Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

35 συνεχεία


Η Χαρά τελείωσε τη σχολή της με άριστα, όλο εκείνο το διάστημα μελετούσε και πειραματιζόταν συγχρόνως στις κρέμες που δούλευε  η Λενιώ. Συμπλήρωσε τα όσα έγραφαν οι «συνταγές της» με τις δικές της σύγχρονες επιστημονικές γνώσεις . Κατάλαβε ότι αυτή η δουλειά ήταν θαρρείς μέσα στο αίμα της, την αγάπησε,  την πάθιασε . Έπεσε λοιπόν με όλη τη νεανική δημιουργική της διάθεση να κάνει τη μικρή οικοτεχνική δουλίτσα της μάνας της το όνειρο το δικό της για κάτι μεγάλο. Η Χαρά είχε ότι έλειπε από τη Λενιώ, το πείσμα και το τόλμημα να παλέψει με ρίσκο για να χτίσει το αύριο .
 Με το δίπλωμα που πήρε έδωσε στη μικρή τους επιχείρηση την ασφάλεια ενός επίσημου εργαστηρίου καλλυντικών. Η Λενιώ μεγάλη πια αφέθηκε με καμάρι στους ώμους της . Ο θάνατος της Μαίρης ακόμα την πονούσε, της έλειπε ιδιαίτερα τις ώρες της μοναξιάς της. Καμία γνωριμία από τη δουλειά της δεν μπόρεσε να γίνει η φίλη που της έλειπε. Άρχισε να τραβιέται πια από τη δουλειά της, οι επισκέψεις της στην εκκλησία έγιναν περισσότερες , η προσευχή της για τη Χαρά της μόνο και το μόνο που ήθελε πια ήταν να την δει με κάποιον νέο δίπλα της , ένα σύντροφο που θα της άξιζε κα θα της γέμιζε τη ζωή.
 Η Χαρά της γνώρισε κάποια στιγμή ένα νεαρό που φαινόταν ότι ήταν πραγματικά πολύ ερωτευμένος μαζί της μα η δική της ματιά δεν είχε το φως του έρωτα που έπρεπε . Πάντα διακριτική η Λενιώ απλά την συμβούλευε δειλά να προσέχει και έπαιρνε από τη κόρη της μία σφιχτή αγκαλιά και το ανοιχτόκαρδο γέλιο της που αντηχούσε δυνατά στο δωμάτιο.
 Λίγο καιρό μετά τη θέση του την πήρε ένας νεαρός πελάτης τους, τότε πια η Λενιώ ήταν σίγουρη ότι είχε βρει το κατάλληλο για γαμπρό της. Έβγαιναν μαζί σε διάφορες εκδηλώσεις, για φαγητό , για χορό, την συνόδευε σε σεμινάρια στο εξωτερικό. Αυτό ήταν σκέφτηκε η Λενιώ, θα την καταφέρει να σκεφτεί κάτι το ..μόνιμο. Γρήγορα η Χαρά τον απομάκρυνε με λεπτό τρόπο λέγοντας του ότι δεν ήταν έτοιμη ακόμη για οικογένεια και η ελπίδες της Λενιώς έσβησαν .
Τα βράδια προσευχόταν να βρει το κορίτσι της εκείνον τον έναν  που θα την έκανε να λάμπει , να ξεχειλίζει από ευτυχία , να τον έχει στήριγμα στη ζωή της όταν εκείνη θα έφευγε. Η Λενιώ  κόντευε τα 80 , αν και η εμφάνιση της ξεγελούσε μέσα της αισθανόταν κάτι σαν προμήνυμα ότι έφθανε η ώρα που η Χαρά της θα έπρεπε να σταθεί μόνη της .
Ένα βράδυ ξύπνησε ιδρωμένη και με έντονο πόνο στο στέρνο της. Το όνειρο της βραδιάς της έδωσε το σπρώξιμο που ήθελε για κάτι που σχεδίαζε καιρό μα δεν τολμούσε να πει στη κόρη της. Ήτανε λέει καθισμένη στην αυλή του σπιτιού της στη Κρήτη, εκεί που αποχαιρέτησε τον παππά Μανώλη και την μάνα Ιουλία. Τους ένοιωσε δίπλα της , γύρισε το βλέμμα της και τους είδε εκεί..στη πόρτα τη ξύλινη δίπλα στο αγιόκλημα που την αγκάλιαζε. Όρθιος ο ψηλός κρητικός με μπλε σκούρο ξεθωριασμένο ράσο που φορούσε μέσα στο σπίτι αγκάλιαζε από τους ώμους τη παπαδιά του και της χαμογελούσαν και οι δύο. Έκανε να σηκωθεί μα τα πόδια της θαρρείς δεν ξεκολλούσαν από το χώμα. Τους άπλωσε το χέρι..
