Κυριακή 19 Ιουλίου 2015

37η συνέχεια



Ξάπλωσε κρατώντας στο χέρι της ακόμα το χαρτί με τη πρόταση της γνωστής εταιρία. Το διάβασε για χιλιοστή φορά και δεν το χόρταινε. Η εταιρία “ COSMET ” ήταν ότι πιο γνωστό στο κόσμο των καλλυντικών στην Ελλάδα. Δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να ενδιαφερθεί για τα δικά της προϊόντα αν και..
-Γιατί όχι; Φώναξε δυνατά στον ίδιο τον εαυτό της..γιατί όχι; Τα όσα έφτιαχνε βέβαια ήταν μία μικρή πρωτοπορία , είχε παλέψει στη κυριολεξία να δημιουργήσει τη τόσο μικρή επιχείρηση της  «παντρεύοντας» τις παλιές αγνές συνταγές της γιαγιάς Ιουλίας με τις τεκμηριωμένες έρευνες της Λενιώς και όλα αυτά να τα δέσει κάτω από τη δική της επιστημονική κατάρτιση.  Τα αποτελέσματα από τα όσα προσέφερναν οι κρέμες της ήταν θαυματουργά από τα χρόνια της Λενιώς ακόμη όταν τα χάριζε στις γυναίκες του χωριού της. Όμως η παραγωγή της ήταν μικρή γιατί έπρεπε να αγοράζουν τα διάφορα φυτά , τα βότανα που δύσκολα βρισκόντουσαν όταν τα ήθελαν. Μετά έπρεπε να τα περάσουν από τις διάφορες φάσεις όπως τα έφτιαχνε η Λενιώ μα με μηχανήματα πλέον που μερικά δεν τα είχε και αναγκαζόταν να μεταχειρίζεται τον ανθρώπινο παράγοντα που ήταν δυστυχώς αργός .
Ο ύπνος την πήρε με το χαρτί στο χέρι και ο Μορφέας την οδήγησε σε αίθουσες συνεδρίων, σε εκθέσεις και βραβεία..είχε όνειρα, είχε φιλοδοξίες… είχε τόσα να κατακτήσει.
Το πρωί έφυγε με σχεδόν παιδιάστικη βιασύνη, το μικρό σακίδιο στον ώμο, τη φρυγανιά με τη μαρμελάδα στο χέρι ,  πασαλειμμένο με τη γλύκα της φιλί στο μάγουλο της Λενιώς και τη Στεφανία να την κοιτάζει με κατανόηση δίνοντας της στο χέρι τα ξεχασμένα στο σκρίνιο του διαδρόμου κλειδιά της. Θεέ μου σκέφτηκε, ευχαριστώ για τη Στεφανία, ήταν δώρο στη ζωή τους, ότι χρειαζόταν αφού η Λενιώ είχε μεγαλώσει και είχε προβλήματα υγείας. Τους κούνησε το χέρι σχεδόν πίσω από τη πόρτα που έκλεινε και κατέβηκε ανυπόμονα τις σκάλες.
-Αχ! Αυτό το κορίτσι, μουρμούρισε η Λενιώ στη Στεφανία μα τα χείλη της έσκαγαν ένα χαμόγελο γεμάτο τρυφερότητα και αγάπη.
-Εμείς κυρία Λενιώ θα τα λέμε καθώς θα φτιάχνουμε μαζί το φαγητό και μετά θα σας κάνω τα πιο όμορφα νυχάκια που είχατε ποτέ! Άσε που έχουμε ένα σωρό να κουτσομπολέψουμε! Την είδατε τη γειτόνισσα απέναντι που άπλωνε τα ρούχα φορώντας φόρεμα με στρας και δαντέλες;
Η Λενιώ την κοίταξε με αγάπη και ευγνωμοσύνη, δεν μπορεί σκέφτηκε, σίγουρα είναι η μετεμψύχωση της Μαίρης..
Η Χαρά έφτασε στο γραφείο της και πήγε κατευθείαν στο τηλέφωνο. Κοίταξε την ώρα..ας περίμενε λιγάκι..να μη φανεί η ανυπομονησία της σαν ..ανάγκη σκέφτηκε. Τα μάτια της κολλημένα στους δείκτες του ρολογιού, το πόδι της χτυπούσε ρυθμικά στο πάτωμα και ο καφές δεν είχε θαρρείς την ίδια γεύση με τον χθεσινό.
-Κοντεύει 11..μονολόγησε..θα πάρω.. είναι κανονική ώρα. Χαρά ,είπε στον εαυτό της, πρόσεχε, ήρεμα, όχι βιαστικά και ανυπόμονα, με ευγένεια μα όχι φορτικά, ήρεμα και με αυτοπεποίθηση!!!
-Εταιρία “ COSMET ”, ακούστηκε η φωνή μάλλον της γραμματέως, παρακαλώ πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;
-Είμαι η Χαρά Παπαδάκη και έχω ένα μέιλ στα χέρια μου από τη διεύθυνση σας. Νομίζω ότι ίσως χρειάζεται να κλείσω κάποιο ραντεβού για να έρθω όπως μου ζητήθηκε.
Η φωνή της ακούστηκε πειστικά σταθερή και με κάποιο..μικρό ύφος ώστε να …ψαρώσει την υπάλληλο και να την κάνει να σκεφτεί ότι είναι κάποια , ξαφνιάστηκε με την άμεση απάντηση της.
-Μάλιστα κυρία Παπαδάκη , υπάρχει το όνομα σας στη λίστα των ατόμων που μου έχει δοθεί για προτεραιότητα στις συναντήσεις με τη πρόεδρο. Πότε νομίζετε ότι θα μπορούσατε να περάσετε;
Η Χαρά πάγωσε λιγάκι μα γρήγορα απάντησε ότι αύριο το πρωί κατά τις 11 πάλι θα ήταν μία ιδανική ώρα.
-Ευχαριστώ κυρία Παπαδάκη, είμαι η Ειρήνη η ιδιαιτέρα της κας Steynthans και σας περιμένω εγώ η ίδια στη ρεσεψιόν της εταιρίας. Αύριο λοιπόν στις 11, ευχαριστώ.
Ακούμπησε η Χαρά το ακουστικό και σκέφτηκε αμέσως ότι το όνομα ήταν ξενικό και εκείνη ήξερε μέχρι τώρα ότι η εταιρία ήταν Ελληνική. Γυναίκα λοιπόν η πρόεδρος; Καλύτερα ή χειρότερα; Μετά σκέφτηκε παρηγορώντας τον εαυτό της και τη φοβία που την κατέλαβε, ότι ήταν απλά μία ..ερευνητική συνάντηση που ίσως δεν σήμαινε κάτι σοβαρό. Βεβαία θα της άρεζε μία συνεργασία με τέτοιο κολοσσό όμως δεν θα χαλούσε και τη ζαχαρένια της αν δεν γινόταν κάτι. Ήταν νέα , ήταν στην αρχή ακόμη, είχε μπροστά της χρόνο να φτιάξει και να δημιουργήσει πολλά.
Το επόμενο πρωί φρόντισε την εμφάνιση της, τίποτε το κραυγαλέο, ένα σοβαρό μα και νεανικό σύνολο. Τα μαλλιά της ελεύθερα στους ώμους της μα φροντισμένα, πρόσεξε τα παπούτσια της να είναι ασορτί με τη τσάντα που είχε πρόσφατα αγοράσει ξεπερνώντας τους ενδοιασμούς της για τη τιμή τους .Σκέφτηκε χαμογελώντας τη Μαίρη που της είπε κάποτε ότι τα παπούτσια είναι κάτι που προσέχουν οι άνθρωποι σε μία εμφάνιση γνωριμίας μετά τα..ωραία μάτια!
Παρκάρισε το μικρό της αυτοκίνητο στο γκαράζ της εταιρίας αφού ο υπεύθυνος του είχε το όνομα της σε λίστα μπροστά του. Ένοιωσε μέσα της μία μικρή ικανοποίηση, λες και κατάφερε κάτι, λες και ανέβηκε ένα ακόμα σκαλοπάτι. Μία όμορφη ξανθή κοπέλα την πλησίασε και της άπλωσε το χέρι μόλις την είδε.
-Η κυρία Χαρά Παπαδάκη; Είμαι η Ειρήνη η ιδιαιτέρα που σας μίλησα στο τηλέφωνο, παρακαλώ ακολουθήστε με.
Η ματιά της με διακριτικότητα βέβαια έκανε μία μικρή «έρευνα» επάνω της και αυθόρμητα της είπε:
-Είστε πολλή νέα, σας περίμεναν σίγουρα αρκετά μεγαλύτερη νομίζω..
Η Χαρά χαμογέλασε και δεν απάντησε παρά την ακολούθησε στο πέρασμα τους μέσα στους διαδρόμους του κτιρίου.
Θαύμασε την όμορφη προσεγμένα μοντέρνα διακόσμηση, τους πίνακες στους τοίχους που έδειχναν θαρρείς ότι έμπαινες σε ένα όμορφο σαλόνι και όχι σε εταιρία. Φθάσανε σε ένα χώρο που σίγουρα ήταν ένας άνετος  προθάλαμος για τα γραφεία πλημμυρισμένος από φως που έμπαινε από τους σχεδόν γυάλινους τοίχους του. Τα λουλούδια στις γωνιές του ήταν αληθινά και φροντισμένα, ένα υπέροχο χειροποίητο σίγουρα χαλί  και ένας τεράστιος δερμάτινος λευκός καναπές που δέσποζε στον ένα τοίχο. Θαύμασε το  υπέροχο τραπέζι με λευκά ξύλινα πόδια που κρατούσαν σαν φύλλα λουλουδιών  το βαρύ κρύσταλλο. Παραδίπλα τις άκρες του καναπέ 2 μικρά κρυστάλλινα τραπεζάκια με κάποια περιοδικά και καταλόγους με τα προϊόντα της εταιρίας.
Η ματιά της στάθηκε σε  μία υπέροχη  βιτρίνα που ήταν  απέναντι από το καθιστικό  αναγκάζοντας σε να τον κοιτάζεις έστω και χωρίς να θες και που φιλοξενούσε τις διακρίσεις της εταιρίας. Το βλέμμα της όμως αιχμαλωτίστηκε από τα  δύο πορτρέτα που υπήρχαν πάνω από τη βιτρίνα   στο τοίχο. Δεν ήταν φωτογραφίες βέβαια αλλά πίνακες  που εκφραστικά υποδείκνυαν τη κυριαρχία στο κτίριο των δύο ατόμων που απεικόνιζαν . Δύο θαυμάσια πορτρέτα και σίγουρα ζωγραφισμένοι  από έμπειρο σε πορτρέτα ζωγράφο.
Ένας άνδρας εύσωμος περίπου στα 70, με λευκά μαλλιά και ένα ήρεμο χαμόγελο στο πρόσωπο του σε κέρδιζε απλά και μόνο που τον αντίκριζες. Η δυναμική όμως έκφραση στο πρόσωπο του σου περνούσε αμέσως την αίσθηση ότι ήταν ένας άνθρωπος που πάλεψε και κατέκτησε όσα είχε με το σπαθί του.
Η καρδιά της χτύπησε δυνατά αντικρίζοντας τα μάτια της γυναίκας του διπλανού πορτρέτου που την κοίταζαν θαρρείς ερευνητικά από τη πρώτη στιγμή που το αντίκρισε. Ένοιωσε μέσα της κάτι σαν προειδοποιητική μαχαιριά να της υπενθυμίζει ότι θα ήταν ένας αντίπαλος γι’ αυτήν .  Πραγματικά  μία όμορφη γυναίκα, σίγουρα γύρω στα 40, καστανά μαλλιά τραβηγμένα στο πλάι έπεφταν στη μία μεριά του ώμου της επάνω στη ράντα από το κατακόκκινο φόρεμα της. Υπέροχα πρασινογάλανα μάτια γεμάτα με μία κενή αδιάφορη άψυχη θα έλεγε έκφραση ανέδιδαν κάτι σαν  υπεροψία και  προσπάθεια να δείξουν στον άλλον ότι έπρεπε να σκύψει το κεφάλι στη ματιά του αντικρίζοντας τα. Κάτι της φάνηκε γνωστό, προσπάθησε να θυμηθεί αν την είχε συναντήσει σε κάποιο σεμινάριο εταιριών, σίγουρα αυτό θα ήταν..αν και μια τέτοια παρουσία δεν θα περνούσε απαρατήρητη αν την συναντούσε. Η φωνή της Ειρήνης την έβγαλε από τις σκέψεις της.
-Κυρία Παπαδάκη σας περιμένουν, παρακαλώ περάστε.
Σηκώθηκε από το φιλόξενο καναπέ και διόρθωσε μηχανικά το λεπτό φθινοπωρινό σακάκι της , χαμογέλασε στη κοπέλα και με μία ανάσα αυτοπεποίθησης προχώρησε με σταθερά βήματα περνώντας μέσα από την ανοιχτή πόρτα που της έδειξε.
