ταξιδέψει είχε ξαπλώσει με μικρότερες από αυτήν και τον ικανοποιούσε η ιδέα ότι αυτός οδηγούσε ένα πλάσμα χωρίς αντίσταση σε δικά του λημέρια απόλαυσης.
Σαν καλός επιχειρηματίας που ήταν έκανε αμέσως το σωστό σχέδιο σκοπεύοντας στο πιο αδύνατο σημείο της μικρής. Τι της έλειπε;..τι ήταν εκείνο που υποσυνείδητα ζητούσε πάντα εκείνη η μελαγχολική ματια και η απρόσωπη παρουσία της στο σπίτι;..Αγάπη..αγάπη και ενδιαφέρον προσωπικό, φροντίδα και τρυφερότητα..της τα έδωσε σε δίσκο κι εκείνη τα πήρε με την αθωότητα της Χιονάτης απέναντι στο φαρμακερό μήλο .
Της έδειξε ενδιαφέρον χωρίς να γίνεται ενοχλητικός, της έκανε δωράκια από αυτά που κάνουν τα κοριτσάκια να χοροπηδούν από τη χαρά τους.Της έμαθε τις Τέχνες και το Θέατρο, το σωστό φαγητό και τη κακόμαθε με μικρές περιποιήσεις. Ένοιωθε ότι τον φοβώταν ,ότι μαζί του πρόσεχε ακόμα και πως κουνούσε τα χέρια της , πως έτρωγε και πως μιλούσε.. Τον ενοχλούσε βέβαια αυτό όμως του ήταν χρήσιμο για να την έχει κατά κάποιο τρόπο υπό την επιρροή του.
Βέβαια ένοιωσε κολακευμένος είναι αλήθεια όταν κατάλαβε ότι τον κοιτούσε σαν το είδωλο της, ότι είχε κρεμαστεί επάνω του σε κάθε απόφαση της. Έγινε κάτι που τον διασκέδασε απόλυτα, ο μέντορας της  σε πολλά και πάνω από όλα τη μόρφωση της. Σαν το σφουγγάρι η Ελπίδα απλά και μόνο για να μη τον στεναχωρήσει διάβαζε κλεισμένη όλο το 24ωρο στο δωμάτιο της. Της γέμισε τη ζωή με μαθήματα, ιδιαίτερα σχετικά με την εμφάνιση και τη συμπεριφορά της και έτσι την απέκλεισε από κάθε επαφή με νέα αγόρια που σίγουρα θα την πλησίαζαν στο σχολείο.
Το μόνο του εμπόδιο ήταν η Κατερίνα που έπρεπε να προσέχει να μη της φανεί παράξενο το ενδιαφέρον του για την ανεψιά του. Όμως η Κατερίνα είχε άλλες προτεραιότητες πάντα , το κόσμο της την ομορφιά της, τη λέσχη της τις φιλανθρωπικές εκδηλώσεις που ανέβαζαν το πρεστίζ της στη κοινωνία. Ακόμα και στη κόρη τους ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και η Ελπίδα είχε πάρει τη πιο σημαντική θέση στη ψυχή της μικρής ,ήταν φανερό το τελευταίο καιρό..
Αυτή όμως η απότομη της απόφαση να απομακρύνει την Ελπίδα από το σπίτι πραγματικά τον βρήκε απροετοίμαστο και τον ξάφνιασε και ίσως με την παγωμένη αντίδραση του έχασε σημαντικό βήμα από όσα κατέκτησε στη ψυχή της Ελπίδας. Το πουλί έφυγε από τα χέρια του και δοκίμασε τις φτερούγες του, δύσκολο να το ξαναβάλει στο κλουβί του πάλι..
Πέταξε με δύναμη το ποτήρι που κρατούσε στην ακριβή μοκέτα και κοίταξε μ ενόχληση το λεκέ να απλώνεται επάνω της. Βλαστήμησε δυνατά βγάζοντας όλο το θυμό που είχε μέσα του.