- Μάνα..πατέρα μου..ψιθύρισε..μα τους είδε να χάνονται μέσα στο φως που υπήρχε πίσω τους και μόνο το χαμόγελο της κυρία Ιουλίας της μηνούσε ότι θα τους έβλεπε πάλι.
Το πρωί λίγο πριν φύγει η Χαρά για τη δουλειά της μίλησε:
-Χαρά μου είναι καιρός που θέλω να σου πω , να σου ζητήσω κάτι.
Η κοπέλα σταμάτησε την αγκάλιασε και την ρώτησε περιπαικτικά:
-Λέγε μάνα τι τρελλίτσες θέλεις να κάνεις και δεν το τολμάς.
-Θέλω να πάω στη Κρήτη, να προσκυνήσω το τάφο των γονιών που με αγκάλιασαν, που μου στάθηκαν σαν να ήμουν δικό τους αίμα.
-Τι λες μανούλα μου ; Είναι μεγάλο ταξίδι κι εσύ είσαι λίγο..μεγαλούτσικη για τέτοια . Ξέρω ότι έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά και σε εγκατέλειψα λιγάκι μα..θα βρω χρόνο, ίσως ένα ΣΚ να πάρουμε το αεροπλάνο να πάμε μαζί να δω κι εγώ όσα μου διηγήθηκες.
-Παιδί μου το θέλω πολύ, σε παρακαλώ..μπορώ .. το έχω πίστεψε με  ανάγκη..πρέπει να πάω.
Η επιμονή της και το πείσμα που ίσως για πρώτη φορά είδε στα μάτια της λύγισαν την αντίσταση της  Χαράς. Προβληματισμένη βέβαια της ζήτησε να οργανώσει εκείνη το ταξίδι αυτό.
-Θα πας όμως αεροπορικώς και θα σε περιμένει εκεί αυτοκίνητο νοικιασμένο με οδηγό να σε συνοδεύει. Τώρα που το σκέπτομαι ξέρω ένα γραφείο που διαθέτει συνοδεία για παιδιά και..μεγάλα παιδιά σαν κι εσένα. Μόνο έτσι..αλλιώς ..σπίτι κυρία μου!!!!!
Χαμογέλασε η Λενιώ και ένοιωσε μία χαρά μέσα της που είχε χρόνια να αισθανθεί.
-Εντάξει παιδί μου , σ’ ευχαριστώ που με προσέχεις..
-Εγώ σ’ ευχαριστώ ..μάνα.. για όλα..για πολλά , σ’ αγαπώ να το ξέρεις ,σ’ αγαπώ όσο δεν φαντάζεσαι.
Δάκρυσε η Λενιώ μα έπνιξε το λυγμό της μέσα της μαζί με το μυστικό της που τώρα τελευταία γέμιζε τις σκέψεις της και την ανάγκη κάποια στιγμή να απαλλαγεί από το βάρος του.
Ήταν λίγες ώρες πριν φύγει για τη Κρήτη, η Χαρά της είχε βρει μία συνοδό που την συμπάθησε από τη πρώτη στιγμή που την είδε. Έφερε τα μικρή βαλίτσα της στη πόρτα και ένα δικό της σακ βουαγιάζ και της είπε με ευγενικό τρόπο:
-Κυρία Λενιώ θα σας περιμένω στο αυτοκίνητο κάτω , σε μία ώρα πρέπει να ήμαστε στο αεροδρόμιο.
Η Χαρά την αγκάλιασε σφικτά, τόσο  σφιχτά που της έκοψε την ανάσα.
-Γιατί δεν θέλεις μαμά να έρθω μαζί σου στο αεροδρόμιο, της είπε με παράπονο.
-Όχι παιδί μου, δεν μου αρέσουν αυτά, με μελαγχολούν . ‘Άλλωστε είναι πέντε μόνο , ούτε θα το καταλάβεις με τις δουλειές που έχεις. Αν ζούσε η Μαίρη θα πήγαινα μαζί της για διακοπές εκεί, δύο γριές μαζί !!!