Ήταν εκείνη, η γυναίκα του πορτρέτου απλά τώρα της φάνηκε λίγο πιο μεγάλη και πιο γήινη χωρίς το μυστήριο που της έδωσε το πινέλο του ζωγράφου. Ήταν σκυμμένη σε έγραφα, το κινητό στο αυτί της και στο χέρι το στυλό που χτυπούσε με δύναμη το κρύσταλλο του γραφείου της συνοδεύοντας τις γεμάτες αυστηρότητα οδηγίες της σε όποιον μιλούσε.
Σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε ενώ με το ελεύθερο χέρι της έδειξε την άνετη καρέκλα μπροστά της. Η Χαρά ένοιωσε να τη διαπερνάει ρεύμα όταν διασταυρώθηκε το γαλαζοπράσινο βλέμμα της με το δικό της, αστείο σκέφτηκε μα ..ένοιωσε φόβο, κάτι σαν να βρισκόταν στο γραφείο του διευθυντή σχολείου και περίμενε τη τιμωρία.
Η Steynthans έκλεισε το κινητό και χαρίζοντας της ένα γοητευτικό χαμόγελο της άπλωσε το χέρι με μία σχεδόν ανδρική κίνηση.
-Η κυρία Παπαδάκη νομίζω; Είστε πολύ πιο νέα από την εικόνα που είχα φτιάξει για σας σύμφωνα με τη..πρόοδο σας στο κοινό μας τομέα.
Η φωνή της ήταν γοητευτική, σαγηνευτική θα έλεγε και οι κινήσεις της είχαν τη χάρη ενός αιλουροειδούς. Η Χαρά της έσφιξε το χέρι και της χάρισε  ένα δικό της χαμόγελο χωρίς να καταλάβει ότι ανέδιδε από παντού αθωότητα και  εφηβική θαρρείς στάση .Αυτό για τη δυναμική πρόεδρο ήταν βούτυρο στο ψωμί της η μάλλον στο..παντεσπάνι της! Η ματιά της την παγίδευσε θριαμβευτικά  και αν η Χαρά δεν είχε τόσο ενθουσιασμό μέσα της θα έπρεπε να νοιώσει σαν τη μύγα που βάδιζε τυφλά στον ιστό της λαμπερής αράχνης.
-Σας ευχαριστώ για τη πρόσκληση αν και δεν βλέπω τι ενδιαφέρον θα είχα για σας μία τόσο μεγάλη εταιρία η δική μου βιοτεχνία θα έλεγα καλύτερα.
Την είδε να κινείται και να έρχεται δίπλα της, ακούμπησε τη μέση της στο γραφείο στηρίζοντας το ελάχιστο βάρος του καλλίγραμμου κορμιού της και της χάρισε ακόμα ένα μαγευτικό  χαμόγελο. Με την ίδια χάρη και με απαλές κινήσεις άνοιξε μία ασημένια ταμπακιέρα δίπλα της και έβαλε ένα τσιγάρο στα ρόδινα από το κραγιόν χείλη της. Το άναψε και το ρούφηξε με ηδονή σχεδόν  κοιτώντας για ελάχιστες στιγμές το καπνό που ανέβηκε παιχνιδιάρικα περνώντας και χαϊδεύοντας τα λαμπερά καστανά μαλλιά της. Το άρωμα της σίγουρα της εταιρίας ειδικά φτιαγμένο ίσως γι’ αυτήν μπήκε μεθυστικά στα ρουθούνια της Χαράς αιχμαλωτίζοντας το μυαλό και τις αισθήσεις της.
-Δεν σας προσφέρω γιατί είμαι σίγουρη ότι δεν έχετε αυτή τη κακή συνήθεια που δυστυχώς εγώ δεν μπορώ να αποχωριστώ όπως βλέπετε.
-Ευχαριστώ κυρία πραγματικά δεν καπνίζω!
-Είδατε; Νομίζω ότι μπορώ να μαντέψω τα πάντα για σας μόνο κοιτάζοντας τα όμορφα ματάκια σας. Είστε νέα, μορφωμένη, αυτό που λένε..καλό κορίτσι..έχετε φιλοδοξίες, σκοπούς και σχέδια μεγάλα μέσα σας . Είμαι σίγουρη ότι λατρεύετε αυτό που κάνετε , που δημιουργείτε και πάνω από όλα επιθυμείτε την θριαμβευτική επιτυχία στο σύντομο προσεχές μέλλον. Κι εδώ γλυκιά μου έρχομαι εγώ και η εταιρία μου να σας κάνει αυτό το δώρο, μία σύντομη ανάδειξη των προσόντων σας και μία διασφαλισμένη φήμη για το μέλλον σε σας και τα σκευάσματα σας.
Η Χαρά δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη, μαγεμένη σχεδόν από το βλέμμα , τη φωνή και τη μυρωδιά της αισθάνθηκε απλά και μόνο ακροάτρια της εικόνας που της διηγιόταν .
-Η πρόταση μας είναι  να σας κάνουμε μέλλος της εταιρίας μας, να κάνουμε τα σκευάσματα σας δικά μας μα πάντα με τη δική σας σφραγίδα. Αυτή η ..εικόνα της αθώας φυσικής ομορφιάς που αναδίδουν όσα κάνετε μου αρέσει μικρή μου και θέλω να επεκταθώ σε μία αγορά γυναικών που χρειάζονται για τον εαυτό τους αυτό ακριβώς που τους δίνεις εσύ. Την αγνή , παλιά μαμαδίστικη συνταγή που εμείς σαν εταιρία μέχρι τώρα δεν μας απασχόλησε! Όμως είμαι άτομο που βλέπει μπροστά, θα έλεγα ότι θέλω να προβλέπω από πριν τη κάθε πιθανότητα στις αλλαγές των επιθυμιών των πελατών μας. Μπαίνουμε σε μία εποχή που τα  νέα άτομα θέλουν την επιστροφή στη Φύση, στην αγνότητα, στην έλλειψη χημικών παρεμβολών, στα βοτάνια και τα λουλούδια! Τι σας προσφέρω; μα τι άλλο νεαρή μου ..το μέλλον ..τη φήμη..τη διαφήμιση με πλάτες το δικό μας όνομα, το χρήμα και την ικανοποίηση της αναγνώρισης σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό μετά ίσως αν συνεχίσουμε με την επιτυχία που προβλέπω.
Ήρθε κοντά της και κινήθηκε ολόγυρα της πιάνοντας ελαφρά τον ώμο της Χαράς με το λεπτό περιποιημένο χέρι της . Η κοπέλα θαύμασε το μονόπετρο που λαμποκοπούσε στο μεσαίο δάχτυλο της δίπλα σε μία περίτεχνη πλατινένια βέρα. Η κυρία  Steynthans γύρισε στο γραφείο της, κάθισε στη δερμάτινη πολυθρόνα της και η φωνή της άλλαξε χροιά μιλώντας πιο δυνατά και χτυπώντας το στυλό της στο κρύσταλλο σε κάθε της φράση.
- Ένα εργαστήριο εδώ μαζί μας κυρία Παπαδάκη, σύγχρονο και επιστημονικά τέλειο, μία εξασφαλισμένη μεγάλη αμοιβή των γνώσεων σας  και μία μεγαλύτερη πώληση χωρίς την αγωνία της πώλησης και διακίνησης των προϊόντων σας. Τα βαζάκια και οι κρέμες σας σε καλύτερη συσκευασία, το όνομα της φίρμας σας στις νέες ετικέτες, ποσοστά βέβαια στις πωλήσεις και σε  λίγους μήνες δοκιμών του αποτελέσματος τι άλλο;..μα βέβαια μετοχές στην εταιρία μας. Δεν νομίζετε ότι ο ουρανός άνοιξε και σας έπεσε χρυσόσκονη μαγική ;
Μιλάει τόσο άνετα και σωστά τα ελληνικά σκέφτηκε η Χαρά μέσα της ασυναίσθητα αντί να σκεφτεί τα όσα της αράδιαζε με τόση άνεση . Όσα της έδινε ήταν ένα όνειρο γι’ αυτή κι εκείνη σκεπτόταν πράγματα αδιάφορα όπως αν ήταν Ελληνίδα ή όχι! Χωρίς να το σκεφτεί  έκανε την ερώτηση:
-Νόμιζα από το επίθετο σας ότι είστε Αγγλίδα ή Αμερικανίδα, μιλάτε τόσο σωστά που σίγουρα κάνω λάθος.
Η Steynthans ξαφνιάστηκε από τον αυθορμητισμό και την άσχετη ερώτηση της μαθημένη να συναντά συνήθως ανθρώπους που νοιαζόντουσαν για νούμερα και αποδοχές προσφορών.
-Είμαι Ελληνίδα, Αθηναία,  μα έχω παντρευτεί στο εξωτερικό στην Αυστραλία . Όπως καταλαβαίνετε αυτό είναι το όνομα του συζύγου μου και η εταιρία αυτή δικό μου δημιούργημα μικρό στις δικές του επιχειρήσεις.
-Μικρό; Μικρό είπατε; Μα η Cosmet είναι τεράστια εταιρία , πίστευα ότι ήταν Ελληνική μα από ότι βλέπω σίγουρα είναι ίσως πολυεθνική.
- Όχι μικρή μου, Ελληνική είναι απλά είμαστε θυγατρική του ομίλου Steynthans του συζύγου μου. Δυστυχώς ο σύζυγος μου έχει το τελευταίο καιρό ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας ,δυστυχώς μόνιμο και ο γιος μας κι εγώ διευθύνουμε τον όμιλο μαζί με μετόχους βέβαια έχοντας τη πλειοψηφία. Λοιπόν αφού απάντησα στις απορίες σας τι θα μου απαντήσετε εσείς στις δικές μου προτάσεις;
-Ο γιος σας διευθύνει την εταιρία; Μα είστε τόσο νέα πως είναι δυνατόν να έχετε τόσο μεγάλο γιο;
Η Steynthans έριξε πίσω το κεφάλι και ξέσπασε σε δυνατά γέλια, αυτό το κορίτσι ήταν φοβερά αυθόρμητο, παιδί θα έλεγε , αχ! Θεέ μου πως θα την ανεχόταν έστω για λίγο καιρό μετά την υπογραφή της; Την έλκυαν οι δυνατοί χαρακτήρες, ήθελε πάντα να παλεύει  με κάθε νέο συνεργάτη και να νοιώθει την ικανοποίηση να τον κάνει πιόνι στα χέρια της. Αυτή η μικρή ήταν πανεύκολο πιόνι, χαμένο από χέρι στη ζωή και το στίβο των επιχειρήσεων, το ενδιαφέρον της γι’ αυτήν θα διαρκούσε για λίγο και θα φρόντιζε να τη χώσει σε ένα εργαστήρι και να μη τη βλέπει.
-Ευχαριστώ για το κοπλιμάν που μου κάνετε, δεν είμαι τόσο νέα κοντεύω τα 45 και ο γιος μου ..ο γιός μου πράγματι είναι γιος του συζύγου μου από το πρώτο του γάμο. Ο Stivens Steynthans είναι 32 και είναι εξαιρετικός επιχειρηματίας. Λοιπόν; Τι αποφασίσατε; Μπορώ να σας αφήσω περιθώριο 3 ημερών μετά θα δεχθώ ίσως τη συνεργασία με ένα παρόμοιο με σας εργαστήρι ενός Κύπριου . Βλέπετε προτίμησα εσάς πρώτα γιατί μου αρέσει να προωθώ νέες γυναίκες, νέες επιχειρηματίες όπως ακριβώς ήμουν κι εγώ. Μόνον που εσείς πρέπει να μου αποδείξετε ότι έχετε τη τόλμη να προχωράτε και όχι να μένετε στη στασιμότητα της επιτυχίας που έχετε τώρα.
Η Χαρά ένοιωσε τη καρδιά της να χτυπάει δυνατά, αισθάνθηκε πανικό και ανασφάλεια, υπήρχαν και άλλου σαν κι αυτήν  σίγουρα, θα έχανε την ευκαιρία που της δινόταν αν δεν έπαιρνε απόφαση.  Ένα εργαστήρι επιπέδου της cosmet, διαφήμιση,  γνωριμίες, νέες προοπτικές σίγουρες θα ανοιγόταν μπροστά της..Τι να κάνει; Να δεχθεί; Τι θα έχανε; Τι θα κέρδιζε; Να ρωτούσε τη Λενιώ; Σε ποιόν να απευθυνόταν γα να ρωτήσει τη γνώμη του; Τώρα ξαφνικά ανακάλυψε ότι ήταν μόνη, χωρίς συγγενείς, χωρίς αγαπημένο, χωρίς κάποιο δυνατό άνθρωπο δίπλα της . Άραγε αν υπήρχε ο πατέρας που ονειρευόταν δίπλα της, αν υπήρχε αυτός ο ..κάποιος που θα της άνοιγε την αγκαλιά στα δύσκολα..