Η γραμματέας του μπήκε απότομα τρομαγμένη από το θόρυβο και τον κοίταξε με φόβο.
-Τι κοιτάς σαν χαζή; καθάρισε τα ..ακύρωσε τα ραντεβού μου..δεν ξέρω πότε θα γυρίσω.
Το ακριβό του αυτοκίνητο τον οδήγησε στο διαμέρισμα που φιλοξενούσε πάντα πανέμορφες μικρούλες με ένα του τηλεφώνημα. Στα κόκκινα μαλλιά της και το καλλίγραμμο γυναικείο κορμί μαθημένο από έρωτα προσπάθησε να σβήσει το θυμό  και τον εγωισμό του .Ο έρωτας του βίαιος και απαιτητικός έγινε αποδεκτός από το πληρωμένο κορμί που είχε μάθει να υπομένει τέτοια ξεσπάσματα.
Ο Αντώνης έφυγε από εκεί σχεδόν μεσάνυχτα και μέσα του είχε πάλι εκείνο το κενό..που δεν γέμιζε με τίποτα..

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

20η συνέχεια


Ο Πάνος δεν ήταν πρώτη φορά που έβλεπε την Ελπίδα..Όταν την πρωταντίκρυσε στο μπαλκόνι στο παλιό της σπίτι θυμήθηκε αμέσως έστω και αν ήταν μικρός τότε, τις συζητήσεις στο σπίτι του για το "καημένο" το κοριτσάκι που έμεινε ορφανό. Προσπάθησε να δει σ' εκείνη την όμορφη λυγερόκορμη κοπέλα το αδύνατο μελαγχολικό παιδί των  11..12..κάπου τόσο πρέπει να ήταν τότε, που η περιέργεια των 15 του  χρόνων τον οδήγησε να πάει μαζί με τους γονείς του να την δει στη κηδεία των γονιών της. 
Την αντίκρισε με λύπη να κρατάει το χέρι της καθηγήτριας της με το σκούρο φόρεμα που φαινόταν ότι ήταν ξένο επάνω της πιθανόν κάποια προσφορά γειτόνισσας. Τον εντυπωσίασαν και τον πλάκωσαν τη ψυχή  τα "χαμένα μάτια" της που γύριζαν και έψαχναν ολόγυρα λες και αναζητούσε κάποιο γνωστό, κάποιο χέρι να κρατηθεί όρθια..να γαντζωθεί..εκεί..πάνω από το χώμα που σκέπαζε ότι είχε στο κόσμο.
Από τον κύριο Φώτη που είχε το μικρό σούπερ μάρκετ έμαθε ότι γύρισε στο σπίτι της πάλι..Ένα πηγαδάκι από μικρά κουτσομπολιά που τα μετέδιδε από τη μία γειτόνισσα στην άλλη.
- Την έδιωξαν φαίνεται οι θειοί της μάλλον , τους θυμάμαι τους χαμένους ..κρυόπλαστοι και αγέλαστοι και οι δύο. Μου είπε μία φίλη του ζευγαριού τότε ότι την πήραν αναγκαστικά γιατί η κοινωνική λειτουργός τότε τους είχε φορτωθεί μα όσο πίεση μπορούσε..Το καημένο το κορίτσι, θάναι 18 τώρα...Αν θυμάμαι καλά το έλεγαν Ελπίδα..
Εκείνη την μέρα που έπεσε επάνω της ήταν θαρρείς ένα δώρο για να μπορέσει να τη πλησιάσει και να μιλήσει μαζί της, να γνωριστεί. Δεν της μίλησε για το παρελθόν, ούτε καν ρώτησε γιατί και που ήταν μέχρι τώρα..Χάρηκε απλά που η τύχη οδήγησε τα βήματα τους σε αυτό το μικρό ατύχημα.  Όλη την εβδομάδα την έβλεπε κρυφά κάθε φορά που τύχαινε βγει στο μπαλκόνι και κάτι μέσα του τον έσπρωχνε  να την πλησιάσει. Όταν λοιπόν της μίλησε αν και ταραγμένος για το τρόπο που έγινε ένοιωσε υπέροχα.
