Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

8ο μέρος


Το μεθεπόμενο διήμερο που ο Νίκος είχε ρεπό ξεκίνησαν με το λεωφορείο της γραμμής για το χωριό του. Μετά από τόσο καιρό ήταν το πρώτο ταξίδι που έκανε εκτός Θεσσαλονίκης που σπούδαζε αφότου ήρθε από την Ορεστιάδα.

 Τα συναισθήματα στη ψυχή της μέσα μπερδεμένα.. Ακουμπούσε στο πλάι του και ένοιωθε ασφάλεια όμως κάπου στα κατάβαθα  της πάλευε ο φόβος για το άγνωστο που θα συναντούσε ορθωνόταν απειλητικό.
Αν..αν..πόσα  " αν" στριφογύριζαν στις σκέψεις της. Μπορούσε άραγε να είναι σίγουρη ότι θα ήταν δυνατόν σ' αυτή τη στιγμή  να κάνει ένα όνειρο για οικογένεια πραγματικότητα;..Η σκέψη της δικής της μεταμόρφωνε ακόμη τα όνειρα της σε εφιάλτες..
Ξυπνούσε πολλές φορές τις νύχτες και αφουγκραζόταν την ησυχία της με φόβο ότι από κάποια γωνιά θα ακουγόταν η φωνή της μητέρας της να την βρίζει για κάτι που έκανε στραβά.
- Γιατί μάνα..γιατί δεν με αγάπησες;.. Μονολογούσε τότε και μούσκευε το μαξιλάρι της με δάκρυα μέχρι το ξημέρωμα.. 
Κρυφοκοίταξε πλαγίως το Νίκο..είχε ακουμπήσει το κεφάλι του στο τζάμι του αυτοκινήτου και μισοκοιμόταν κουρασμένος ίσως από τη χθεσινή του εφημερία..Μπορούσε να πιστέψει σ' αυτόν; Ίσως κάπως έτσι ξεκίνησε και κάποιος έρωτας της μητέρας της...ποτέ δεν έμαθε..ποτέ δεν ρώτησε..ποτέ δεν μίλησε μαζί της σαν δύο φίλες..μάνα με κόρη.
Κοίταξε έξω..τα τοπία ήταν καινούργια γι’ αυτήν και η παρουσία του Νίκου δίπλα της  καταλυτική για την αγωνία της. Άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε το κρόταφο, εκείνος χαμογέλασε με κλειστά τα μάτια  έψαξε τυφλά το δικό της φυλακίζοντας το μέσα στο δικό του.Ήταν λες και ήθελε να της περάσει τη σιγουριά που ένοιωθε εκείνος για τη σχέση τους.
Το ταξίδι μεγάλο και κουραστικό δύο στάσεις για να ξεμουδιάσουν και  αργά το απόγευμα έφθασαν στη Κορινθία που έστω και τέτοια ώρα της φάνηκε πανέμορφη. 
Θα ήθελε να μπορούσε να καθίσουν λίγο και να χαζέψει τα υπέροχα θαλασσινά τοπία της, τις ταβέρνες , τους ανθρώπους... μα έπρεπε να συνεχίσουν στη ορεινή περιοχή όπου έμεναν οι γονείς του.
 Το χωριό λεγότανε Αγγελόκαστρο και ήταν σε υψόμετρο 800 μέτρων ένα χωριό κτηνοτρόφων και γεωργών που είχε εγκαταλειφθεί από τους νεότερους κατοίκους λόγω αστυφιλίας . Οι πολλές εκκλησίες και τα πέτρινα παλιά σπίτια έδιναν στο τόπο τη δική τους σφραγίδα ομορφιάς. Αισθάνθηκε  ότι έφερνε κοντά του ανθρώπους που αγαπούσαν τη ζωή σε ήρεμο και ξεκούραστο περιβάλλον.
 Έφθασαν πολύ αργά  και δεν μπορούσε να δει καλά η Λενιώ το χωριό και η αλήθεια είναι ότι της φάνηκε λίγο σιωπηλό.. ερειπωμένο και εγκαταλειμμένο από κόσμο. Την φόβισε η σκοτεινιά όμως ήταν συνηθισμένη από τη ησυχία  της επαρχιακής ζωής. Άλλωστε το δικό της σπίτι τότε  ήταν στην άκρη του χωριού.
Ένας παππούς χαιρέτισε  τον Νίκο, αμφέβαλε αν τον αναγνώρισε αλλά τον χαιρέτισε με αυθορμητισμό. Πιο πέρα κάποια γιαγιά στο παράθυρο της κρυφοκοίταζε πίσω από τη μισάνοιχτη κουρτίνα του. 