-Κυρία Steynthans η πρόταση σας με τιμά και βλέπω ότι μου προσφέρετε πολλά με άνεση. Όμως οφείλω να σας πω ότι τα σκευάσματα μου έχουν μία δυσκολία που ίσως δεν ξέρετε και πρέπει να σας ενημερώσω. Χρειάζομαι συνεχώς διάφορα φυτά , άπειρα βότανα όπως πχ. Καλεντούλα και χαμομήλι για τις καταπραϋντικές κρέμες μας που είναι οι πιο ζητούμενες, αλόη, πεύκο, ιβίσκο, μαστίχα, κρόκο, άνθη τριανταφυλλιάς εκατοντάφυλλης,  γιασεμί, τίλιο ,άπειρα πιστέψτε με  που τα συλλέγω στις ανάλογες εποχές και πολλές φορές οι καιρικές συνθήκες επηρεάζουν τη συλλογή τους με αποτέλεσμα να έχω ελλείψεις. Χρειάζεται εργασία χωρίς χημικές προσθήκες με αποτέλεσμα να έχουμε προϊόντα που επηρεάζονται από πολλά..Η δική μου παραγωγή είναι μικρή οπότε δεν μπορώ να επεκταθώ σε μεγάλη παραγωγή, δεν γίνεται.
Η Steynthans την κοίταξε με μία ματιά όλο επιείκεια λες και είχε μπροστά της ένα παιδάκι που της αράδιαζε μεγάλα προβλήματα γι’ αυτό και αξεπέραστα. Την σταμάτησε με μία κίνηση του χεριού της και ένα χαμόγελο όλο κατανόηση μα και με δόση βαρεμάρας λες και κουράστηκε από όσα άκουγε.
-Αυτό άστο σ’ εμένα γλυκιά μου, είναι αστεία αυτά που μου λες και ίσως αν εργαστείς μαζί μας θα δεις ότι η απόκτηση όσων υλικών θες θα είναι στα πόδια σου όποτε  θες..Λοιπόν; ποια είναι η απάντηση σου;
Η βιασύνη στη φωνή της, η αίσθηση ότι την είχε κουράσει που γινόταν έντονη στη κάθε της νευρική κίνηση, οι ματιές της στο πλατινένιο της λεπτό ρολόι του καρπού της..όλα μαζί   έκαναν τη Χαρά να προφέρει σχεδόν αυθόρμητα :
-Ναι, δέχομαι..απλά θα ήθελα να δω ένα γραπτό κείμενο με τους όρους σας, τις υποχρεώσεις μου και τις δικές σας σε αυτή τη συνεργασία.
Τα μάτια της όμορφης γυναίκας έλαμψαν λιγάκι ειρωνικά, νάτην η μικρή σκέφτηκε, μπήκε στον ιστό μου απλά κάνει τις πρώτες κινήσεις να δει πόσο μπορεί να προχωρήσει και πόσο μακριά της θα σταθώ. Σηκώθηκε της άπλωσε το χέρι και μετά της είπε με καθαρά επαγγελματική έκφραση :
-Η γραμματέας μου θα σας ενημερώσει γρήγορα για τα συμβόλαια και τις υπογραφές. Βέβαια θα συνοδεύεστε σίγουρα από το δικηγόρο σας που θα συναντηθεί προηγουμένως με το δικό μας. Καλώς ήρθατε στη Cosmet αγαπητή μου, θα  είστε το νεώτερο μέλλος όπως καταλάβατε και είναι μία νέα αίσθηση για μας.
Η Χαρά σηκώθηκε ενθουσιασμένη και την αποχαιρέτησε με ένα χαμόγελο της και μία φράση ευχαριστίας μέσα στα χείλη της. Βγήκε στο προθάλαμο σχεδόν γελώντας και βιάστηκε να τρέξει γρήγορα προς την έξοδο να πάει όσο γινόταν πιο γρήγορα στη μητέρα της να το πει. Το πόδι της μπλέχτηκε στην άκρη ενός μικρού σκαλοπατιού και ένοιωσε τον εαυτό της να πέφτει ενώ ο πανικός την κυρίευσε. Ένοιωσε δύο δυνατά χέρια να την αγκαλιάζουν λίγο πριν πέσει στο μάρμαρο του σκαλοπατιού , το κεφάλι της χώθηκε σε ένα στέρνο που μύριζε τη πιο αρρενωπή ανδρική κολόνια που γνώριζε και τα μάτια της βυθίστηκαν  σε μία θάλασσα μελιού που τα αγκάλιαζαν ξανθές ανταύγειες μαλλιών.
-Μη φοβάστε, σας κρατώ, της …ψιθύρισε το «όνειρο» που την είχε στην αγκαλιά της κι εκείνη έμεινε ακίνητη, αμίλητη νοιώθοντας ότι κάτι σε αυτή την εταιρία είχε βάλει σκοπό να την αποκτήσει για πάντα σε κάθε σημείο της ζωής της.





Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

36η Συνέχεια


Το πρωί την ξύπνησε το φως που μπήκε από τις χαραμάδες του πατζουριού , αχτίδες φωτεινές , χέρια θαρρείς που την χάιδεψαν στοργικά  και παιχνιδιάρικα συγχρόνως τα μαλλιά και το πρόσωπο.
Μισάνοιξε τα μάτια και προσπάθησε να βάλει τον εαυτό της στο χώρο… μα βέβαια..  ήταν στη Κρήτη!
Σηκώθηκε με βιασύνη από το κρεβάτι της και χαμογέλασε με τη σκέψη ότι τα 80 της χρόνια δεν της στέρησαν τη νεαρή Λενιώ που υπήρχε ακόμα μέσα της. Άπλωσε το χέρι στη πλεκτή χειροποίητη κουρτίνα σίγουρα πλεγμένη με αγάπη από τα χεράκια της μάνας Ιουλίας . Την τράβηξε με σεβασμό κα τρυφερότητα και άνοιξε το μάνταλο από τα πατζούρια. Το φως του πρωινού ανάκατο με τα αρώματα των βοτάνων και τα τιτιβίσματα από τις σιταρήθρες ξεχύθηκαν ολόγυρα και την γέμισαν ζωή. Και τότε σκέφτηκε ..στο δικό της χωριό στο παλιό χτιστό παλίοσπιτο της μάνας της το ίδιο ένοιωθε βλέποντας το κήπο της και ανασαίνοντας το καθαρό αέρα της φύσης κάθε πρωινό . Στην Αθήνα όλα αυτά τα είχε ξεχάσει , θυμόταν  πόσο δύσκολα προσαρμόστηκε ξανά με τα καυσαέρια και το θόρυβο των αυτοκινήτων. Χαλάλι όμως όλα για τη Χαρά της!
Το αυτί της έπιασε σιγανούς θορύβους από τη κουζίνα, έβαλε τη ρόμπα της και βγήκε από το δωμάτιο ακλουθώντας  το τραγουδιστό μουρμούρισμα της Στεφανίας.
-Γιατί σηκωθήκατε τόσο πρωί κυρία Λενιώ, είπαμε να κάνετε κάτι σαν.. μίνι διακοπές εδώ, εγώ θα φρόντιζα για όλα!
-Καλό μου κορίτσι , είμαι κάπου που με ευχαριστεί που γεμίζει τη ψυχή μου με αναμνήσεις , συγκίνηση και παλιές  αγαπημένες παρουσίες. Τι σημασία έχει που.. έφυγαν , για μένα ζουν πρώτα στη ψυχή μου και μετά σε κάθε αντικείμενο αυτού του σπιτικού. Θα τα πούμε καλή μου.. θα τα πούμε σίγουρα.. θα περάσουμε όπως φαίνεται πολύ καιρό μαζί εσύ κι εγώ.
 Βγήκε στο κήπο, λυπήθηκε με την εγκατάλειψη του όμως κάποια λουλούδια κόντρα σε όλα και με πείσμα δήλωναν την παρουσία τους και την αντίσταση τους στην έλλειψη κάποιας φροντίδας. Κάποια γιαγιά σαν κι αυτή όμως γερμένη από τις συνθήκες της ζωής πέρασε από το μικρό δρομάκι και την χαιρέτησε κουνώντας το χέρι της.  Η γάτα που καθόταν χθες στο περβάζι κατέβηκε νωχελικά και τρίφτηκε στα πόδια της καλωσορίζοντας την λες και γύρισε ο νοικοκύρης που έλειπε χρόνια. Η Λενιώ την χάιδεψε και σκέφτηκε ότι σίγουρα κάτι θα έβρισκε από αυτά που αγόρασε η Στεφανία να της δώσει να φάει. Την ίδια στιγμή η χαμογελαστή κοπέλα ξεπρόβαλε κρατώντας στα χέρια ένα γεμάτο δίσκο με πρωινό και φρέσκο μυρωδάτο καφέ. Με συγκίνησε παρατήρησε η Λενιώ τον ίδιο δίσκο και τα ίδια φλιτζάνια που την τρατάρισε τότε η μάνα  Ιουλία Η κοπέλα πανέξυπνη πρόσεξε που στυλώθηκε η ματιά της και πρόλαβε να πει:
-Βρήκα τα πάντα στα ντουλάπια σε κουτιά. Φαίνεται ότι η προηγούμενη ένοικος τα είχε μαζέψει προσεκτικά σ’ αυτά να μη σπάσουν.
Απόλαυσαν το πρωινό τους , ο καφές όπως τον έπινε, το ψωμί και το τυρί με τη ντομάτα μικρά κομμάτια δίπλα εικόνες που τις είχε ξαναπεράσει . Σε ένα πανεράκι μικρά κρητικά σκαλτσούνια που φαίνεται ότι τα είχε αδυναμία η Στεφανία γιατί γελώντας τα έτρωγε το ένα μετά το άλλο.
Συνέχισαν με κουβεντούλα εκεί καθισμένες στο πέτρινο χτιστό μιντέρι, η Στεφανία ήξερε να ..ακούει και η Λενιώ κόντρα στον χαρακτήρα της ήθελε να μιλήσει.  Το ένα έφερνε το άλλο σαν το νερό που κυλάει , σαν την ανάγκη   που την πίεζε  να βγάλει από μέσα της όσα είχε διπλοκλειδώσει τόσα χρόνια.
Παράξενο πόσες αλήθειες μπορείς να πεις σε μία άγνωστη εσώψυχα , πόσα βάρη να ξεφορτώσεις από μέσα σου . Λες και την γνώριζε μια ζωή.. λες και η Μαίρη ξανακάθισε δίπλα της στο παγκάκι της κλινικής που δούλευαν. Είναι να μην ανοίξεις το φράγμα που έχτισες η ίδια για να συγκρατήσεις το ποτάμι.. Βγήκε από μέσα της ο πόνος για τη μάνα που την γέννησε, για τα στερημένα χρόνια, για την ελπίδα που ξεπήδησε σαν πηγή στα χέρια του παπά Μανώλη και της Ιουλίας. Ο αγώνας της να σπουδάσει, να μην φανεί αγνώμων σε όσα της προσέφεραν . Ξεπήδησε και ο ερωτικός καημός, ο ανεκπλήρωτος πόθος, το όνειρο που έσβησε πριν καλά καλά το χαρεί.
 Ήρθε η μορφή του Νίκου μπροστά της και ένοιωσε το δάκρυ να κυλάει, άραγε πως θα ήταν αν.. αν.. εκείνο το παιδί δεν πέθαινε.. ή αν εκείνη δεν τον άφηνε να φύγει.. ή αν πάλι εκείνος της έλεγε:
-Εσένα αγαπώ, δεν χρειαζόμαστε δικό μας παιδί μπορούμε να μεγαλώσουμε ένα και να το κάνουμε δικό μας. Μη φεύγεις, η ζωή μου είναι άδεια χωρίς εσένα..
Πόσες φορές η Λενιώ δεν κοιμήθηκε με αυτό το όνειρο,  το φτιαχτό , σαν σκηνή από ταινία με πρωταγωνιστές εκείνους τους δύο.
-Σχώρα με Θεέ μου, δεν ήταν γραφτό, το θέλημα σου ήταν να μεγαλώσω τη Χαρά, να γίνω μάνα σε κάποιο παιδί που θα πετιόταν σε ένα ίδρυμα ίσως.
- Δεν έχουν σημασία όσα προσπερνάς στο δρόμο σου Στεφανία μου, οι στάσεις που δεν κάνεις, τα λεωφορεία που δεν προλαβαίνεις να ανέβεις,  τα πρόσωπα που δεν κρατάς δίπλα σου. Τη διαφορά την κάνει ο τρόπος που τα ζεις όλα αυτά , οι επιλογές που διαλέγεις τις δύσκολες στιγμές, όσα κρατάς στο γέρμα της ζωής μέσα σου!
Η Στεφανία δεν είπε οτιδήποτε, διακριτικά την άφησε να εναποθέσει όλα όσα ήθελε ίσως να..  ξαναπεί στον εαυτό της τον ίδιο. Ο κάθε άνθρωπος κουβαλάει κάποιο φορτίο σκέφτηκε, ο δρόμος της ζωής είναι γεμάτος από αυτά.  Την  άκουγε χωρίς να κρίνει ή να ρωτάει περισσότερα από όσα ήθελε να της πει και μόνο κάποια στιγμή τόλμησε να απλώσει το χέρι και να βάλει στη χούφτα της το δικό της . Όταν κατάλαβε ότι οι στιγμές αυτές πέρασαν σηκώθηκε , την αγκάλιασε σιωπηλά σαν να την έλεγε ότι θα ήταν εκεί, πάντα δίπλα της και σηκώνοντας το δίσκο την άφησε μόνη να καταλαγιάσει ήρεμα το πάθος της ψυχής της .