-Εσύ γριά; Όχι μανούλα μου εσύ είσαι πάντα για μένα κοριτσάκι, απλά θα μου λείψεις, ειλικρινά σου λέω, θα μου λείψεις.
-Πριν φύγω θέλω να σου δώσω κάτι..σε λίγες μέρες είναι τα γενέθλια σου και θέλω να το φοράς εκείνη τη μέρα.
-Μα τι λες , τα γενέθλια μου είναι σε 15 μέρες, θα είσαι εδώ.. τι μου λες τώρα, θα μου το δώσεις το δωράκι τότε.
Η Λενιώ έβγαλε από τη τσάντα της το βελούδινο σακουλάκι που είχε ράψει μόνη της ..τότε...πριν 24 χρόνια …τα βράδια που τραγουδούσε νανουρίσματα το μικρό άγγελο της. Έλυσε το κορδελάκι του και έβγαλε από μέσα το υπέροχο βραχιόλι που άπειρες φορές είχε παίξει στα δάχτυλα της λες και ζητούσε να της διηγηθεί ιστορίες.
 Ο χρυσός δράκος λεπτός , σκαλισμένος περίτεχνα, πλεγμένος με λευκόχρυσο και με στολίδι διαμαντένια μάτια αγκαλιασμένα από όνυχα. Γλίστρησε στο λεπτό χέρι της Χαράς λες και βρήκε το νόμιμο κάτοχο του , κλείδωσε και σαν ζωντανό πλάσμα αγκάλιασε μαγικά το καρπό της.
 Η Χαρά άφωνη θαύμασε το πανέμορφο κόσμημα και μέσα της ένοιωσε κάτι σαν να της σημάδευε τη καρδιά και τη μελλοντική ζωή της. Το χάιδεψε και αισθάνθηκε λες και της μιλούσε και της ορκιζόταν δύναμη και …κάτι άγνωστο… κάτι που την φόβιζε και συγχρόνως την έλκυε μαγικά.
-Μανούλα μου, αυτό είναι πανάκριβο, το βλέπω, το νοιώθω, είναι παλιό όμως..δικό σου; Το αγόρασες;
-Τι χρειάζονται οι ερωτήσεις γλυκιά μου, είναι δικό σου, πραγματικά δικό σου .Άσε με να φύγω τώρα και όταν με το καλό γυρίσω θα γιορτάσουμε μαζί και θα πούμε πολλά ..θα ανοίξουμε τις ψυχές μας..
Έφυγε από την αγκαλιά της , άπλωσε το χέρι και της έσιαξε το τσουλούφι που από μικρή όπως θυμόταν έπεφτε στο μέτωπο της. Την τράβηξε απαλά να χαμηλώσει και την φίλησε στο μέτωπο τρυφερά.
-Να έχεις την ευχή μου παιδί μου, σε ότι κάνεις , σε ότι προσπαθείς να νικήσεις και  να ξεπεράσεις. Φοβάμαι για σένα παιδί μου, σε έκανα δυνατή μα σε έκανα και ευαίσθητη… λάθος για τη ζωή αυτό όπως μου έλεγε η Μαίρη τότε.
Έκλεισε η πόρτα πίσω της παίρνοντας τη γλυκιά μορφή μαζί της ενώ από την άλλη πλευρά της πόρτας η Χαρά ένοιωσε για πρώτη φορά μετά από χρόνια  λες και έφευγε το πάτωμα από τα πόδα της. Κάτι την έσπρωχνε να κατέβει τα σκαλιά και να φέρει πίσω τη Λενιώ μα η λογική την κρατούσε ακίνητη ψιθυρίζοντας της ότι οι 5 μέρες περνούν γρήγορα.
Η Λενιώ ανακουφισμένη από τις αποφάσεις που είχε πάρει μπήκε στο ταξί με τη βοήθεια της Στεφανίας, έτσι έλεγαν το γλυκό κορίτσι που θα την συνόδευε. Η Χαρά μάλιστα της «πέταξε» δειλά ότι αν της άρεζε η παρέα της θα ήταν μόνιμα πια κοντά τους να της κάνει παρέα όσο αυτή χάνονταν στο εργαστήρι καλλυντικών της.