Περπατούσε δίπλα του σιωπηλά αφήνοντας τον στην απόλαυση αυτής της μικρής διαδρομής. Κατάλαβε η Λενιώ ότι ο Νίκος δίπλα της ήταν σχεδόν ευτυχισμένος που πατούσε τα δρομάκια του χωριού του. Ανέβαιναν το δρομάκι ανάμεσα στα σπίτι και της κρατούσε το χέρι  ,πότε πότε της έδειχνε κάτι και της εξηγούσε ..μα εκείνη σχεδόν δεν άκουγε ούτε λέξη . Οι χτύποι της καρδιάς της ήταν δυνατότεροι από τις λέξεις.
Επιτέλους  έφθασαν μπροστά σε ένα πέτρινο παλιό σπίτι τους με φράχτη από ξερολιθιές. Περιποιημένο, φροντισμένο με ένα δένδρο στη μια μεριά του να ακουμπάει επάνω στο παράθυρο  επάνω ορόφου που μάλλον ήταν κάτι σαν σοφίτα.
Τους  υποδέχθηκε για καλωσόρισμα πρώτα το γάβγισμα ενός μεγάλου τσοπανόσκυλου , όμως δεν κατάφερε να τρομάξει τη Λενιώ . Ήταν μαθημένη από μικρή με σκυλιά του χωριού που τα ταΐζε με το μικρό της χεράκι ότι περίσσευε από το φαγητό τους .
  Το σπίτι ήταν φωτισμένο φανερό ότι περίμεναν και ξενυχτούσαν για τον ερχομό τους. Η καρδιά της φτερούγισε έτοιμη θαρρείς να σπάσει μα το χέρι του Νίκου στη μέση της έδωσε το κουράγιο που χρειαζότανε. Η πόρτα άνοιξε και είδε μια γυναίκα γύρω στα 50 να βγαίνει με φωνές χαράς και να αγκαλιάζει με λαχτάρα το γιο της. 
Πίσω της ένας φανερά ταλαιπωρημένος από τη ζωή άνδρας  ήρθε προς το μέρος της και την αγκάλιασε δυνατά και απότομα τόσο που κόντεψε να χάσει την ισορροπία της.
-Καλώς ήρθες κόρη μου, καλώς ορίσατε , Μαρία το κορίτσι.. Μαρία..τι σου είπα; Άσε το γιο σου για αργότερα , θα τον χαρείς μη σε νοιάζει . Η γυναίκα τραβήχτηκε από το Νίκο και ήρθε προς το μέρος της με την ίδια θέρμη αγκαλιάζοντας την δυνατά και αυθόρμητα λες και την ήξερε από χρόνια.
- Καλώς ήρθες κορίτσι μου, σχώρα με μα είχα ένα ολόκληρο χρόνο να τον δω στη γιορτή της Αγίας Παρασκευής 26 τον είδαμε και μετά ..ένα τηλέφωνο κάθε που μας θυμόταν εμάς τους μεγάλους πίσω του.
 Παραπονέθηκε προσποιητά η μάνα του με γελάκια και με δύναμη πιάνοντας τους από τη μέση ,τους οδήγησε στο εσωτερικό του σπιτιού. Είχε χρόνια να μπει η Λενιώ σε ένα τέτοιο σπίτι, εικόνες την πλημμύρισαν από το παρελθόν και ένοιωσε την παρουσία της μάνας της να την βαραίνει ακόμα και σαν θύμηση.
 Όμως τι να συγκρίνει; Σε τι να σταματήσει η ανάμνηση της που να μπορεί να το βάλει έστω στην ίδια ζυγαριά;
Η τόσο θερμή υποδοχή των απλών αυτών ανθρώπων την έκαναν να καταλαγιάσει τους φόβους της και να ελπίζει πλέον ότι από εδώ και πέρα θα υπήρχε μια οικογένεια για εκείνη, μία οικογένεια σαν όλες όσες ζήλευε σαν παιδί.
 Το τραπέζι ήταν στρωμένο, τα φώτα όλα αναμμένα και στα πόδια τους μία γάτα που σηκώθηκε τεμπέλικα να τους καλωσορίσει.   Τριγύρισε ανάμεσα τους κι αυτή με κίνδυνο να την πατήσουν σαν να τους έδειχνε ότι ακόμα και εκείνη τους αγαπούσε. 
Η πόρτα ξαφνικά άνοιξε και μπήκε φουριόζικα ένα άνδρας μεγαλύτερος από το Νίκο μα εμφανώς με μεγάλη ομοιότητα μαζί του. Είχε το ίδιο ύψος με το Νίκο, τα μαλλιά του ανακατεμένα και αχτένιστα προφανώς γεμάτα από λίγα κομματάκια άχυρα τροφή των ζώων.. Τα ρούχα του παλιά και τσαλακωμένα , τα παπούτσια του βγαλμένα μάλλον στην είσοδο του σπιτιού για να μη λερώσει.. 