Μόλις έφυγε η ζέστη του μεσημεριού πήραν το δρόμο για τους τάφους των « γονιών »της όπως έλεγε με ειλικρίνεια η Λενιώ.  Στο δρόμο κοίταζε με έκπληξη πόσο είχε αλλάξει το μικρό αυτό ορεινό χωριουδάκι που διαφέντευε από ψηλά και είχε σαν πιάτο μπροστά του να θαυμάζει τη θάλασσα του Λυβικού πελάγους. Υπήρχαν τώρα μικρά μαγαζιά, σπίτια κτισμένα με σύγχρονο τρόπο διατήρησης την αρχιτεκτονικής Κρητικής παράδοσης. Η εκκλησία νέα, μεγαλύτερη, η πλατεία που δεν υπήρχε τότε μάζευε τους λίγους σχετικά κατοίκους . Μία χτιστή βρύση με πέτρινα παγκάκια για όσους ήθελαν να ξαποστάσουν ή να περάσουν την ώρα τους με κουβεντούλα. Δυο παππούδες είχαν μπροστά τους ένα τάβλι και έριχναν τα ζάρια με δύναμη σαν μπαταρίες στον αέρα να αντηχούν και να τους θυμίζουν τα νιάτα τους. Κάποιες γιαγιάδες κουβέντιαζαν όρθιες κρατώντας στα χέρια το πρωινό φρέσκο ψωμί του φούρνου.
Η Στεφανία μπόρεσε να βρει σε κάποιο μπακάλικο με την  ταμπέλα ..«Σούπερ Μάρκετ» κεριά και λίγα απαραίτητα για το προσκυνάμε όσο για λουλούδια.. κουτσούλισε όπως είπε γελώντας   μία μία τις γλάστρες και τα παρτέρια που βρήκε μπροστά της.
Ρωτώντας φθάσανε στο κοιμητήριο και η Λενιώ παρόλα τα χρόνια μπόρεσε να θυμηθεί το μέρος που έθαψε το λατρεμένο της ζευγάρι. Ο τάφος εγκαταλελειμμένος, το καντήλι σβηστό, το ξύλινο καγκελωτό  ολόγυρα σχεδόν ετοιμόρροπο. Κάπου στη μικρή μαρμάρινη κεφαλή του τάφου μια ξεθωριασμένη φωτογραφία των δυο τους.
Η Λενιώ στάθηκε ακίνητη, άβουλη σχεδόν να τους κοιτάζει, δεν θυμόταν παρά ελάχιστα από την ημέρα που τους αποχαιρέτησε σ’ αυτό το μέρος. Ένοιωσε ένοχη για την εγκατάλειψη, για όσα άφησε πίσω της φεύγοντας να σωθεί στο δικό της χωριό από το σπαραγμό που της άφησε ο Νίκος .
Η Στεφανία σαν τη μέλισσα ενώ συγχρόνως της μιλούσε ασταμάτητα  τακτοποίησε σε χρόνο ρεκόρ όλα όσα έκαναν το μνήμα να φαίνεται αξιοπρεπές από τη παρουσία της ανθρώπινης φροντίδας.
-Αυτό το ζευγάρι κορίτσι μου άλλαξε όλη τη ζωή μου, ποιος ξέρει που θα βρισκόμουν και τι θα ήμουν σήμερα αν δεν είχαν απλώσει το χέρι και την αγάπη τους επάνω μου. Χίλιες μετάνοιες να τους κάνω δεν μπορώ να ξεπληρώσω την οφειλή μου και πονώ μέσα μου γιατί δεν μπόρεσα να τους δώσω στα στερνά τους  τη φροντίδα μου.
-Κυρία Λενιώ, πιστεύω στο Θεό, πιστεύω ότι τα πάντα έχουν το λόγο τους που γίνονται στη ζωή μας και τα καλά και τα άσχημα. Τους αγαπήσατε, τους ονομάσατε στη ψυχή σας μάνα και πατέρα. Αυτό είμαι σίγουρη ότι το ένοιωσαν ακόμη και την  ώρα που παρέδιδαν το πνεύμα τους.
Η Λενιώ δάκρυσε από τα λόγια της μικρής , αν ήξερε.. αν ήξερε το μεγάλο μυστικό της ζωής της θα έλεγε σίγουρα ότι αυτός ήταν ο προορισμός της.. να ανταποδώσει τα ίδια σε ένα άλλο πλάσμα. Έμεινε αρκετή ώρα εκεί, σιωπηλά ενώ μέσα της έκαμνε στον Παπά Μανώλη την εξομολόγηση της. Από τότε που τον έχασε, από τότε που επωμίστηκα το μυστικό της ζωής της δεν είχε εξομολογηθεί ποτέ πια σε άλλο πνευματικό .. δεν τολμούσε να πει σε άλλον την αλήθεια  . Στην ουσία δεν ήθελε να το πει, ήθελε να ξεχάσει και η ίδια ότι η Χαρά δεν ήταν δικό της παιδί και ότι κάπου.. σε κάποια γωνιά της γης ζούσε η πραγματική της μάνα .
 Όταν πριν χρόνια σαν παραμύθι αποκάλυψε στη Χαρά το γεγονός έτρεμε από τότε κάθε λεπτό μήπως κάποια στιγμή ανοίξει η πόρτα και δει την Ελπίδα μπροστά της. Έτρεμε μήπως και η Χαρά μάθει με κάποιο τρόπο ότι η πραγματική μητέρα της ζει και την φέρει πίσω ψάχνοντας γη και ουρανό με τη λαχτάρα να τη γνωρίσει. Εκείνος ο πόνος στη καρδιά της γύρισε δυνατός, κλονίστηκε όμως το χέρι της Στεφανίας την συγκράτησε και την τράβηξε κοντά της.
-Αρκετά κυρία Λενιώ μου, φεύγουμε, οι νεκροί δεν βρίσκονται εδώ παρά μόνο στη καρδιά μας και είναι τότε ζωντανοί.
Πήραν το δρόμο για τη πλατεία , κόντευε μεσημέρι και η Στεφανία την τράβηξε σε ένα γραφικό μαγαζάκι με κρητικές λιχουδιές που γέμιζαν τον αέρα με τα μοσχοβολιά τους.
-Φάε εσύ κορίτσι μου, δεν πεινάω..
-Πως δεν πεινάτε; Πεινάτε και δεν το ξέρετε και θα το δείτε αμέσως μάλιστα καθώς θα τρώτε τα μεζεδάκια και θα πίνετε και το χάπι σας.
Τελικά σκέφτηκε η Λενιώ ήταν το πιο γλυκό κορίτσι που είχε συναντήσει μετά τη.. Μαίρη.. τόση ήταν κι εκείνη όταν την γνώρισε!
Κύλησαν δύο μέρες με τη ευχάριστη συντροφιά  της και την ..οδήγηση της,  παρέα με το χάρτη σε όλα τα γύρω μέρη. Όσες αντιρρήσεις και να της έφερνε η Λενιώ εκείνη κατάφερνε με χαμόγελο να τις ξεπερνάει, μέχρι το ιατρικό κέντρο την πήγε για έλεγχο. Η Χαρά επικοινωνούσε μαζί τους κάθε μέρα και άλλες τόσες με τη Στεφανία όπως κατάλαβε. Την τελευταία μέρα την πήγε ακόμα μια φορά στο τάφο του ζεύγους και η Λενιώ είδε με έκπληξη το καντήλι αναμμένο και το ξύλινο περβάζι ολοκαίνουργιο.
-Μη μου στεναχωριέστε πια κυρία Λενιώ, όλα τα τακτοποίησα με κάποιο από εδώ το χωριό. Η κυρία Χαρά μου έδωσε το ελεύθερο να το κάνω , από εδώ και πέρα τουλάχιστον για 2 χρόνια που πλήρωσα το καντήλι και ο τάφος θα είναι όπως ακριβώς τώρα.
Το απόγευμα πετούσαν για Αθήνα και εκεί τους περίμενε η Χαρά με μία αγκαλιά ορθάνοιχτη και τόσο σφιχτή που δεν μπορούσε η  Λενιώ να αναπνεύσει. Σε όλη τη διαδρομή τους έκανε αμέτρητες ερωτήσεις και ευτυχώς για τη Λενιώ υπήρχε η Στεφανία πάντα πρόθυμη να απαντήσει.
 Η κοπέλα  εγκαταστάθηκα στο διπλανό της δωμάτιο και οι ημέρες της ηλικιωμένης πια γυναίκας έγιναν διαφορετικές αφού δεν την άφηνε στιγμή μόνη.
Η Χαρά είχε ανεβάσει τη δουλειά σε μία κερδοφόρα επιχείρηση, το όνομα των σκευασμάτων τους έγινε γνωστό και τα οικονομικά τους έγιναν πλέον άνετα  που την επέτρεπαν να έχει βοήθεια στο σπίτι και στη δουλειά της. Είχε προσλάβει κάποια άτομα στη συσκευασία και τη γραμματεία και εκείνη ανέλαβε το τομέα της σύνθεσης και  ελέγχου . Ξαφνικά κάποια μέρα ήρθε ένα μέιλ στον υπολογιστή της που της άνοιξε άλλους ορίζοντες και άλλες απροσδόκητες φάσεις στη ζωή της. Η μοίρα είναι λένε είναι  ένα μονοπάτι που δεν μπορείς να ξεφύγεις, όσα μικρά δρομάκια και να πάρεις για να βγεις από αυτή πάλι σε γυρνούν πίσω στο δρόμο που χαράχτηκε για σένα.
Κρατώντας το τυπωμένο μήνυμα στο χέρι της το βραδάκι γυρίζοντας από τη δουλειά όρμησε στο δωμάτιο της Λενιώς  γεμάτη ενθουσιασμό σχεδόν παιδιάστικο.
-Μανούλα μου το φαντάζεσαι; Μία τεράστια δύναμη στο κόσμο των καλλυντικό ενδιαφέρθηκε για μας, για τα δικά μας προσόντα. Μου ζητούν να πάω στο πρόεδρο της εταιρία  για να συζητήσουμε :
« Πιθανές συνθήκες συνεργασίας που σας φελούν..» γράφει!!!!!
-Ότι είναι για καλό σου κορίτσι μου απλά να προσέχεις, είσαι νέα, άξια, έξυπνη μα και είσαι και τόσο καλή που δεν βλέπεις τις προθέσεις των άλλων.
-Κοίτα ποια μιλάει τώρα.., απάντησε γελώντας η Χαρά, μη στεναχωριέσαι δεν είμαι τόσο αφελής πια στις δουλειές, τόσο καιρό παλεύω με επιχειρηματίες που όταν με πλησιάζουν ελπίζουν ότι θα με πιάσουν κορόιδο!
-Μακάρι παιδί μου, μακάρι..
………………………………………………………………………………….....
Η Χαρά είχε πράγματι μπει το τελευταίο καιρό στο πνεύμα των επιχειρήσεων. Πάλεψε αυτό το χρόνο να φτιάξει  αυτή τη μικρή βιοτεχνία και απέκτησε έτσι με παθήματα και ..μαθήματα  μία θωράκιση στον εαυτό της απέναντι σε όλα. Οι βάσεις που της έδωσε η Λενιώ μπήκαν θεμέλιο στη ψυχή της μα όλα τα άλλα τα πέτυχε με σκληρή δουλειά και όνειρα που την πλημμύριζαν και την έκαμναν να βλέπει μπροστά και μόνο μπροστά. Ναι.. το παραδεχόταν , ήταν γεμάτη φιλοδοξίες και όνειρα   και συγχρόνως στα 24 της χρόνια ήταν περήφανη για όσα κατάφερε. Βέβαια ήταν ευγνώμων στη Λενιώ, στη μάνα Λενιώ , καμία αποκάλυψη δεν θα μπορούσε να αλλάξει αυτό που ένοιωθε για εκείνη. Την θυμάται πάντα γλυκιά και σταθερή δίπλα της , να ξαγρυπνάει, να μοχθεί για το καλό της.  Η αποκάλυψη της Μαίρης ότι η πραγματική μητέρα της την εγκατέλειψε χωρίς καν να θελήσει να την κρατήσει έστω και μία μοναδική φορά στην αγκαλιά της την έκανε να βάλει ταφόπετρα  σ’ αυτό το θέμα. Ίσως ζούσε κάπου ανέμελα τη ζωή της , ίσως εκείνη τη μέρα που την εγκατέλειψε δεν υπήρχε καν στη μνήμη της. Της ήταν αδιάφορο και κράτησε μέσα της μόνο την απέραντη αγάπη σε αυτήν που πήρε τη θέση της αγόγγυστα αλλάζοντας τη δική της ζωή . Η Λενιώ ήταν η μάνα της.. τελεία και παύλα!