 Πρόσεξε τα μάτια της..ήταν βέβαια διαφορετική , όμορφη, πιο σίγουρη για τον εαυτό της, το ένοιωσε, τον κατέλαβε η δύναμη που είδε κάπου στο βάθος τους. Το μικρό παιδάκι είχε γίνει μία νεαρή γυναίκα έστω και αν η αθωότητα της ψυχής της κραύγαζε μέσα από το μελαγχολικό υπόστρωμα του κόσμου της.
Άρχισαν να βγαίνουν την επόμενη εβδομάδα σχεδόν κάθε μέρα, μικρή νεανική συντροφιά έτσι αισθανόταν ότι το έβλεπε εκείνη. Ο Πάνος όμως την έβαλε στο βάθος της σκέψης του, τον συνόδευε κάθε μέρα πρωί..μεσημέρι βράδυ..καθώς αναρωτιόταν κάθε στιγμή από την ώρα που ξυπνούσε τι να έκανε εκείνη. Μιλούσαν για αδιάφορα πράγματα, την αναμονή για τα αποτελέσματα..την καθημερινότητα της, τις ανακαλύψεις που έκαμνε στη προσπάθεια της να ζήσει μόνη της.. Όταν την ρώτησε για το κύριο που ερχόταν και την έπαιρνε σχεδόν καθημερινά του είπε ότι ήταν ο άνδρας της θείας της και την είχε στην έννοια και τη καθοδήγηση του.
Ο Πάνος μια φορά τον είχε δει από κοντά και η αλήθεια είναι ότι η εικόνα του και το βλέμμα του δεν του άρεσε καθόλου. Κάτι σαν καμπανάκι μέσα του χτύπησε προειδοποιητικά για όσα θα έφερνε στην Ελπίδα αυτός ο τόσο σίγουρος για τον εαυτό του άνθρωπος έτσι αγέρωχα που τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του. Όταν την συνόδευε στο σπίτι μετά από τη πρωινή τους προσπάθεια για..τζόκινγκ γύρω από το πάρκο..
Γελούσαν και κοροιδευόντουσαν με την Ελπίδα καθώς έφθαναν στην είσοδο του σπιτιού για το αποτέλεσμα του μικρού αγώνα τους. Ιδρωμένη, με τη ζακέτα της φόρμας της δεμένη στη μέση της εκείνη , χαρούμενη , ανέμελη..πάγωσε όταν αντίκρισε το εξεταστικό βλέμμα του θείου της που όρθιος ακουμπισμένος στο μεγάλο ακριβό αμάξι του την περίμενε στην είσοδο. Τον αποχαιρέτησε βιαστικά μουρμουρίζοντας σιγά μέσα από τα δόντια της μία δικαιολογία και ένα"αύριο"....
Κατάλαβε ότι δεν ήθελε να τον συστήσει και πρόσεξε ότι ανέβηκε μαζί του επάνω λες και ήταν η μαθήτρια που πήγαινε στο γραφείο του διευθυντή περιμένοντας ποινή. Διαισθάνθηκε  τότε ότι υπήρχε ένας δεσμός ανάμεσα τους που ούτε και η ίδια δεν μπορούσε να ελέγξει και να καταλάβει ,κάτι που για εκείνον ήταν ένας ομφάλιος λώρος απομεινάρι της βοήθειας που της έδωσαν τότε όταν την πήραν κοντά τους.
....................................................................................................................................................