Πάλι οι αναμνήσεις από το δικό της χωριό που μεγάλωσε την γέμισαν με τις εικόνες τους.  Θυμήθηκε με πόνο τα  μπαλωμένα της φθαρμένα παπούτσια  που ντροπαλά άφηνε έξω από τις πόρτες όταν την φώναζαν για θελήματα. Τώρα φορούσε πλέον καλά παπούτσια και άνετα πάντα , φθηνά μα όχι μπαλωμένα ή από δεύτερο χέρι πάντα .
- Ήρθες παλιοπρωτευουσιάνε γιατρέ.. ήρθες και μας έφερες και τη νύφη.. πούντηνε να την φιλήσω την καημένη που θα σε φορτωθεί.
Έσφιξε τον αδελφό του με συγκίνηση, ήταν μεγαλύτερος και μαυρισμένος από τον ήλιο και τη κούραση των γεωργικών ασχολιών. Το βλέμμα του φανερά δακρυσμένο αγκάλιαζε μαζί με τα μπράτσα του το μικρό της οικογένειας που με περηφάνια θα τον έδειχναν και θα έλεγαν : ο γιατρός μας! 
Μετά γύρισε προς το μέρος της και την αγκάλιασε σφιχτά όπως ακριβώς και οι γονείς του, με θέρμη και ειλικρίνεια αισθημάτων. Τραβήχτηκε έπειτα και κρατώντας την από τα χέρια την περιεργάστηκε με προσοχή μα και με τρυφερότητα στο βλέμμα.
-  Είμαι ο Μιχάλης.. ο αδελφός του.. να σε δω, κούκλα είσαι ! Φοβόμουνα μην είσαι κάποια από τις  ξεβγαλμένες, εκείνες τις φτιασιδωμένες που θα έπαιρνε τον αδελφό μας μακριά στο μέρος της. Εσύ όμως κορίτσι μου φαίνεσαι "δικιά μας " , το βλέπω στο καθάριο  μάτι σου και στο πεντακάθαρο πρόσωπο σου.. Μπράβο αδελφέ ..δεν σε χάλασε η πόλη, χαλάλι το σκάψιμο και το ξεχορτάριασμα που κάνω …
Έσκυψε το πρόσωπο της η Λενιώ για να μην δουν τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της πράγμα βέβαια αδύνατον. Όλη  η αγωνία του ταξιδιού μετατράπηκε σε δάκρυα. Προσπάθησε μα δεν μπόρεσε  να συγκρατήσει το απίστευτο ποτάμι των συναισθημάτων της. Ήθελε τόσο να μείνει μα συγχρόνως τόσο να ..φύγει σε μία γωνιά όπως τότε..μικρή που χωνόταν στην αποθήκη να κλάψει με την ησυχία της.
Όλοι πέσανε επάνω της φωνάζοντας ο καθένας πως νόμιζε ότι ίσως έφταιγε κάτι που της έκαναν.. Ντράπηκε, τους καθησύχασε με απλά μισόλογα και ένοιωσε ότι έπρεπε να κάνει ..ένα βήμα μπροστά!
  Τότε πήρε ανάσα και βρήκε το θάρρος να σηκώσει το κεφάλι και κοιτώντας τους στα μάτια να τους εξηγήσει από ποια πληγή  κυλούσαν αυτά τα δάκρυα.. Κάθισε στο ξύλινο καναπέ του σαλονιού και τους άνοιξε τη ψυχή της ενώ ο Νίκος της κρατούσε τρυφερά το χέρι με την ίδια συγκίνηση κι  αυτός γιατί πολλά τα άκουγε για πρώτη φορά . 
Που την βρήκε τη δύναμη εκείνη για μία τόσο  αυθόρμητη εξομολόγηση η Λενιώ; Σαν το ποτάμι που μέχρι τώρα του έφραζαν το δρόμο χύθηκε από μέσα της το παράπονο και η έλλειψη της θαλπωρής ενός πατέρα και μιας μάνας. Όλος ο πόνος που μόνο στο παπά Μανώλη είχε εξομολογηθεί άνοιξε τη "πόρτα" και βγήκε. 
Την άκουγαν και έβλεπε στα μάτια αυτών των τόσο αγνών ανθρώπων αυτό που χρόνια ήθελε, μία οικογένεια δική της πλέον. Είδε τη μάνα του Νίκου να κλαίει και να σφουγγίζει φανερά τα δάκρυα  με το μαντήλι της, τον αδελφό του να κοκκινίζει από θυμό για όσα ήθελε να ήταν εκεί και να διορθώσει.
 Ο πατέρα του ακίνητος  ,πετρωμένος θα έλεγες προσπαθούσε να κρατήσει την αυτοκυριαρχία του « πατέρα» βήχοντας πότε πότε για να κατεβάσει το κόμπο στο λαιμό του. 
Αυθόρμητα και αδέξια με τρόπο που δεν τον γνώριζε αφού ποτέ του δεν είχε κόρη σηκώθηκε και την αγκάλιασε προσεκτικά και τρυφερά όπως κρατούσε τα νεογέννητα αρνάκια του.
- Ας τα ξεχάσουμε κόρη μου όλα αυτά, είπε , ξέχνα τα κι εσύ, δεν είσαι μόνη πλέον κι εμείς πάντα θέλαμε μια κόρη ..Έτσι γυναίκα, έτσι δεν έλεγες πάντα με παράπονο ότι δεν σε χάρισα μια κόρη παρά μόνο μαντράχαλους; Μίλα βρε Μαρία..Και τι άλλο θέλαμε από το Νίκο μας; ..ένα εγγόνι κόρη μας.. ένα εγγόνι..έτσι Μαρία;
Η Λενιώ χαμογέλασε από την αμηχανία του ανθρώπου και την αγνότητα των λόγων του.
-Πρώτα από το Μιχάλη σας μάλλον θα το δείτε τους είπε με χαμόγελο εμείς έχουμε χρόνο μπροστά μας, οι σπουδές του Νίκου, το επαρχιακό του, ειδικότητα..έχουμε μέλλον μπροστά μας. 
-Μπα..από σένα θα το δούμε μιας και ο Μιχάλης μας όπως το θέλησε ο Θεός θα χαρεί μάλλον ανίψια.
Η Λενιώ ένοιωσε άβολα με τα λόγια αυτά που υπονοούσαν βέβαια κάτι σοβαρό μα παρατήρησε ότι κανείς δεν πειράχτηκε από αυτά ιδιαιτέρως ο ίδιος ο Μιχάλης. Δεν φάνηκε να στεναχωριέται ούτε να θυμώνει για αυτό που ανέφερε ο πατέρας του σε μία..ξένη σχετικά. Αντίθετα  γέλασε μάλιστα καλόκαρδα και είπε ότι παιδιά του θα ήταν τα παιδιά του αδελφού του χωρίς να έχει τη κούραση και τα..έξοδα τους.
Αργότερα όταν μείνανε μόνοι η Λενιώ με το Νίκο και τα συζητούσαν έμαθε από αυτόν ότι ήταν πράγματι αλήθεια, ο Μιχάλης δεν θα έκαμνε ποτέ δυστυχώς παιδί.  Πέρασε της εξήγησε μια τόσο σοβαρή ασθένεια μικρός και που όπως τους είπαν οι γιατροί του στέρησε για πάντα αυτή τη χαρά.
-Όταν τους έβλεπα που τον έσερναν από γιατρό σε γιατρό τότε νομίζω  μου είχε σφηνωθεί η ιδέα να γίνω γιατρός. 
Της μιλούσε έχοντας την στην αγκαλιά του καθισμένοι στο περβάζι του παραθύρου τους κοιτώντας έξω το φως που έδινε το μισόγεμο φεγγάρι. 
- Χρειάστηκε να πουλήσουν χωράφια και βιός για να καταφέρουν τότε να του σώσουν τη ζωή οι καημένοι.  
Καταλάβαινε η Λενιώ τώρα τη λαχτάρα τους να χαρούν το Νίκο τους γιατρό. Ο "δικός"  τους γιατρός  θα έφερνε τα πάντα σε αυτή την οικογένεια, αναγνώριση, θαυμασμό από το χωριό και βέβαια τη συνέχεια του ονόματος τους.
 Τα έλεγε ο πατέρας τους και τα εννοούσε όπως κατάλαβε η Λενιώ και ένοιωσε μια υποχρέωση απέναντι σε όλους αυτούς για να κάνει τα όνειρα τους πραγματικότητα , όνειρα βέβαια που ήταν και δικές της επιθυμίες .. 
( ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ)

6 σχόλια:

  1. @ Μαρία Έλενα ,ευχαριστώ φίλη μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τα δακρυα κορομηλα ...Αχτιδα μου πολυ συγκινητικο και συναμα τρυφερο περιμενω με αγωνια σε φιλω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. αχτιδουλα μου το ειχα διαβασει αλλα δεν ειχα προλαβει να σχολιασω.
    εξελιισεται ολο και καλυτερα.
    περιμενω τη συνεχεια.
    φιλακια πολλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. πως θα μπορούσε μια ιστορία που "ανακατευει" τη θεσσαλονικούλα να μην είναι ομορφη;;

    καλώς σε βρήκα και στον χώρο σου!
    ΣΙΓΟΥΡΑ θα τα λέμε..

    ΑπάντησηΔιαγραφή