Στο αεροπλάνο απόλαυσε με χαρά το σύντομο ταξίδι της και σχεδόν απορροφήθηκε από όσα φλυαρούσε δίπλα της η Στεφανία.  Όταν έφθασαν τους περίμενε αυτοκίνητο νοικιασμένο και με έκπληξη είδε ότι θα το οδηγούσε εκείνη . Κάθισε στο διπλανό κάθισμα, την άφησε να της περάσει τη ζώνη και μισογέλασε βλέποντας την να ανοίγει το χάρτη για να δει τη διαδρομή .
-Έτοιμες κυρία Λενιώ μου, ξεκινάμε , ας κάνουμε το σταυρό μας!
 Η Λενιώ ευτυχισμένη σχεδόν θα δήλωνε απόλαυσε από εκείνη τη στιγμή τη διαδρομή όπως τότε..τότε που ήρθε με το δίπλωμα στο χέρι να γνωρίσει το σπίτι του παπά Μανώλη και της μάνας Ιουλίας.
Έφθασαν αργά το απογευματάκι, ημέρα ακόμη με τον ήλιο να λάμπει δυνατά και τη μυρωδιά της ρίγανης και του δίκταμου στη μύτη τους .Ο δικηγόρος της είχε εδώ και λίγα χρόνια στείλει το κλειδί του σπιτιού.  Η γειτόνισσα που το φρόντιζε είχε πεθάνει και η οικογένεια του παπά που το νοίκιαζε τον είχε ακολουθήσει σε άλλο νησί.
Μέτρησε τα χρόνια μέσα της , σχεδόν 50 χρόνια ..ίσως και περισσότερο δεν θυμόταν πια. Ήρθε όταν έθαψε τους αγαπημένους της θετούς γονείς..σαν χθες της φαινόταν όμως! Σαν χθες ήταν που έχασε το μωρό..Σαν χθες που τα μάζεψε και έφυγε στο χωριό της μάνας της . Σαν χθες που της χτύπησε τη πόρτα η Ελπίδα, που της άφησε  το μωρό στα χέρια της, που ξανάρχισε τη ζωή της στην Αθήνα , που την μεγάλωσε, που την φίλησε στο δίπλωμα της!
Μία ανάσα η ζωή σκέφτηκε, ένα φυλλομέτρημα βιβλίου , εικόνες και αναμνήσεις, δοκιμασίες και κατακτήσεις. Το ποτήρι γεμάτο από το κρασί της, κάθε γουλιά άλλη γεύση και στο τέρμα ..άδειο μα γεμάτη η γεύση στο στόμα μας. 
Άνοιξε τη ξύλινη πόρτα του κήπου, το σπίτι της φάνηκε ακόμα πιο μικρό από τότε που το είδε. Το αγιόκλημα είχε ξεραθεί, οι γλάστρες άδειες, τα περβάζια των παραθύρων γεμάτα φύλλα και σκόνη. Μία αράχνη φάνηκε ενοχλημένη από τον..εισβολέα, μία γατούλα την κοίταξε παραξενεμένη από το τοιχάκι δίπλα.
Η Στεφανία την ξάφνιασε με τη διακριτική στάση της, προχωρούσε πίσω  της σε μία απόσταση κρατώντας τις δύο βαλίτσες χωρίς να την ρωτάει κάτι αφήνοντας την να χαρεί τις στιγμές .  Έβαλε το κλειδί στη πόρτα και το γύρισε με συγκίνηση. Ένοιωσε τη παρουσία των αγαπημένων της μορφών, η σκόνη και οι αράχνες δεν σκίαζαν τη συγκίνηση της. Προχώρησε κάποια βήματα και ξανάζησε αναμνήσεις από το άλλο σπίτι στο χωριό, τότε που ξεκινούσε τη ζωή της από την αρχή κάνοντας μία άλλη..αρχή. Μόνο που τότε είχε την ηλικία της κόρης της ενώ τώρα βάδιζε στο γέρμα της ζωής της.
-Μην ανησυχείτε κυρία Λενιώ , ακούστηκε η Στεφανία, θα τα φτιάξω όλα στα γρήγορα, εσείς ξεκουραστείτε, καθίστε αν θέλετε στο αυτοκίνητο μέχρι να καθαρίσω μία γωνιά για το βράδυ. Το σπίτι είναι εντάξει απλά ήταν κλειστό και έχει αράχνες.