- Δεν ξέρω Κυρία Λενιώ μου γιατί ένοιωσα κάπως σαν μαθήτρια που την έπιασαν σε παράπτωμα όταν τον είδα να με κοιτάει σχεδόν εχθρικά. Ξέρω όμως σίγουρα ότι  εγώ ενοχλήθηκα από τη πιεστική εκείνη στάση του, σχεδόν θυμωμένη που χάλασε την ευτυχία των στιγμών μου με τη παρέα του Πάνου. Πριν λίγο μαζί του  ένοιωσα τόσο όμορφα, έβλεπα πόσα κοινά μας ένωναν έστω με τη διαφορά των 4 χρόνων που μας χώριζαν. Ήταν ένα καλό παιδί, φοιτητής στη φιλοσοφική ,από μια αγαπημένη και καλή οικογένεια όπως θα ήταν και οι γονείς μου σίγουρα αν υπήρχαν τώρα δίπλα μου  σκέφτηκα με πικρία . 
 Ήταν απλά ντυμένος  με το μόνιμο τζιν του και τα απλά μπλουζάκια με τα μηνύματα για τη φύση επάνω τους. Θυμάμαι ότι γέλασα με το σοβαρό ύφος του όταν της εξηγούσε ότι ήταν υποχρέωση τους να ..σώσουν τη Καρέτα -Καρέτα και την αρκούδα που κινδύνευε να χαθεί...Πάντα ευγενικός και διακριτικός, ένα σκεπτόμενο άτομο ενώ συγχρόνως όμως διέθετε χιούμορ και τη ζωντάνια της ηλικίας . Επιτέλους πια μπορούσα να κάνω πράγματα υπέροχα μαζί του χωρίς να είμαι σε κάποιο ακριβό χώρο, να μιλώ χωρίς να σκέπτομαι τι λέω και να λογοκρίνω τα λόγια μου πριν μιλήσω , πριν κάνω μία κίνηση όπως έκανα με το θείο  Αντώνη..
Τότε πρόσεξα ότι στη σκέψη μου σαν  πρόθεμα πριν από το όνομα του μπήκε η λέξη "θείος" .Ο Αντώνης μπήκε αυθόρμητα στη θέση που έπρεπε να είναι και η παρουσία του ξαφνικά στη ζωή μου έγινε κάτι σαν απομεινάρι της παλιάς αναγκαίας σχέσης ασφάλειας που είχα ανάγκη τότε..
 Η παρέα του Πάνου δίπλα μου αυτή την εβδομάδα μου έδωσε αυτό που μου έλειπε. Μαζί του ήμουν αυτό ακριβώς που έπρεπε να είμαι..μία νέα κοπέλα με όνειρα και ανάγκη να ζήσω την ηλικία μου.
Ο Αντώνης μου έκανε ανάκριση όταν βρεθήκαμε στο σπίτι επάνω και παραξενεύτηκε όταν τον αντιμετώπισα σχεδόν εχθρικά όπως θα φερόμουν ίσως αν ζούσε ο πατέρας μου και με ανέκρινε για κάποιο ραντεβού. Με τρόμαξε το βλέμμα του και το χέρι του που με έπιασε δυνατά από το μπράτσο και με ταρακούνησε.
- Από πότε βγαίνεις με αυτό τον αλητήριο; Τον είδα πως σε κοιτούσε κι εσύ χασκογελούσες μαζί του. Κοιμήθηκες μαζί του; πότε πρόλαβες να πιάσεις γκόμενο;
Συγκλονίστηκα , σοκαρίστηκα, η έκφραση του, τα λόγια και η στάση του μου "έριξαν" το είδωλο από το βάθρο που το είχα μάλλον βάλει. Είδα μπροστά μου ένα μεγάλο άνθρωπο, κτητικό και απαιτητικά καταπιεστικό που με έκανε να αισθανθώ παγιδευμένη στη σκιά του. Η νεανική μου οργή πλημμύρισε  τη κάθε μου αναστολή , ξέσπασα και του απάντησα με θράσος.
-Δεν είσαι πατέρας μου, θείος μου είσαι και έκανε το καθήκον σου μέχρι τώρα  .Όταν με διώξατε στη κυριολεξία από το σπίτι σας μου δώσατε την ευκαιρία και τη δυνατότητα να ζω πλέον μόνη μου και να αποφασίζω για μένα ότι καλύτερο. Σας ευχαριστώ για όσα κάνατε με ή χωρίς τη θέληση σας ίσως. Όμως αυτό δεν θέλατε; αυτό δεν σκεφτήκατε όταν η θεία μου είπε ότι είναι καιρός να επιστρέψω στο σπίτι μου;
-Δεν το είπα εγώ..
-Δεν είπες τίποτε όμως κόντρα σε αυτό..Γυναίκα σου είναι, σωστά έκανες, άλλωστε ποτέ στο βάθος δεν με ήθελε από την αρχή..ούτε κι εσύ άλλωστε..
- Εγώ..εγώ..σε γνώρισα..σε ανακάλυψα, σε ..έφτιαξα αν το σκέπτεσαι λιγάκι. ότι φοράς σου τα διάλεξα εγώ. Σε έβλεπα διαφορετικά το τελευταίο καιρό..αν κατάλαβες. Ποτέ σου δεν θέλησες παρέα άλλη, τουλάχιστον δεν κατάλαβα κάτι..ή κάνω λάθος; .Μαζί μου γνώρισες και πήρες γνώσεις ζωής που δεν θα ζούσες με τους γονείς σου κι εγώ πήρα όσα με έκανα να νιώσω ότι δημιουργούσα κάτι από την αρχή.
Του απάντησα συγχυσμένη και λίγο έξαλλη ότι είχε κόρη και θα είχε την ευκαιρία να δημιουργήσει σ' αυτή ότι ήθελε. Με ρώτησε αν τον έβλεπα έτσι..σαν πατέρα σαν θείο ..
- Σαν τι άλλο ήθελες να σε δω ...θείε Αντώνη; μάλλον έτσι έπρεπε να σε λέω από την αρχή, ήταν λάθος μου , το καταλαβαίνω τώρα. Σε "ερωτεύτηκα" όπως ερωτεύεται ένα μικρό κορίτσι ένα ηθοποιό ή ένα τραγουδιστή.Σε θαύμαζα..σε ευγνωμονούσα για την αγάπη και το ενδιαφέρον που μου έδινες και τόσο χρειαζόμουν.Μη χαλάσεις σε παρακαλώ την εικόνα που θα αφήσω πίσω μου στις αναμνήσεις μου μαζί σου. 
Με κοίταξε με ένα θολωμένο ύφος, ανάμικτος θυμός και λύπη, οργή και χαμένη πληγωμένη μάλλον αξιοπρέπεια. Άνοιξε τη πόρτα και πήγε να φύγει.
-Θείε..σε παρακαλώ δώσε μου το κλειδί που έχεις, αν σας χρειαστώ θα πάρω τηλέφωνο..
Στάθηκε με γυρισμένη τη πλάτη..κοντοστάθηκε ..άκουσα σχεδόν τα δόντια του να τρίζουν από θυμό . Χτύπησε τη γροθιά του στο τοίχο δίπλα του και έφυγε χτυπώντας τη πόρτα δυνατά πίσω του. 
Ένοιωσα ότι εκείνη την ημέρα είχα κόψει το λώρο που λέγαμε ότι με ένωνε με τη παλιά μου ζωή και αισθάνθηκα επιτέλους ότι έκανα ένα βήμα προς την ελευθερία.. Είχα κάνει λάθος, η απειρία μου, η αθωότητα των αισθημάτων μου και ίσως και η συναίσθηση ότι έφταιξα κι εγώ που παρασύρθηκα από την θεαματική προσφορά του μέχρι τώρα..Τι να δω και κρίνω από τα λάθη μου; Είχα ελαφρυντικά πιστεύω..πάντα θα αναρωτιέμαι πως δεν εκτίμησα σωστά τα γεγονότα, πως δεν είδα όσα έπρεπε, πως δεν απέφυγα το τέλος που δεν φαντάστηκα .