 Ο έρωτας δεν είχε έρθει ακόμα μέσα της, συντρόφους απέκτησε.. έρωτα όμως.. αυτό που σε κάνει να έχεις πάντα τη σκέψη κάποιου  στο μυαλό σου.. όχι.. δεν είχε έρθει ακόμη. Τα βράδια όταν γύριζε σπίτι και ξάπλωνε στο κρεβάτι της σκεφτόταν ότι θα ήθελε μία αγκαλιά να βυθιστεί μέσα της όχι για να της κάνει έρωτα αλλά για να εναποθέσει επάνω της  όλα όσα ήθελε να πει . Τον έρωτα τον φανταζόταν σαν κάτι μαγικό, μοναδικό , κάτι που θα κάλυπτε το κάθε κενό που ένιωθε ότι είχε ση ζωή της. Δεν του έδινε χρώμα και μορφή , του έδινε μόνο δυνάμεις παραμυθένιες, ο λευκός της πρίγκιπας, ο Τριστάνδος  , ο Ρωμαίος της. Κατέληγε να γελάει με τις σκέψεις της και στο τέλος έλεγε στον εαυτό της:
- Χαρά σε βλέπω στο ράφι, με τις κρέμες και τα ματζούνια σου!. Η Λενιώ δεν μπορούσε να καλύψει το κενό αυτό που είχα, ήταν μεγάλη πια και ίσως  δεν θα τα καταλάβαινε τις σκέψεις της άλλωστε δεν θα ήθελε για τίποτε στο κόσμο να την προβληματίσει.


Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

35 συνεχεία


Η Χαρά τελείωσε τη σχολή της με άριστα, όλο εκείνο το διάστημα μελετούσε και πειραματιζόταν συγχρόνως στις κρέμες που δούλευε  η Λενιώ. Συμπλήρωσε τα όσα έγραφαν οι «συνταγές της» με τις δικές της σύγχρονες επιστημονικές γνώσεις . Κατάλαβε ότι αυτή η δουλειά ήταν θαρρείς μέσα στο αίμα της, την αγάπησε,  την πάθιασε . Έπεσε λοιπόν με όλη τη νεανική δημιουργική της διάθεση να κάνει τη μικρή οικοτεχνική δουλίτσα της μάνας της το όνειρο το δικό της για κάτι μεγάλο. Η Χαρά είχε ότι έλειπε από τη Λενιώ, το πείσμα και το τόλμημα να παλέψει με ρίσκο για να χτίσει το αύριο .
 Με το δίπλωμα που πήρε έδωσε στη μικρή τους επιχείρηση την ασφάλεια ενός επίσημου εργαστηρίου καλλυντικών. Η Λενιώ μεγάλη πια αφέθηκε με καμάρι στους ώμους της . Ο θάνατος της Μαίρης ακόμα την πονούσε, της έλειπε ιδιαίτερα τις ώρες της μοναξιάς της. Καμία γνωριμία από τη δουλειά της δεν μπόρεσε να γίνει η φίλη που της έλειπε. Άρχισε να τραβιέται πια από τη δουλειά της, οι επισκέψεις της στην εκκλησία έγιναν περισσότερες , η προσευχή της για τη Χαρά της μόνο και το μόνο που ήθελε πια ήταν να την δει με κάποιον νέο δίπλα της , ένα σύντροφο που θα της άξιζε κα θα της γέμιζε τη ζωή.
 Η Χαρά της γνώρισε κάποια στιγμή ένα νεαρό που φαινόταν ότι ήταν πραγματικά πολύ ερωτευμένος μαζί της μα η δική της ματιά δεν είχε το φως του έρωτα που έπρεπε . Πάντα διακριτική η Λενιώ απλά την συμβούλευε δειλά να προσέχει και έπαιρνε από τη κόρη της μία σφιχτή αγκαλιά και το ανοιχτόκαρδο γέλιο της που αντηχούσε δυνατά στο δωμάτιο.
 Λίγο καιρό μετά τη θέση του την πήρε ένας νεαρός πελάτης τους, τότε πια η Λενιώ ήταν σίγουρη ότι είχε βρει το κατάλληλο για γαμπρό της. Έβγαιναν μαζί σε διάφορες εκδηλώσεις, για φαγητό , για χορό, την συνόδευε σε σεμινάρια στο εξωτερικό. Αυτό ήταν σκέφτηκε η Λενιώ, θα την καταφέρει να σκεφτεί κάτι το ..μόνιμο. Γρήγορα η Χαρά τον απομάκρυνε με λεπτό τρόπο λέγοντας του ότι δεν ήταν έτοιμη ακόμη για οικογένεια και η ελπίδες της Λενιώς έσβησαν .
Τα βράδια προσευχόταν να βρει το κορίτσι της εκείνον τον έναν  που θα την έκανε να λάμπει , να ξεχειλίζει από ευτυχία , να τον έχει στήριγμα στη ζωή της όταν εκείνη θα έφευγε. Η Λενιώ  κόντευε τα 80 , αν και η εμφάνιση της ξεγελούσε μέσα της αισθανόταν κάτι σαν προμήνυμα ότι έφθανε η ώρα που η Χαρά της θα έπρεπε να σταθεί μόνη της .
Ένα βράδυ ξύπνησε ιδρωμένη και με έντονο πόνο στο στέρνο της. Το όνειρο της βραδιάς της έδωσε το σπρώξιμο που ήθελε για κάτι που σχεδίαζε καιρό μα δεν τολμούσε να πει στη κόρη της. Ήτανε λέει καθισμένη στην αυλή του σπιτιού της στη Κρήτη, εκεί που αποχαιρέτησε τον παππά Μανώλη και την μάνα Ιουλία. Τους ένοιωσε δίπλα της , γύρισε το βλέμμα της και τους είδε εκεί..στη πόρτα τη ξύλινη δίπλα στο αγιόκλημα που την αγκάλιαζε. Όρθιος ο ψηλός κρητικός με μπλε σκούρο ξεθωριασμένο ράσο που φορούσε μέσα στο σπίτι αγκάλιαζε από τους ώμους τη παπαδιά του και της χαμογελούσαν και οι δύο. Έκανε να σηκωθεί μα τα πόδια της θαρρείς δεν ξεκολλούσαν από το χώμα. Τους άπλωσε το χέρι..
- Μάνα..πατέρα μου..ψιθύρισε..μα τους είδε να χάνονται μέσα στο φως που υπήρχε πίσω τους και μόνο το χαμόγελο της κυρία Ιουλίας της μηνούσε ότι θα τους έβλεπε πάλι.
Το πρωί λίγο πριν φύγει η Χαρά για τη δουλειά της μίλησε:
-Χαρά μου είναι καιρός που θέλω να σου πω , να σου ζητήσω κάτι.
Η κοπέλα σταμάτησε την αγκάλιασε και την ρώτησε περιπαικτικά:
-Λέγε μάνα τι τρελλίτσες θέλεις να κάνεις και δεν το τολμάς.
-Θέλω να πάω στη Κρήτη, να προσκυνήσω το τάφο των γονιών που με αγκάλιασαν, που μου στάθηκαν σαν να ήμουν δικό τους αίμα.
-Τι λες μανούλα μου ; Είναι μεγάλο ταξίδι κι εσύ είσαι λίγο..μεγαλούτσικη για τέτοια . Ξέρω ότι έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά και σε εγκατέλειψα λιγάκι μα..θα βρω χρόνο, ίσως ένα ΣΚ να πάρουμε το αεροπλάνο να πάμε μαζί να δω κι εγώ όσα μου διηγήθηκες.
-Παιδί μου το θέλω πολύ, σε παρακαλώ..μπορώ .. το έχω πίστεψε με  ανάγκη..πρέπει να πάω.
Η επιμονή της και το πείσμα που ίσως για πρώτη φορά είδε στα μάτια της λύγισαν την αντίσταση της  Χαράς. Προβληματισμένη βέβαια της ζήτησε να οργανώσει εκείνη το ταξίδι αυτό.
-Θα πας όμως αεροπορικώς και θα σε περιμένει εκεί αυτοκίνητο νοικιασμένο με οδηγό να σε συνοδεύει. Τώρα που το σκέπτομαι ξέρω ένα γραφείο που διαθέτει συνοδεία για παιδιά και..μεγάλα παιδιά σαν κι εσένα. Μόνο έτσι..αλλιώς ..σπίτι κυρία μου!!!!!
Χαμογέλασε η Λενιώ και ένοιωσε μία χαρά μέσα της που είχε χρόνια να αισθανθεί.
-Εντάξει παιδί μου , σ’ ευχαριστώ που με προσέχεις..
-Εγώ σ’ ευχαριστώ ..μάνα.. για όλα..για πολλά , σ’ αγαπώ να το ξέρεις ,σ’ αγαπώ όσο δεν φαντάζεσαι.
Δάκρυσε η Λενιώ μα έπνιξε το λυγμό της μέσα της μαζί με το μυστικό της που τώρα τελευταία γέμιζε τις σκέψεις της και την ανάγκη κάποια στιγμή να απαλλαγεί από το βάρος του.
Ήταν λίγες ώρες πριν φύγει για τη Κρήτη, η Χαρά της είχε βρει μία συνοδό που την συμπάθησε από τη πρώτη στιγμή που την είδε. Έφερε τα μικρή βαλίτσα της στη πόρτα και ένα δικό της σακ βουαγιάζ και της είπε με ευγενικό τρόπο:
-Κυρία Λενιώ θα σας περιμένω στο αυτοκίνητο κάτω , σε μία ώρα πρέπει να ήμαστε στο αεροδρόμιο.
Η Χαρά την αγκάλιασε σφικτά, τόσο  σφιχτά που της έκοψε την ανάσα.
-Γιατί δεν θέλεις μαμά να έρθω μαζί σου στο αεροδρόμιο, της είπε με παράπονο.
-Όχι παιδί μου, δεν μου αρέσουν αυτά, με μελαγχολούν . ‘Άλλωστε είναι πέντε μόνο , ούτε θα το καταλάβεις με τις δουλειές που έχεις. Αν ζούσε η Μαίρη θα πήγαινα μαζί της για διακοπές εκεί, δύο γριές μαζί !!!
-Εσύ γριά; Όχι μανούλα μου εσύ είσαι πάντα για μένα κοριτσάκι, απλά θα μου λείψεις, ειλικρινά σου λέω, θα μου λείψεις.
-Πριν φύγω θέλω να σου δώσω κάτι..σε λίγες μέρες είναι τα γενέθλια σου και θέλω να το φοράς εκείνη τη μέρα.
-Μα τι λες , τα γενέθλια μου είναι σε 15 μέρες, θα είσαι εδώ.. τι μου λες τώρα, θα μου το δώσεις το δωράκι τότε.
Η Λενιώ έβγαλε από τη τσάντα της το βελούδινο σακουλάκι που είχε ράψει μόνη της ..τότε...πριν 24 χρόνια …τα βράδια που τραγουδούσε νανουρίσματα το μικρό άγγελο της. Έλυσε το κορδελάκι του και έβγαλε από μέσα το υπέροχο βραχιόλι που άπειρες φορές είχε παίξει στα δάχτυλα της λες και ζητούσε να της διηγηθεί ιστορίες.
 Ο χρυσός δράκος λεπτός , σκαλισμένος περίτεχνα, πλεγμένος με λευκόχρυσο και με στολίδι διαμαντένια μάτια αγκαλιασμένα από όνυχα. Γλίστρησε στο λεπτό χέρι της Χαράς λες και βρήκε το νόμιμο κάτοχο του , κλείδωσε και σαν ζωντανό πλάσμα αγκάλιασε μαγικά το καρπό της.
 Η Χαρά άφωνη θαύμασε το πανέμορφο κόσμημα και μέσα της ένοιωσε κάτι σαν να της σημάδευε τη καρδιά και τη μελλοντική ζωή της. Το χάιδεψε και αισθάνθηκε λες και της μιλούσε και της ορκιζόταν δύναμη και …κάτι άγνωστο… κάτι που την φόβιζε και συγχρόνως την έλκυε μαγικά.
-Μανούλα μου, αυτό είναι πανάκριβο, το βλέπω, το νοιώθω, είναι παλιό όμως..δικό σου; Το αγόρασες;
-Τι χρειάζονται οι ερωτήσεις γλυκιά μου, είναι δικό σου, πραγματικά δικό σου .Άσε με να φύγω τώρα και όταν με το καλό γυρίσω θα γιορτάσουμε μαζί και θα πούμε πολλά ..θα ανοίξουμε τις ψυχές μας..
Έφυγε από την αγκαλιά της , άπλωσε το χέρι και της έσιαξε το τσουλούφι που από μικρή όπως θυμόταν έπεφτε στο μέτωπο της. Την τράβηξε απαλά να χαμηλώσει και την φίλησε στο μέτωπο τρυφερά.
-Να έχεις την ευχή μου παιδί μου, σε ότι κάνεις , σε ότι προσπαθείς να νικήσεις και  να ξεπεράσεις. Φοβάμαι για σένα παιδί μου, σε έκανα δυνατή μα σε έκανα και ευαίσθητη… λάθος για τη ζωή αυτό όπως μου έλεγε η Μαίρη τότε.
Έκλεισε η πόρτα πίσω της παίρνοντας τη γλυκιά μορφή μαζί της ενώ από την άλλη πλευρά της πόρτας η Χαρά ένοιωσε για πρώτη φορά μετά από χρόνια  λες και έφευγε το πάτωμα από τα πόδα της. Κάτι την έσπρωχνε να κατέβει τα σκαλιά και να φέρει πίσω τη Λενιώ μα η λογική την κρατούσε ακίνητη ψιθυρίζοντας της ότι οι 5 μέρες περνούν γρήγορα.
Η Λενιώ ανακουφισμένη από τις αποφάσεις που είχε πάρει μπήκε στο ταξί με τη βοήθεια της Στεφανίας, έτσι έλεγαν το γλυκό κορίτσι που θα την συνόδευε. Η Χαρά μάλιστα της «πέταξε» δειλά ότι αν της άρεζε η παρέα της θα ήταν μόνιμα πια κοντά τους να της κάνει παρέα όσο αυτή χάνονταν στο εργαστήρι καλλυντικών της.
Στο αεροπλάνο απόλαυσε με χαρά το σύντομο ταξίδι της και σχεδόν απορροφήθηκε από όσα φλυαρούσε δίπλα της η Στεφανία.  Όταν έφθασαν τους περίμενε αυτοκίνητο νοικιασμένο και με έκπληξη είδε ότι θα το οδηγούσε εκείνη . Κάθισε στο διπλανό κάθισμα, την άφησε να της περάσει τη ζώνη και μισογέλασε βλέποντας την να ανοίγει το χάρτη για να δει τη διαδρομή .
-Έτοιμες κυρία Λενιώ μου, ξεκινάμε , ας κάνουμε το σταυρό μας!
 Η Λενιώ ευτυχισμένη σχεδόν θα δήλωνε απόλαυσε από εκείνη τη στιγμή τη διαδρομή όπως τότε..τότε που ήρθε με το δίπλωμα στο χέρι να γνωρίσει το σπίτι του παπά Μανώλη και της μάνας Ιουλίας.
Έφθασαν αργά το απογευματάκι, ημέρα ακόμη με τον ήλιο να λάμπει δυνατά και τη μυρωδιά της ρίγανης και του δίκταμου στη μύτη τους .Ο δικηγόρος της είχε εδώ και λίγα χρόνια στείλει το κλειδί του σπιτιού.  Η γειτόνισσα που το φρόντιζε είχε πεθάνει και η οικογένεια του παπά που το νοίκιαζε τον είχε ακολουθήσει σε άλλο νησί.
Μέτρησε τα χρόνια μέσα της , σχεδόν 50 χρόνια ..ίσως και περισσότερο δεν θυμόταν πια. Ήρθε όταν έθαψε τους αγαπημένους της θετούς γονείς..σαν χθες της φαινόταν όμως! Σαν χθες ήταν που έχασε το μωρό..Σαν χθες που τα μάζεψε και έφυγε στο χωριό της μάνας της . Σαν χθες που της χτύπησε τη πόρτα η Ελπίδα, που της άφησε  το μωρό στα χέρια της, που ξανάρχισε τη ζωή της στην Αθήνα , που την μεγάλωσε, που την φίλησε στο δίπλωμα της!
Μία ανάσα η ζωή σκέφτηκε, ένα φυλλομέτρημα βιβλίου , εικόνες και αναμνήσεις, δοκιμασίες και κατακτήσεις. Το ποτήρι γεμάτο από το κρασί της, κάθε γουλιά άλλη γεύση και στο τέρμα ..άδειο μα γεμάτη η γεύση στο στόμα μας. 
Άνοιξε τη ξύλινη πόρτα του κήπου, το σπίτι της φάνηκε ακόμα πιο μικρό από τότε που το είδε. Το αγιόκλημα είχε ξεραθεί, οι γλάστρες άδειες, τα περβάζια των παραθύρων γεμάτα φύλλα και σκόνη. Μία αράχνη φάνηκε ενοχλημένη από τον..εισβολέα, μία γατούλα την κοίταξε παραξενεμένη από το τοιχάκι δίπλα.
Η Στεφανία την ξάφνιασε με τη διακριτική στάση της, προχωρούσε πίσω  της σε μία απόσταση κρατώντας τις δύο βαλίτσες χωρίς να την ρωτάει κάτι αφήνοντας την να χαρεί τις στιγμές .  Έβαλε το κλειδί στη πόρτα και το γύρισε με συγκίνηση. Ένοιωσε τη παρουσία των αγαπημένων της μορφών, η σκόνη και οι αράχνες δεν σκίαζαν τη συγκίνηση της. Προχώρησε κάποια βήματα και ξανάζησε αναμνήσεις από το άλλο σπίτι στο χωριό, τότε που ξεκινούσε τη ζωή της από την αρχή κάνοντας μία άλλη..αρχή. Μόνο που τότε είχε την ηλικία της κόρης της ενώ τώρα βάδιζε στο γέρμα της ζωής της.
-Μην ανησυχείτε κυρία Λενιώ , ακούστηκε η Στεφανία, θα τα φτιάξω όλα στα γρήγορα, εσείς ξεκουραστείτε, καθίστε αν θέλετε στο αυτοκίνητο μέχρι να καθαρίσω μία γωνιά για το βράδυ. Το σπίτι είναι εντάξει απλά ήταν κλειστό και έχει αράχνες.
Πράγματι το σπίτι ήταν βέβαια παλιό και σκονισμένο όμως όλα ήταν σκεπασμένα με σεντόνια και στη θέση τους. Η Λενιώ δεν είχε δύναμη να αντισταθεί, δέχθηκε με ανακούφιση τη δυναμική παρουσία του κοριτσιού και σκέφτηκε ότι κάποτε στο χωριό της εκείνη είχε αντιμετωπίσει ένα χαλασμένο, διαλυμένο  σπίτι με μία αποφασιστική τέτοια διάθεση.
Βγήκε και κάθισε στο πέτρινο κάθισμα δίπλα στη πόρτα, ο ήλιος έδυε σε λίγο και ο ουρανός έπαιρνε τα χρώματα του σε κοκκινόχρυσες αποχρώσεις. Από μέσα ακουγόντουσαν οι θόρυβοι που έκαμνε η Στεφανία και χαμογέλασε καθώς την ήρθε το άκουσμα ενός τραγουδιού από τα χείλη της. Αυτό το κορίτσι της θύμιζε τον εαυτό της, νέα, την συμπάθησε αμέσως και..ναι..θα έλεγε στη Χαρά ότι θα την ήθελε δίπλα της παρέα και βοήθεια.
Ο ήλιος χαμήλωσε στη θάλασσα που φαινόταν τόσο μακρινή από εδώ επάνω, αυτό το νησί το αγάπησε από τις διηγήσεις του παπά Μανώλη. Το έκανε δικό της από τα όσα της διηγιόταν η μαμά Ιουλία , από όσα ανακάλυψε η ίδια στη γη και τον αέρα του όταν το γνώρισε από κοντά. Στη μύτη της η μυρωδιά από τα ξεροτήγανα, στο στόμα της το μελωμένο ανθότυρο και η τσικουδιά που την κερνούσαν τότε την έκαιγε το λαιμό και της ζάλιζε τις αντιστάσεις.
 Της φάνηκε ότι είδε το ζευγάρι να κάθεται όρθιο δίπλα στην άκρη του τοίχου που χώριζε το κήπο από το δρομάκι. Λες και η κυρία Ιουλία κρατούσε στο πιάτο τα καθαρισμένα φραγκόσυκα που της έκοβε από το φράκτη, ενώ ο παπά Μανώλης έκοβε το ζυμωτό ψωμί με το σουγιαδακι που είχε πάντα στη τσέπη της.
-Πάντα θα σας ευγνωμονώ ψιθύρισε δακρυσμένη..γέρασα μα ποτέ δεν ξέχασα τι σας όφειλα, μου αλλάξατε τη ζωή μου όλη.
Η δυνατή πρόσχαρη φωνή της Στεφανίας τη συνέφερε:
-Έτοιμο το δωμάτιο κυρία Λενιώ , ελάτε να ξεκουραστείτε κι εγώ θα φτιάξω με όσα αγόρασα πριν ξεκινήσουμε κάτι πρόχειρο και δυστυχώς κρύο να τσιμπήσουμε .Έχετε και τα φάρμακα σας να πάρετε.
Της έγνευσε η Λενιώ με ευγνωμοσύνη και την ακολούθησε μέσα στο σπίτι. Είδε με θαυμασμό όσα έκανε τόσο γρήγορα και ..ναι..αυτό το κορίτσι της έμοιαζε ..Πιάσανε τη συζήτηση όσο τρώγανε την όμορφη σαλάτα, το τυρί και τα κρητικά παξιμάδια μέσα της. Θα είχε πολλά να πει μαζί της σίγουρα σκέφτηκε και η γαλήνη του αύριο βασίλεψε μέσα της όπως ο ήλιος.
Ο ύπνος την πήρε στην αγκαλιά της ενώ το φως του φεγγαριού την οδηγούσε σε άλλα μονοπάτια ονειρικά .Εκεί στη γωνιά του δωματίου ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο την κοίταζε με αγάπη και χαμόγελο , ένα χέρι την ευλόγησε και μία ανάσα θεϊκή την προστάτεψε σαν αγκαλιά γύρω της.








Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

34η συνεχεια


Όλα αυτά τα χρόνια η Λενιώ κατάφερε να βρει πόρους οικονομικούς  σχεδόν τυχαία αφού το να βρει δουλειά σαν νοσοκόμα ήταν αδύνατον. Ήταν μεγάλη σε ηλικία αν και η εξωτερική της εμφάνιση  ήταν γενναιόδωρα ευγενική μαζί της. Ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη η Λενιώ όμως η εσωτερική της ομορφιά αντανακλούσε στα μάτια και στο δέρμα της  και μαγικά τραβούσε τη συμπάθια και την εκτίμηση όσων την γνώριζαν.
 Ήταν στο δημοτικό τότε η Χαρά όταν σε κάποια σχολική αγορά για φιλανθρωπικούς σκοπούς  η Λενιώ της έφτιαξε για να πουληθούν λίγα βαζάκια με κρέμες για τα χέρια από αυτές που έφτιαχνε στο χωριό με το βιβλιαράκι οδηγό της κυρίας  Ιουλίας. Στόλισε τα βαζάκια με καλαίσθητα υφάσματα και όμορφες κορδελίτσες και πρόσθεσε στο δέσιμο μικρά υφασμάτινα λουλουδάκια που έφτιαχνε τις νύχτες μπροστά στη τηλεόραση. Της έφτιαξε και μικρά μπουκαλάκια με αρώματα δικά της που ευωδίαζαν αγριολούλουδα και φύση, κρέμα για τη προστασία από τον ήλιο και άλλη για τα σημάδια  της γέννας στο κορμί. Ήταν εκεί όταν τα έστρωνα για να πουληθούν προσπαθώντας εθελοντικά να βοηθήσει κι εκείνη. Στην αρχή παραξενεύτηκε που τα κοιτούσαν όλες με θαυμασμό για την όμορφη εμφάνιση τους, μετά δεχόταν αμέτρητες ερωτήσεις για το περιεχόμενο τους. Έλαμψε από χαρά όταν η κόρη της φώναξε με ενθουσιασμό ότι τα δικά της δωράκια πουλήθηκαν μέσα σε μία ώρα και ζητούσαν και άλλα.
Την πλησίασαν πολλές και της ζήτησαν σε προσωπικό πλέον επίπεδο να αγοράσουν κάποιο τέτοια σκεύασμα της.
-Ευχαρίστως να σας κάνω πρώτα ένα δωράκι για να το δοκιμάσετε, ψέλλισε η Λενιώ , μετά μπορώ να σας κάνω ότι θέλετε.
Ήταν η αρχή, η αρχή ενός κουβαριού που ποτέ δεν διανοήθηκε να φανταστεί το..μάκρος του η καημένη η Λενιώ. Οι μαμάδες πήγαιναν και έρχονταν στο σπίτι της, με άγχος η Λενιώ προσπαθούσε να προμηθευτεί τις πρώτες ύλες που χρειαζόταν αφού έπρεπε να καλλιεργείς το μπαλκονάκι της κάποια και άλλα να τα μαζεύει μόνη της όπου ήξερε ότι υπήρχαν. Όταν άρχισε το Γυμνάσιο η Χαρά η φήμη των όσων έφτιαχνε η Λενιώ την ακολούθησε και, εκεί. Τα χρήματα που έβγαζε ήταν αρκετά και άρχισε να σκέπτεται με τη παρότρυνση της Μαίρης να το..επισημοποιήσει με νόμιμα μέσα. Μέρες έτρεχαν από γραφείο σε γραφείο, στοίβες τα δικαιολογητικά , τέρας η γραφειοκρατία. Στο τέλος έδειξε με καμάρι στη Χαρά και τη Μαίρη περήφανα την κορνιζαρισμένη άδεια να τα παρασκευάζει. Έτσι πέρασαν κάποια χρόνια  και είδε τη πελατεία της να γίνεται όλο και πιο μεγαλύτερη. Λες και έφυγαν 10 χρόνια από τη πλάτη της, ξανάνιωσε η Λενιώ, γέμισε αυτοπεποίθηση και δημιουργία. Συγχρόνως μυούσε από  μικρή τη Χαρά στα μυστικά της βάζοντας την να λειώνει τα άνθη, να μετράει τις σταγόνες των υγρών και να μαθαίνει τις αναλογίες των υλικών. Από το πρώτο χρόνο κιόλας το μικρό δωμάτιο που είχε φτιάξει για τις πρώτες της δημιουργίες έγινε παρελθόν. Με τη βοήθεια της Μαίρης νοίκιασε αργότερα ένα μαγαζάκι δίπλα σχεδόν από το σπίτι της έστω και αν ο άνδρας της Μαίρης την συμβούλευε να πάει σε μεγαλύτερη αγορά.
-Θέλω να είμαι κοντά στο παιδί έλεγε!
 Όταν της βρέθηκε η ευκαιρία να πάει σε μεγαλύτερο λίγα χρόνια μετά πάλι το ίδιο είπε στη Μαίρη.
-Ποιο παιδί καλέ..της φώναζε η Μαίρη, ο «παιδί» θα γίνει φοιτήτρια, δίνει εξετάσεις και είμαι σίγουρη για το αποτέλεσμα. Μόνον οι δικοί μου οι μαντράχαλοι χρειάστηκα 2 και 3 φορές να ξαναδώσουν!
Η Λενιώ βούρκωνε από υπερηφάνεια όταν σκεπτόταν τη Χαρά της. Διάβαζε όλη μέρα χωρίς καν να την ενοχλήσει με παράπονα, αρνήθηκε τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα στα μαθήματα . Πάντα με το χαμόγελο στο πανέμορφο προσωπάκι της έβρισκε παρόλα αυτά και χρόνο να την βοηθήσει στο μαγαζί. Την αγκάλιαζε στοργικά από τη μέση και της ψιθύριζε στο αυτί:
-Είμαι περήφανη για σένα μανούλα μου!
Έλειωνε η Λενιώ και δούλευε αδιάκοπα για να της στρώσει το δρόμο στο μέλλον της με λουλούδια όπως έλεγε χαριτολογώντας. Θυμήθηκε κλαίγοντας όταν την άκουσε να της αναγγέλλει τη σχολή που διάλεξε:
-Χημικός μαμά , μου αρέσει η Χημεία και θα μας βοηθήσει στη δουλειά σου που θα γίνει και δουλειά μου αν θες.
-Ότι εσύ θέλεις γλυκιά μου, η δουλειά είναι σαν το γάμο, αν δεν είσαι ευτυχισμένη μέσα σε αυτόν καλύτερα να κλείσεις τη πόρτα πίσω σου.
-Αφού δεν παντρεύτηκες καλέ  μαμά πως ξέρεις από γάμους, της ..ξέφυγε της Χαράς και αμέσως δάγκωσε τη γλώσσα της .
Μα η Λενιώ ξεπέρασε την παρατήρηση της γελώντας.
-Έχω φαντασία γλυκιά μου απλά κανείς δεν τόλμησε να την βάλει δίπλα του!
Η Χαρά πράγματι πέρασε και μάλιστα εκεί που ήθελε , στην Αθήνα κοντά της και χωρίς να το ξέρει με τις σπουδές της έβαλε το νερό στο κατάλληλο αυλάκι για το μέλλον της. Πανέξυπνο κορίτσι μα συγχρόνως προσγειωμένο γράφτηκε συγχρόνως σε μαθήματα μάρκετιγκ και οργάνωσης επιχειρήσεων απλά και μόνο γιατί ήξερε τι ήθελε. 
Με δυσκολία η Λενιώ και η Μαίρη την πίεζαν να βγαίνει με τους συμφοιτητές της , να συμβαδίσει με τους ανθρώπους της ηλικίας της. Της γκρίνιαζε η νονά της η Μαίρη συνέχεια και της μίλαγε με την τσιριχτή της φωνή:
-Ήταν να μοιάσεις στη μάνας σου και σ΄αυτό;  Κάτι από τη νονά σου δεν πήρες που τύλιξε τον άνδρα της στη ποδιά της νωρίς νωρίς;
Γέλαγε η Χαρά και τους έκαμνε το χατίρι κάποιες φορές περισσότερο για να διασκεδάσει με τις ερωτήσεις τους όταν γύριζε και τις έβλεπε και τις δύο να ξενυχτούν δήθεν για ταινία στη τηλεόραση .
Η Λενιώ και η Μαίρη,  αδελφές ίσως περισσότερο παρά φίλες, το είχαν αποδεχθεί όλοι το δέσιμο τους και τις είχαν σαν παράδειγμα.
Λένε ότι κάποιες φορές η μοίρα η ίδια ζηλεύει την ευτυχία και σαν το κακότροπο παιδί αρπάζει από κάποιον ότι πολύτιμο έχει, ότι τον στηρίζει.
Όταν ο καρκίνος χτύπησε τη Μαίρη ο κόσμος της Λενιώς θαρρείς γκρεμίστηκε μαζί με την δύναμη της. Σαν το βρεγμένο στάχυ γονάτισε από τον αγέρα , σαν τη μαργαρίτα ξεφυλλίστηκε  από το χέρι του πόνου της αρνούμενη να αποδεχθεί το χαμό της. Η Μαίρη που έμπαινε στο χώμα δεν μπορούσε να είναι η δική τη Μαίρη, ο φύλακας των μυστικών της ζωής της, το δεκανίκι της δικής της αδυναμίας στο παρελθόν. Κλείστηκε στο δωμάτιο της βυθισμένη στη σιωπηλή έκφραση πόνου, έτσι θρήνησε το μωρό που έχασε, έτσι αποχαιρέτησε το Νίκο από τη ζωή της. 
Η Χαρά προσπάθησε στην αρχή με το καλό και μετά με το δήθεν άγριο να τη συνεφέρει  όμως κατάλαβε ότι έπρεπε να την αφήσει να βγει μόνη της από εκεί που χώθηκε , να θρηνήσει όπως εκείνη ήθελε.  Ήταν δυνατή η Λενιώ, το ήξερε αυτό πια καλά , απλά ήθελε το χρόνο της όπως τον ήθελε και η Χαρά για να επεξεργαστεί στο μυαλό και τη καρδιά της τα όσα είχε μάθει λίγο πριν πεθάνει η νονά της.
Ήταν λίγες μέρες πριν σβήσει η Μαίρη όταν η Χαρά την επισκέφτηκε στη κλινική που νοσηλευόταν . Ήταν καιρός που η Χαρά ήθελε να κάνει αυτή τη συζήτηση που όμως δεν τολμούσε ποτέ να αρχίσει γιατί απλά δεν ήθελε κανείς να πληγωθεί από αυτούς που αγαπούσε.
Η Μαίρη της έπιασε το χέρι και της το χάιδεψε με το σκελετωμένο πια δικό της.   Την κοίταξε και μετά της είπε με αδύναμη όμως σταθερή φωνή:
-Έλα..πες αυτό που θες να πεις αγαπημένη μου βαφτισιμιά, το ξέρω, τα νοιώθω στο τρόπο που ανασαίνεις και ξέρω ότι ήρθε η ώρα, η μεγάλη ώρα και για τις δυο μας. Εγώ θα ..φύγω, εσύ θα μείνεις και θέλω να ξέρω φεύγοντας ότι θα πάρεις τη θέση μου δίπλα της. Βλέπεις παιδί μου πολλές φορές οι δυνατοί χάνουν το φως της δύναμης τους και χρειάζονται δίπλα τους ένα χέρι απλωμένο..για πάντα.
-Νονά μου δεν είμαι παιδί πια, είχα πάντα απορίες για την..ύπαρξη μου, ένοιωθα το μυστικό και αισθανόμουν το αόρατο πέπλο προστασίας γύρω μου. Πιστεύεις ότι δεν αναρωτήθηκα ποτέ για τη φράση «αγνώστου πατρός» που υπάρχει στα πιστοποιητικά μου; Λες να πίστεψα το θάνατο εκείνης που με γέννησε και το πώς είναι γραμμένο το όνομα της Λενιώς  σαν μητέρα μου; Θέλω κατ’ αρχάς να σου ορκιστώ ότι αδιαφορώ ποιανού παιδί είμαι, το μόνο που ξέρω ότι μάνα μου και πατέρας μου  είναι η Λενιώ κι αυτό τίποτε δεν θα το αλλάξει. Όμως δικαιούμαι την αλήθεια, όποια και να είναι από το να φτιάχνω μόνη μου τις χειρότερες εκδοχές του παραμυθιού. Το παρελθόν ίσως κάποτε μου..χτυπήσει τη πόρτα νονά και θέλω πίστεψε με να είμαι προετοιμασμένη γι’ αυτό  με την αλήθεια. 
Δεν θα σε πιέσω να μου πεις, ούτε θα σε κατηγορήσω αν δεν το κάνεις. Θα σε παρακαλέσω όμως να σκεφτείς και την δική μου πλευρά και να μου απαντήσεις , θα είναι το δικό μας μυστικό νονά, θα μείνει ανάμεσα σε μένα και σε σένα.
Η Μαίρη της χαμογέλασε αχνά και άρχισε να της μιλάει χωρίς καμία πίεση λες και περίμενε αυτές τις στιγμές μια ζωή. Όταν τελείωσε άφησε το κορμί της να αναπαυτεί στο λευκό κρεβάτι και ένοιωσε επιτέλους πιο ελαφριά στη ψυχή και ότι έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει..
Η Χαρά την αγκάλιασε δακρυσμένη, μέσα της υπήρχε σαν παραμύθι η ζωή της Λενιώς, η μάνα που έφυγε χωρίς να την δει καν, ο πατέρας που δεν ήθελε ούτε να αντικρίσει .
Η μορφή της Λενιώς έγινε ακόμα πιο λαμπερή μέσα της και αφού φίλησε τη νονά της με ένα θερμό φιλί έφυγε ανάλαφρα για το σπίτι της κρατώντας μέσα στη ψυχή της μόνο την αγάπη που της έδωσαν αυτές οι δύο γυναίκες.
Δύο μέρες μετά κρατούσε τη μητέρα της στο νεκροταφείο στηρίζοντας την  για να αποχαιρετήσουν τη Μαίρη και κοιτώντας ψηλά στον ουρανό κάποια στιγμή ορκίστηκε ότι το μυστικό θα θαβόταν μαζί με  τη Μαίρη εκείνη την ημέρα.
















Τρίτη 19 Μαΐου 2015

33η συνέχεια



Η Χαρά έγινε η χαρά της Λενιώς, φώτισε τον κόσμο της, της έδωσε ζωή εκεί που υπήρχε μόνο η συγκαταβατική αποδοχή της σε αυτήν. Το μικρό σπιτάκι έγινε λίκνο μιας συνύπαρξης δύο πλασμάτων που το ένα έπαιρνε τα πάντα από το άλλο. 
Στο χωριό πίστεψαν την ιστορία γύρω από τη παρουσία αυτού του παιδιού και μάλιστα πολλές φορές όσοι την έβλεπαν να ψωνίζει κάτι έχοντας στην αγκαλιά της το μωρό της έλεγαν με συμπόνια:
-Αχ! Κυρά Λενιώ πόσο το αγαπάς, τι θα γίνει όταν το πάρει ο πατέρας του και σου το στερήσει;
Εκείνη χαμογελούσε και τους απαντούσε δήθεν με καρτερία:
-Ε! ότι πει ο Θεός , μπορεί να βρει κάποια σε κάποιο λιμάνι και να μας ξεχάσει, άλλωστε αραιά και που μας παίρνει τηλέφωνο να ρωτήσει για τη Χαρά.
-Α! Κακό χρόνο να έχει ο γρουσούζης, ο άπονος..σίγουρα κάποια έχει σε λιμάνι και το βλέπει για φόρτωμα το αγγελούδι.. Ο πρώτος ή ο τελευταίος θάναι θαρρείς… ουυυυ να μου χαθεί . Λειτούργημα κάνεις κυρά μου..λειτούργημα.
Η Λενιώ ανακάλυπτε μέσα της μία άλλη Λενιώ που μπάλωνε με το ένα ψέμα το άλλο χωρίς καν να κοκκινίζει όπως παλιά.
Οι μέρες, οι μήνες περνούσαν και η βάπτιση έπρεπε να γίνει όμως η Λενιώ σκεπτόταν ότι ο ιερέας του χωριού θα έβλεπε το πιστοποιητικό και το όνομα της δίπλα στη φράση «αγνώστου πατρός». 
Συνεννοήθηκε με τη Μαίρη και αποφάσισε να γίνει η βάπτιση στην Αθήνα στη γειτονιά της και έτσι ταξίδεψε σε λίγες εβδομάδες για πρώτη φορά μετά από χρόνια στη μεγάλη πόλη και στις αναμνήσεις που της έφερνε στο νου. Κάποιες στιγμές μέσα στο Κυκεώνα των σκέψεων και των φόβων της σκεπτόταν  τι θα έκανε αν κάποια κακή συγκυρία την έφερνε μπροστά στην Ελπίδα. Τότε έσφιγγε την Χαρά επάνω της και προσπαθούσε να ξεχάσει τους φόβους της στο χαμόγελο της μικρής.
Μετά τη βάπτιση της μικρής στο σπίτι της Μαίρης το βραδάκι μισοξαπλωμένες στις δύο άκρες του καναπέ έλεγαν..έλεγαν… και τι δεν έλεγαν.
-Μαίρη το μυαλό μου πλέον πάει μακριά..δεν είμαι μόνη..έχω μία κόρη πια και είμαι μεγάλη, θα μπορούσα σίγουρα να ήμουν γιαγιά της. Κάποτε θα μεγαλώσει και θα το σκεφτεί μόνη της, ακόμη σκέπτομαι το θέμα του πιστοποιητικού, τι θα γίνει στο μικρό σχολείο του χωριού μας; Τα έχω περάσει Μαίρη μου, δεν υπάρχει πιο σκληρή ματιά από εκείνη που σε κοιτάζει και επάνω της φέρνει την ετικέτα «μπάσταρδο» . Χμ!..γέλασε με πόνο η Λενιώ, το άκουγα αμέτρητες φορές στα δρομάκια του χωριού, στο σχολείο, στα μαγαζιά που αγόραζα για τη μάνα μου ψωμί και τρόφιμα. Αποφάσισα κάποια στιγμή όταν μεγαλώσει να της πω την αλήθεια όλη, όπως ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Το ψέμα και η αλήθεια είναι βαρύτερα όταν τα μαθαίνεις από ξένα χείλη και από λάθος ψυχές.
-Καλά θα κάνεις Λενιώ μου, έτσι πρέπει, είμαι σίγουρη ότι η Χαρά αφού την μεγαλώνεις εσύ θα γίνει αντίγραφο σου και θα καταλάβει με το σωστό τρόπο ότι της πεις. Προς το παρόν το άλλο πρόβλημα που είπες είναι το πιο σοβαρό, λυπάμαι όμως με αυτό το παιδί άλλαξε..θα αλλάξει.. η ζωή σου. Λενιώ μου πρέπει να πάρεις την απόφαση που πήρες πριν πολλά χρόνια φεύγοντας ..πρέπει να φύγεις ..ξανά γλυκιά μου και ξέρω ότι αυτό θα σου κοστίσει πολύ.
-Το σκέφτηκα κι εγώ , στριφογυρίζει τις νύχτες στο μυαλό μου .Ευτυχώς η μέχρι τώρα ζωή μου ήταν τόσο μετρημένη που έχω κάποια χρήματα στην άκρη. Είναι και όσα μου άφησαν οι θετοί γονείς μου , να τους έχει καλά ο Θεός εκεί δίπλα Του, μακάρι να ζούσε ο παπά Μανώλης..θα ήταν η ασφάλεια μου όπως πάντα.
-Τότε πρέπει να δρομολογήσουμε τη ζωής σου εδώ, θα βρω ένα μικρός σπιτάκι οικονομικό εδώ κοντά μου, θα δυσκολευτείς ίσως να συνηθίσεις ξανά μα εσένα δεν σε φοβάμαι. Θα έχεις εμάς δίπλα σου, στήριγμα σου, τη δική μου οικογένεια, τα αγόρια μου μεγάλωσαν η Χαρά θα γίνει κάτι σαν..παιχνιδάκι εδώ για μας. Καημό το είχε ο άνδρας μου για ένα κορίτσι, νάτο..θα το έχει στα πόδια του λοιπόν!
Αγκαλιάστηκαν και τα χρόνια που πέρασαν από επάνω τους θαρρείς εξαφανίστηκαν και γύρισαν πίσω..στα βράδια που αγκαλιασμένες έλεγαν τα νεανικά τους προβλήματα μετά τη δουλειά γελώντας και σχολιάζοντας  το, κάθε τι.
Όλα έγιναν τελικά όπως τα σχεδίασαν εκείνο το βράδυ! Η Λενιώ αποχαιρέτησε το χωριό και τη ζωή της εκεί κλειδώνοντας τη ξύλινη πόρτα πίσω της και παίρνοντας μόνο τη πολυθρόνα της μαζί και τα λίγα προσωπικά της αντικείμενα. 
Η Χαρά περπατούσε ήδη και η λέξη «μαμά» που της βροντοφώναξε ένα πρωινό  έκανε τη Λενιώ να κλαίει σαν μωρό ώρες ολόκληρες όποτε το θυμόταν. Το διαμέρισμα ήταν σχεδόν ένα δρόμο δίπλα από της Μαίρης, ευχάριστο με ένα ευρύχωρο μπαλκόνι που ο άνδρας της Μαίρης το έκλεισε « για καλό και για κακό» όπως είπε με προστατευτικό πλέγμα. Δυσκολεύτηκε η Λενιώ είναι αλήθεια αν προσαρμοστεί στη πόλη ξανά, της έλειπε ο κήπος, τα αηδονάκια που της τραγουδούσαν τα πρωινά, ο καθαρός αέρας και ..τ’ αστέρια που τα βράδια χάζευε καθισμένη στο πέτρινο παγκάκι της αυλής της. Κάποιες στιγμές έλεγε στον εαυτό της: « θα γυρίσω..» μα ήξερε ότι αυτό δεν θα γινόταν ποτέ.
Η Χαρά πήγε σχολείο, η Χαρά μεγάλωνε, η Χαρά έπαιρνε βαθμούς, έσβηνε κεράκια σε τούρτες που της έφερναν οι νονοί της και τα βράδια, κάθε βράδυ αγκάλιαζε τη Λενιώ και της έλεγε δυνατά: « -Μαμά μου σ’αγαπώ !».
Ότι φοβόμαστε κάποια στιγμή έρχεται απέναντι μας και στο χέρι μας, στις επιλογές μας είναι αν θα σταθούμε δυνατοί μπροστά του ή θα σκύψουμε το κεφάλι και θα χαθούμε στο πέρασμα του. 
Ήταν σχεδόν 10 ετών η Χαρά όταν γυρίζοντας από το σχολείο την ρώτησε έτσι..ξαφνικά και σκληρά:
-Μαμά γιατί δεν έχω μπαμπά σαν τη φίλη μου τη Σταυρούλα; Έχει πεθάνει; Και γιατί μοιάζεις σαν τη γιαγιά της και όχι σαν τη μαμά της; Εγώ σε βρίσκω πανέμορφη όμως στεναχωριέμαι όταν με ρωτούν αν είσαι η γιαγιά μου. Έχω γιαγιά;
Στέγνωσε ο λαιμός της Λενιώς, έφυγε το έδαφος από τα πόδια της και να ..ξάφνου απέναντι της το «πικρό ποτήρι» και έπρεπε να το πιει παρακαλώντας να βγει ζωντανή και όρθια από τη δοκιμασία . Πήρε ανάσα, τράβηξε κοντά της τη μικρή και την αγκάλιασε σφιχτά.
-Μεγάλωσες Χαρά μου , όχι αρκετά όμως ..μεγάλωσες και πρέπει να σου πω πάλι ένα παραμύθι που σου το φύλαγα για αυτή της στιγμή, μία ιστορία πλασμένη από αγάπη και ..αγάπη… και αγάπη!
-Παραμύθι μαμά; Τι με πέρασες μωρό;
-Άσε με να σου το πω γλυκιά μου γιατί έτσι θα μάθεις ότι η ζωή μας πολλές φορές είναι σαν ένα παραμύθι που το τέλος το φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι όπως το θέλουμε.
Μια φορά και ένα καιρό λοιπόν Χαρά μου μία σκοτεινή νύχτα στο σπίτι μου στο χωριό όπου γεννήθηκες χτύπησε η πόρτα μου δυνατά..τακ! τακ! Μία πανέμορφη κοπέλα μπήκε μέσα και μου ζήτησε να ξεκουραστεί και να την βοηθήσω γιατί..μέσα στη κοιλίτσα της είχε ένα μικρό θαύμα..ένα μωράκι που είχε έρθει η στιγμή να βγει στη ζωή, βιαζόταν γλυκιά μου! Το μωράκι ήσουν εσύ κοριτσάκι μου κι εγώ σε κράτησα στην αγκαλιά μου πρώτα και σε κοίταξα πριν από εκείνη. Μετά μου είπε ότι ο άνδρας της και πατέρας σου είχε χαθεί στη θάλασσα με το καράβι του που ήταν καπετάνιος και πήγε ψηλά στον ουρανό πριν προλάβει να μάθει ότι είχε εσένα . Η μανούλα εκείνη … η πραγματική σου μανούλα .. αρρώστησε βαριά , σε έβαλε στην αγκαλιά μου και μου ζήτησε να γίνω εγώ η δική σου μαμά. Εκείνη έπρεπε γλυκιά μου να… φύγει..μακριά.. να βρει το πατέρα σου που τον..αγαπούσε πολύ . Λοιπόν  πέταξε ψηλά στον ουρανό και μου είπε πριν φύγει ότι ο καλός Θεός όταν φεύγει μία μανούλα δίνει αμέσως μία άλλη στη θέση της, μια δεύτερη μαμά..
Φτερούγισε η καρδιά της Λενιώς περιμένοντας την αντίδραση της μικρής. Είχε παντρέψει το ψέμα με την αλήθεια απελπισμένα  σχεδόν παρανοϊκά παραμυθένια ελπίζοντας.. ελπίζοντας να μπορέσει να περάσει το κύμα που την χτύπησε και να βγει όρθια.
Η μικρή την κοίταξε χωρίς να μιλήσει αμέσως, το κορμάκι της έμεινε ακίνητο στην αγκαλιά της και μόνο το χεράκι της έσφιξε περισσότερο το δικό της.
-Δηλαδή εσύ είσαι η μαμά που μου έστειλε η πρώτη μου μαμά, έτσι;
-Ναι γλυκιά μου και σε αγάπησα πάρα πολύ γιατί δεν είχα η καημένη παιδάκι και χάρηκα που μου έστειλε η μαμά σου και ο καλός Θεός εσένα για να γίνεις το παιδάκι μου.
-Σάγαπώ μαμά, δεν πειράζει που σε λένε γιαγιά μου, εγώ σ’ αγαπώ και όποια μου ξαναπεί κάτι για σένα θα της δώσω..μπουνιά!
Γέλασε μέσα στα δάκρυα και την αγωνία της η Λενιώ, την έσφιξε δυνατά πάλι και της φίλησε τα μακριά μαλλιά της δεμένα  με τα όμορφα κοκκαλάκια που της αγόρασε πρόσφατα η Μαίρη.
-Όχι γλυκιά μου, δεν χτυπάμε κανένα απλά θα χαμογελάς και θα λες ότι η δική σου μαμά είναι ..λιγάκι..λιγάκι μεγαλύτερη από τις δικές τους!
Το βράδυ εκείνο όταν πια η Χαρά κοιμόταν στο δωμάτιο της η Λενιώ έπεσε στα γόνατα μπροστά στο εικόνισμα του Άγιου της και έκλαψε με όλη της τη ψυχή ζητώντας βοήθεια στο δρόμο που άνοιξε σήμερα με την ιστορία της και συγνώμη για το ψέμα της . Ήξερε ότι αυτό ήταν η αρχή, ότι το παιδί θα μεγάλωνε και η λογική του θα ζητούσε απαντήσεις πέρα από αυτή τη..πρόχειρα σκηνοθετημένη που της σέρβιρε. Έπρεπε να είναι έτοιμη και δυνατή για όλα, αυτό δεν είναι μάνα;..να πολεμάει με νύχια και με δόντια για το παιδί της;
Η Χαρά δεν την ρώτησε ΠΟΤΕ ξανά ..δεν της ξαναμίλησε για το τι λέγανε οι φίλες της γι’ αυτήν και όσοι την γνώριζαν. Μάλιστα έδειχνε περήφανη για εκείνη κάθε φορά που ερχόταν στο σχολείο με τους γονείς και κολλούσε επιδεικτικά επάνω της κρατώντας την από το χέρι.
 Η Χαρά μεγάλωνε μαζί με τη Λενιώ και γινόταν αντίγραφο της στους τρόπους και στα συναισθήματα όπως ακριβώς είχε μελετήσει η Μαίρη. Καλή μαθήτρια ,πρόθυμη, ευγενική, πάντα προσέχοντας  τις απαντήσεις της, φιλική με όλους και με διακριτικότητα στους τρόπους της.. Έγινε το παράδειγμα στις μανάδες των φιληνάδων της , η αγαπημένη των καθηγητών και το παράξενο ήταν ότι δεν τράβηξε τη ζήλια καμίας  φίλης της για όλα αυτά. Ίσως γιατί είχε πάντα τη συγκαταβατική στάση της Λενιώς, τη προθυμία της να ..ακούει, να συμβουλεύει με προσοχή και με καλή διάθεση, η Χαρά έγινε πράγματι η κόρη της , το παιδί της, το κομμάτι από εκείνη την ίδια.
Η Λενιώ αν ήξερε περισσότερο τη ζωή θα φρόντιζε να οπλίσει τη Χαρά με ότι εκείνη δεν είχε  ποτέ , θράσος, .. ευελιξία ,πονηριά, επιφυλακτικότητα και σκληράδα ψυχής.