Πράγματι το σπίτι ήταν βέβαια παλιό και σκονισμένο όμως όλα ήταν σκεπασμένα με σεντόνια και στη θέση τους. Η Λενιώ δεν είχε δύναμη να αντισταθεί, δέχθηκε με ανακούφιση τη δυναμική παρουσία του κοριτσιού και σκέφτηκε ότι κάποτε στο χωριό της εκείνη είχε αντιμετωπίσει ένα χαλασμένο, διαλυμένο  σπίτι με μία αποφασιστική τέτοια διάθεση.
Βγήκε και κάθισε στο πέτρινο κάθισμα δίπλα στη πόρτα, ο ήλιος έδυε σε λίγο και ο ουρανός έπαιρνε τα χρώματα του σε κοκκινόχρυσες αποχρώσεις. Από μέσα ακουγόντουσαν οι θόρυβοι που έκαμνε η Στεφανία και χαμογέλασε καθώς την ήρθε το άκουσμα ενός τραγουδιού από τα χείλη της. Αυτό το κορίτσι της θύμιζε τον εαυτό της, νέα, την συμπάθησε αμέσως και..ναι..θα έλεγε στη Χαρά ότι θα την ήθελε δίπλα της παρέα και βοήθεια.
Ο ήλιος χαμήλωσε στη θάλασσα που φαινόταν τόσο μακρινή από εδώ επάνω, αυτό το νησί το αγάπησε από τις διηγήσεις του παπά Μανώλη. Το έκανε δικό της από τα όσα της διηγιόταν η μαμά Ιουλία , από όσα ανακάλυψε η ίδια στη γη και τον αέρα του όταν το γνώρισε από κοντά. Στη μύτη της η μυρωδιά από τα ξεροτήγανα, στο στόμα της το μελωμένο ανθότυρο και η τσικουδιά που την κερνούσαν τότε την έκαιγε το λαιμό και της ζάλιζε τις αντιστάσεις.
 Της φάνηκε ότι είδε το ζευγάρι να κάθεται όρθιο δίπλα στην άκρη του τοίχου που χώριζε το κήπο από το δρομάκι. Λες και η κυρία Ιουλία κρατούσε στο πιάτο τα καθαρισμένα φραγκόσυκα που της έκοβε από το φράκτη, ενώ ο παπά Μανώλης έκοβε το ζυμωτό ψωμί με το σουγιαδακι που είχε πάντα στη τσέπη της.
-Πάντα θα σας ευγνωμονώ ψιθύρισε δακρυσμένη..γέρασα μα ποτέ δεν ξέχασα τι σας όφειλα, μου αλλάξατε τη ζωή μου όλη.
Η δυνατή πρόσχαρη φωνή της Στεφανίας τη συνέφερε:
-Έτοιμο το δωμάτιο κυρία Λενιώ , ελάτε να ξεκουραστείτε κι εγώ θα φτιάξω με όσα αγόρασα πριν ξεκινήσουμε κάτι πρόχειρο και δυστυχώς κρύο να τσιμπήσουμε .Έχετε και τα φάρμακα σας να πάρετε.
Της έγνευσε η Λενιώ με ευγνωμοσύνη και την ακολούθησε μέσα στο σπίτι. Είδε με θαυμασμό όσα έκανε τόσο γρήγορα και ..ναι..αυτό το κορίτσι της έμοιαζε ..Πιάσανε τη συζήτηση όσο τρώγανε την όμορφη σαλάτα, το τυρί και τα κρητικά παξιμάδια μέσα της. Θα είχε πολλά να πει μαζί της σίγουρα σκέφτηκε και η γαλήνη του αύριο βασίλεψε μέσα της όπως ο ήλιος.
Ο ύπνος την πήρε στην αγκαλιά της ενώ το φως του φεγγαριού την οδηγούσε σε άλλα μονοπάτια ονειρικά .Εκεί στη γωνιά του δωματίου ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο την κοίταζε με αγάπη και χαμόγελο , ένα χέρι την ευλόγησε και μία ανάσα θεϊκή την προστάτεψε σαν αγκαλιά γύρω της.








4 σχόλια:

  1. Αχ, Αχτίδα μου...γρήγορα τη συνέχεια σε παρακαλώ!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γράφετε τόσο παραστατικά, ζωγραφίζετε εικόνες και με τα λόγια σας εκτός από τα χέρια σας...περιμένω τη συνέχεια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή