Τρίτη 19 Μαΐου 2015

33η συνέχεια



Η Χαρά έγινε η χαρά της Λενιώς, φώτισε τον κόσμο της, της έδωσε ζωή εκεί που υπήρχε μόνο η συγκαταβατική αποδοχή της σε αυτήν. Το μικρό σπιτάκι έγινε λίκνο μιας συνύπαρξης δύο πλασμάτων που το ένα έπαιρνε τα πάντα από το άλλο. 
Στο χωριό πίστεψαν την ιστορία γύρω από τη παρουσία αυτού του παιδιού και μάλιστα πολλές φορές όσοι την έβλεπαν να ψωνίζει κάτι έχοντας στην αγκαλιά της το μωρό της έλεγαν με συμπόνια:
-Αχ! Κυρά Λενιώ πόσο το αγαπάς, τι θα γίνει όταν το πάρει ο πατέρας του και σου το στερήσει;
Εκείνη χαμογελούσε και τους απαντούσε δήθεν με καρτερία:
-Ε! ότι πει ο Θεός , μπορεί να βρει κάποια σε κάποιο λιμάνι και να μας ξεχάσει, άλλωστε αραιά και που μας παίρνει τηλέφωνο να ρωτήσει για τη Χαρά.
-Α! Κακό χρόνο να έχει ο γρουσούζης, ο άπονος..σίγουρα κάποια έχει σε λιμάνι και το βλέπει για φόρτωμα το αγγελούδι.. Ο πρώτος ή ο τελευταίος θάναι θαρρείς… ουυυυ να μου χαθεί . Λειτούργημα κάνεις κυρά μου..λειτούργημα.
Η Λενιώ ανακάλυπτε μέσα της μία άλλη Λενιώ που μπάλωνε με το ένα ψέμα το άλλο χωρίς καν να κοκκινίζει όπως παλιά.
Οι μέρες, οι μήνες περνούσαν και η βάπτιση έπρεπε να γίνει όμως η Λενιώ σκεπτόταν ότι ο ιερέας του χωριού θα έβλεπε το πιστοποιητικό και το όνομα της δίπλα στη φράση «αγνώστου πατρός». 
Συνεννοήθηκε με τη Μαίρη και αποφάσισε να γίνει η βάπτιση στην Αθήνα στη γειτονιά της και έτσι ταξίδεψε σε λίγες εβδομάδες για πρώτη φορά μετά από χρόνια στη μεγάλη πόλη και στις αναμνήσεις που της έφερνε στο νου. Κάποιες στιγμές μέσα στο Κυκεώνα των σκέψεων και των φόβων της σκεπτόταν  τι θα έκανε αν κάποια κακή συγκυρία την έφερνε μπροστά στην Ελπίδα. Τότε έσφιγγε την Χαρά επάνω της και προσπαθούσε να ξεχάσει τους φόβους της στο χαμόγελο της μικρής.
Μετά τη βάπτιση της μικρής στο σπίτι της Μαίρης το βραδάκι μισοξαπλωμένες στις δύο άκρες του καναπέ έλεγαν..έλεγαν… και τι δεν έλεγαν.
-Μαίρη το μυαλό μου πλέον πάει μακριά..δεν είμαι μόνη..έχω μία κόρη πια και είμαι μεγάλη, θα μπορούσα σίγουρα να ήμουν γιαγιά της. Κάποτε θα μεγαλώσει και θα το σκεφτεί μόνη της, ακόμη σκέπτομαι το θέμα του πιστοποιητικού, τι θα γίνει στο μικρό σχολείο του χωριού μας; Τα έχω περάσει Μαίρη μου, δεν υπάρχει πιο σκληρή ματιά από εκείνη που σε κοιτάζει και επάνω της φέρνει την ετικέτα «μπάσταρδο» . Χμ!..γέλασε με πόνο η Λενιώ, το άκουγα αμέτρητες φορές στα δρομάκια του χωριού, στο σχολείο, στα μαγαζιά που αγόραζα για τη μάνα μου ψωμί και τρόφιμα. Αποφάσισα κάποια στιγμή όταν μεγαλώσει να της πω την αλήθεια όλη, όπως ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Το ψέμα και η αλήθεια είναι βαρύτερα όταν τα μαθαίνεις από ξένα χείλη και από λάθος ψυχές.
-Καλά θα κάνεις Λενιώ μου, έτσι πρέπει, είμαι σίγουρη ότι η Χαρά αφού την μεγαλώνεις εσύ θα γίνει αντίγραφο σου και θα καταλάβει με το σωστό τρόπο ότι της πεις. Προς το παρόν το άλλο πρόβλημα που είπες είναι το πιο σοβαρό, λυπάμαι όμως με αυτό το παιδί άλλαξε..θα αλλάξει.. η ζωή σου. Λενιώ μου πρέπει να πάρεις την απόφαση που πήρες πριν πολλά χρόνια φεύγοντας ..πρέπει να φύγεις ..ξανά γλυκιά μου και ξέρω ότι αυτό θα σου κοστίσει πολύ.
-Το σκέφτηκα κι εγώ , στριφογυρίζει τις νύχτες στο μυαλό μου .Ευτυχώς η μέχρι τώρα ζωή μου ήταν τόσο μετρημένη που έχω κάποια χρήματα στην άκρη. Είναι και όσα μου άφησαν οι θετοί γονείς μου , να τους έχει καλά ο Θεός εκεί δίπλα Του, μακάρι να ζούσε ο παπά Μανώλης..θα ήταν η ασφάλεια μου όπως πάντα.
-Τότε πρέπει να δρομολογήσουμε τη ζωής σου εδώ, θα βρω ένα μικρός σπιτάκι οικονομικό εδώ κοντά μου, θα δυσκολευτείς ίσως να συνηθίσεις ξανά μα εσένα δεν σε φοβάμαι. Θα έχεις εμάς δίπλα σου, στήριγμα σου, τη δική μου οικογένεια, τα αγόρια μου μεγάλωσαν η Χαρά θα γίνει κάτι σαν..παιχνιδάκι εδώ για μας. Καημό το είχε ο άνδρας μου για ένα κορίτσι, νάτο..θα το έχει στα πόδια του λοιπόν!
Αγκαλιάστηκαν και τα χρόνια που πέρασαν από επάνω τους θαρρείς εξαφανίστηκαν και γύρισαν πίσω..στα βράδια που αγκαλιασμένες έλεγαν τα νεανικά τους προβλήματα μετά τη δουλειά γελώντας και σχολιάζοντας  το, κάθε τι.
Όλα έγιναν τελικά όπως τα σχεδίασαν εκείνο το βράδυ! Η Λενιώ αποχαιρέτησε το χωριό και τη ζωή της εκεί κλειδώνοντας τη ξύλινη πόρτα πίσω της και παίρνοντας μόνο τη πολυθρόνα της μαζί και τα λίγα προσωπικά της αντικείμενα. 
Η Χαρά περπατούσε ήδη και η λέξη «μαμά» που της βροντοφώναξε ένα πρωινό  έκανε τη Λενιώ να κλαίει σαν μωρό ώρες ολόκληρες όποτε το θυμόταν. Το διαμέρισμα ήταν σχεδόν ένα δρόμο δίπλα από της Μαίρης, ευχάριστο με ένα ευρύχωρο μπαλκόνι που ο άνδρας της Μαίρης το έκλεισε « για καλό και για κακό» όπως είπε με προστατευτικό πλέγμα. Δυσκολεύτηκε η Λενιώ είναι αλήθεια αν προσαρμοστεί στη πόλη ξανά, της έλειπε ο κήπος, τα αηδονάκια που της τραγουδούσαν τα πρωινά, ο καθαρός αέρας και ..τ’ αστέρια που τα βράδια χάζευε καθισμένη στο πέτρινο παγκάκι της αυλής της. Κάποιες στιγμές έλεγε στον εαυτό της: « θα γυρίσω..» μα ήξερε ότι αυτό δεν θα γινόταν ποτέ.
Η Χαρά πήγε σχολείο, η Χαρά μεγάλωνε, η Χαρά έπαιρνε βαθμούς, έσβηνε κεράκια σε τούρτες που της έφερναν οι νονοί της και τα βράδια, κάθε βράδυ αγκάλιαζε τη Λενιώ και της έλεγε δυνατά: « -Μαμά μου σ’αγαπώ !».
Ότι φοβόμαστε κάποια στιγμή έρχεται απέναντι μας και στο χέρι μας, στις επιλογές μας είναι αν θα σταθούμε δυνατοί μπροστά του ή θα σκύψουμε το κεφάλι και θα χαθούμε στο πέρασμα του. 
Ήταν σχεδόν 10 ετών η Χαρά όταν γυρίζοντας από το σχολείο την ρώτησε έτσι..ξαφνικά και σκληρά:
-Μαμά γιατί δεν έχω μπαμπά σαν τη φίλη μου τη Σταυρούλα; Έχει πεθάνει; Και γιατί μοιάζεις σαν τη γιαγιά της και όχι σαν τη μαμά της; Εγώ σε βρίσκω πανέμορφη όμως στεναχωριέμαι όταν με ρωτούν αν είσαι η γιαγιά μου. Έχω γιαγιά;
Στέγνωσε ο λαιμός της Λενιώς, έφυγε το έδαφος από τα πόδια της και να ..ξάφνου απέναντι της το «πικρό ποτήρι» και έπρεπε να το πιει παρακαλώντας να βγει ζωντανή και όρθια από τη δοκιμασία . Πήρε ανάσα, τράβηξε κοντά της τη μικρή και την αγκάλιασε σφιχτά.
-Μεγάλωσες Χαρά μου , όχι αρκετά όμως ..μεγάλωσες και πρέπει να σου πω πάλι ένα παραμύθι που σου το φύλαγα για αυτή της στιγμή, μία ιστορία πλασμένη από αγάπη και ..αγάπη… και αγάπη!
-Παραμύθι μαμά; Τι με πέρασες μωρό;
-Άσε με να σου το πω γλυκιά μου γιατί έτσι θα μάθεις ότι η ζωή μας πολλές φορές είναι σαν ένα παραμύθι που το τέλος το φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι όπως το θέλουμε.
Μια φορά και ένα καιρό λοιπόν Χαρά μου μία σκοτεινή νύχτα στο σπίτι μου στο χωριό όπου γεννήθηκες χτύπησε η πόρτα μου δυνατά..τακ! τακ! Μία πανέμορφη κοπέλα μπήκε μέσα και μου ζήτησε να ξεκουραστεί και να την βοηθήσω γιατί..μέσα στη κοιλίτσα της είχε ένα μικρό θαύμα..ένα μωράκι που είχε έρθει η στιγμή να βγει στη ζωή, βιαζόταν γλυκιά μου! Το μωράκι ήσουν εσύ κοριτσάκι μου κι εγώ σε κράτησα στην αγκαλιά μου πρώτα και σε κοίταξα πριν από εκείνη. Μετά μου είπε ότι ο άνδρας της και πατέρας σου είχε χαθεί στη θάλασσα με το καράβι του που ήταν καπετάνιος και πήγε ψηλά στον ουρανό πριν προλάβει να μάθει ότι είχε εσένα . Η μανούλα εκείνη … η πραγματική σου μανούλα .. αρρώστησε βαριά , σε έβαλε στην αγκαλιά μου και μου ζήτησε να γίνω εγώ η δική σου μαμά. Εκείνη έπρεπε γλυκιά μου να… φύγει..μακριά.. να βρει το πατέρα σου που τον..αγαπούσε πολύ . Λοιπόν  πέταξε ψηλά στον ουρανό και μου είπε πριν φύγει ότι ο καλός Θεός όταν φεύγει μία μανούλα δίνει αμέσως μία άλλη στη θέση της, μια δεύτερη μαμά..
Φτερούγισε η καρδιά της Λενιώς περιμένοντας την αντίδραση της μικρής. Είχε παντρέψει το ψέμα με την αλήθεια απελπισμένα  σχεδόν παρανοϊκά παραμυθένια ελπίζοντας.. ελπίζοντας να μπορέσει να περάσει το κύμα που την χτύπησε και να βγει όρθια.
Η μικρή την κοίταξε χωρίς να μιλήσει αμέσως, το κορμάκι της έμεινε ακίνητο στην αγκαλιά της και μόνο το χεράκι της έσφιξε περισσότερο το δικό της.
-Δηλαδή εσύ είσαι η μαμά που μου έστειλε η πρώτη μου μαμά, έτσι;
-Ναι γλυκιά μου και σε αγάπησα πάρα πολύ γιατί δεν είχα η καημένη παιδάκι και χάρηκα που μου έστειλε η μαμά σου και ο καλός Θεός εσένα για να γίνεις το παιδάκι μου.
-Σάγαπώ μαμά, δεν πειράζει που σε λένε γιαγιά μου, εγώ σ’ αγαπώ και όποια μου ξαναπεί κάτι για σένα θα της δώσω..μπουνιά!
Γέλασε μέσα στα δάκρυα και την αγωνία της η Λενιώ, την έσφιξε δυνατά πάλι και της φίλησε τα μακριά μαλλιά της δεμένα  με τα όμορφα κοκκαλάκια που της αγόρασε πρόσφατα η Μαίρη.
-Όχι γλυκιά μου, δεν χτυπάμε κανένα απλά θα χαμογελάς και θα λες ότι η δική σου μαμά είναι ..λιγάκι..λιγάκι μεγαλύτερη από τις δικές τους!
Το βράδυ εκείνο όταν πια η Χαρά κοιμόταν στο δωμάτιο της η Λενιώ έπεσε στα γόνατα μπροστά στο εικόνισμα του Άγιου της και έκλαψε με όλη της τη ψυχή ζητώντας βοήθεια στο δρόμο που άνοιξε σήμερα με την ιστορία της και συγνώμη για το ψέμα της . Ήξερε ότι αυτό ήταν η αρχή, ότι το παιδί θα μεγάλωνε και η λογική του θα ζητούσε απαντήσεις πέρα από αυτή τη..πρόχειρα σκηνοθετημένη που της σέρβιρε. Έπρεπε να είναι έτοιμη και δυνατή για όλα, αυτό δεν είναι μάνα;..να πολεμάει με νύχια και με δόντια για το παιδί της;
Η Χαρά δεν την ρώτησε ΠΟΤΕ ξανά ..δεν της ξαναμίλησε για το τι λέγανε οι φίλες της γι’ αυτήν και όσοι την γνώριζαν. Μάλιστα έδειχνε περήφανη για εκείνη κάθε φορά που ερχόταν στο σχολείο με τους γονείς και κολλούσε επιδεικτικά επάνω της κρατώντας την από το χέρι.
 Η Χαρά μεγάλωνε μαζί με τη Λενιώ και γινόταν αντίγραφο της στους τρόπους και στα συναισθήματα όπως ακριβώς είχε μελετήσει η Μαίρη. Καλή μαθήτρια ,πρόθυμη, ευγενική, πάντα προσέχοντας  τις απαντήσεις της, φιλική με όλους και με διακριτικότητα στους τρόπους της.. Έγινε το παράδειγμα στις μανάδες των φιληνάδων της , η αγαπημένη των καθηγητών και το παράξενο ήταν ότι δεν τράβηξε τη ζήλια καμίας  φίλης της για όλα αυτά. Ίσως γιατί είχε πάντα τη συγκαταβατική στάση της Λενιώς, τη προθυμία της να ..ακούει, να συμβουλεύει με προσοχή και με καλή διάθεση, η Χαρά έγινε πράγματι η κόρη της , το παιδί της, το κομμάτι από εκείνη την ίδια.
Η Λενιώ αν ήξερε περισσότερο τη ζωή θα φρόντιζε να οπλίσει τη Χαρά με ότι εκείνη δεν είχε  ποτέ , θράσος, .. ευελιξία ,πονηριά, επιφυλακτικότητα και σκληράδα ψυχής.          








Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

32η συνέχεια

32η συνέχεια
………………………………………………………………………………………………………………..
Η Μαίρη Γραμματικοπούλου σε όλο το γυρισμό μέσα στο αυτοκίνητο σχεδίαζε ήδη τις επόμενες κινήσεις της. Η Λενιώ ήταν γι’ αυτήν κάτι σαν αδελφή με φίλη μαζί, αν και η γνωριμία τους έγινε στην αρχή επαγγελματικά γρήγορα μπόρεσε να ανακαλύψει το διαμάντι μέσα στο φτωχό περίβλημα.
 Όταν η Λενιώ έχασε το παιδί της, όταν η στάση της απέναντι στην αμέτοχη παρουσία του Νίκου στο πρόβλημα την διέλυσε η Μαίρη βρέθηκε ακόμα πιο κοντά της. Την θαύμασε για την δύναμη να απαρνηθεί την αγάπη της για το καλό του, οργίστηκε μαζί της μα την θαύμασε. Μετά η συγκατοίκηση  τους στο σπίτι που τις έδεσε όσο περισσότερο γινόταν, εκεί που ανακαλύπτεις το πραγματικό χαρακτήρα κάποιου. Την αγάπησε, την εκτίμησε, την θαύμασε όταν ξεκίνησε μία νέα ζωή στο..πουθενά. Φύλαγε  ακόμα τα γράμματα που της έστελνε από το χωριό και της εξιστορούσε τον αγώνα της να σταθεί ξένη ανάμεσα σε αγνώστους γεμάτους επιφυλακτικότητα και διάθεση να βρουν ψεγάδι σε κάθε πράξη της. Την είδε τελικά να επικρατεί με σύνεση και την υπομονετική συμπεριφορά της σε σημείο που να γίνει η «γιάτρισσα» όπως την φώναζαν χωρίς να φανερώσει καν το παρελθόν της. Ζούσε τόσα χρόνια όπως ακριβώς το θέλησε, ήσυχα, διακριτικά, ήρεμα βοηθώντας και με ελάχιστη εικονική σχεδόν ανταμοιβή σε όσα έκανε στο χωριό.
 Η Μαίρη σκέφτηκε ότι τώρα την χρειαζόταν όσο ποτέ και..ναι… θα την βοηθούσε να κάνει έστω και αργά το όνειρο της, να γίνει μάνα σε ένα παιδί έστω και αν η ίδια δεν συμφωνούσε με αυτό. Το βράδυ γυρίζοντας σπίτι αγκάλιασε με  το βλέμμα και τη ψυχή της την δική της ευτυχία και το..ανάκατο σπίτι που της έφτιαξαν . Σιάζοντας  χαμογέλασε , φίλησε τον άνδρα της στο κρεβάτι, έλεγξε τα αγόρια στο δωμάτιο τους και σκέφτηκε ότι εκείνο που είναι πλούτος στη ζωή είναι όλα αυτά που είχε εκείνη.
Το πρωί έφυγε βιαστική , αποφασισμένη για μάχη , έκανε το σταυρό της για… καλού κακού στο εκκλησάκι της κλινικής και ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια. Οι νοσοκόμες την χαιρετούσαν με σεβασμό , οι γιατροί με ευγένεια και πρωινά πειράγματα καθώς τους έδινε τα προγράμματα τους και αφού έκανε μαζί τους τη πρωινή επίσκεψη στους ασθενείς περίμενε με αγωνία την ώρα του διαλείμματος τους.
Πρόσεξε κανείς να μην ενοχλήσει το γιατρό Ευθυμιάδη την ώρα εκείνη και χτυπώντας διακριτικά άνοιξε τη πόρτα του ιατρείου του. Άνοιξε και μπήκε σιωπηλά μέσα και στάθηκε μπροστά του ενώ η καρδιά της χτυπούσε ακανόνιστα και η ψυχή της μέσα της έλεγε:- κουράγιο!
Εκείνος σήκωσε τα μάτια του και της χαμογέλασε , πάντα ήταν περισσότερο ευγενικός και διακριτικός μαζί της, ίσως γιατί  του  θύμιζε κάτι που είχε από καιρό κρύψει από τη συνείδηση του.
-Μαίρη υπάρχει κάτι ; Συμβαίνει κάτι σε ασθενή;
-Προσωπικό το θέμα γιατρέ και ελπίζω όλα όσα πούμε να έχουν το επιθυμητό τέλος. Ήρθα αποφασισμένη να σας ζητήσω κάτι και το ίδιο αποφασισμένη να μη δεχθώ άρνηση.
Τον είδε να ξαφνιάζεται από το τόνο της , ανασηκώθηκε , έκανε μία κίνηση δυσαρέσκειας μα κάτι από το ύφος της Μαίρης τον πάγωσε.
-Θα τα πω γρήγορα, συνοπτικά γιατρέ γιατί επείγει η λύση σε ότι πούμε. Χθες συνάντησα τη Λενιώ..την..γνωστή μας Λενιώ, τη φίλη μου , την αδελφή μου καλύτερα, την παλιά μνηστή σας , εκείνη που έχασε το παιδί σας, εκείνη που σας άφησε ελεύθερο για τη δική σας ευτυχία. Η Λενιώ που σας αγάπησε όσο τίποτα, που περίμενε ενδόμυχα να παλέψετε γι’ αυτήν , τη Λενιώ που τόσα χρόνια ξεχάστηκε όπως ξέρω. Επιτρέψτε με να σας πω μία ιστορία και θέλω να με ακούσετε προσεκτικά.
Η Μαίρη κάθισε στη καρέκλα απέναντι του και απολαμβάνοντας την ένοχη λάμψη συνείδησης στα μάτια του άρχισε να εξιστορεί τη χθεσινή συνάντηση της με τη Λενιώ. Δεν πήρε ούτε ανάσα, δεν ήθελε να την διακόψει σε κάτι και όταν τελείωσε ανάμεσα τους βασίλεψε η σιωπή για λίγο.
-Εγώ τι μπορώ να κάνω σε ότι μου είπες Μαίρη; Πάντα θα θυμάμαι τη Λενιώ και ναι..έχεις δίκιο είναι ένα αγκάθι η σκέψη της στη ψυχή μου όταν ξυπνάει ο παλιός Νίκος μέσα μου, όμως δεν καταλαβαίνω τι μπορώ να κάνω, τι σχέση έχω εγώ εδώ.
-Είστε η μόνη λύση γιατρέ μου, τα σκέφτηκα όλα, ένα πιστοποιητικό γέννησης υπογεγραμμένο από εσάς και το πρόβλημα της Λενιώς βρίσκει λύση. Τόπος γέννησης οικία, χωριό, περιοχή αγροτική.
-Τρελάθηκες; Με τι θράσος μου ζητάς κάτι τέτοιο , ποια είσαι που τολμάς να μου ζητάς αυτό το..ποινικό αδίκημα. Μπορώ να εισηγηθώ μέχρι και την απόλυση σου και θα χάσεις τα πάντα ακόμα και τη σύνταξη σου.
Η Μαίρη αντί να φοβηθεί ένιωσε την οργή να την πλημμυρίζει και σαν το φίδι που του πάτησαν την ουρά του έδειξε τα δόντια της.
-Εννοείτε το..ποινικό αδίκημα που διαπράξατε πριν 2 χρόνια σε εκείνη τη μικρή που ξεγεννήσαμε και  δώσατε το μωρό στη κυρία του διπλανού δωματίου και υπογράψατε με άλλο όνομα μητρός το πιστοποιητικό; Η μήπως..αν θυμάμαι καλά πριν 6 μήνες το λάθος που κάνατε στην αγωγή και κόντεψε να πεθάνει η ασθενής αφού της αφαιρέσατε μήτρα αχρηστεύοντας την σαν γυναίκα. Δηλώσατε ρήξη μήτρας λόγω όγκου και βάλατε αποτέλεσμα βιοψίας άλλο..Να συνεχίσω γιατρέ ; Μήπως τα δεκάδες φακελάκια; Εγώ η ίδια σας παρέδωσα αρκετά. Αυτό εννοείτε όταν λέτε ότι σας ζήτησα ποινικό αδίκημα; Ποιος από τους δυο μας θα απολυθεί και ποιος θα γίνει ρεζίλι και διασυρμός στις εφημερίδες και στις τηλεοράσεις. Α! και μη σκεφτείτε να το πείτε σε συναδέλφους γιατί για  τους  περισσότερους έχω κάποιο ράμμα για τη γούνα τους.
-Με εκβιάζεις λοιπόν;
-Απλά σας υπενθυμίζω το πώς φθάσατε μέχρις εδώ αφού το τι κάνατε στη Λενιώ και τι της οφείλετε δεν σας έφθανε.
Σταμάτησε  ξεφυσώντας , έτρεμε από το θάρρος που βρήκε να πει όλα αυτά μα ήταν κάποιο βάρος που είχε από χρόνια μέσα της και τώρα δεν άντεχε να τον βλέπει να το παίζει αγνός. Για τη Λενιώ θα έκανε τα πάντα για να τη βοηθήσει να κυνηγήσει το όνειρο της. Το βάρος βάρυνε κι εκείνη και τις περισσότερες αδελφές που κατά καιρούς παίρνουν μέρος σε τέτοιες συγκαλύψεις. Δεν ήταν αθώα και άσπιλη η Μαίρη ,πάντα ένοιωθε το Πάσχα βλέποντας ταινίες του Θείου Δράματος σαν το Πόντιο Πιλάτο που έπλενε τα χέρια του από την ενοχή.
Είδε το πρόσωπο του Νίκου να μελανιάζει από οργή και πανικό, ήξερε ότι όλα ήταν αλήθεια και είχε καταλάβει  ότι η Μαίρη ήταν αποφασισμένη να διεκδικήσει την απόφαση του για βοήθεια εδώ και τώρα θυσιάζοντας πολλά..
-Άσε με να το σκεφτώ, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του.
-Λυπάμαι, δεν υπάρχει χρόνος άλλωστε είναι κάτι που το έχετε ξανακάνει και δεν θα χρειαστεί ούτε καν να δείτε τη Λενιώ. Εγώ θα τακτοποιήσω τα πάντα και θα υπογράψω σαν μάρτυρας στη γέννηση ως βοηθός σας. Κύριε Ευθυμιάδη περιμένω απάντηση δεν έχω χρόνο και σε λίγο πρέπει και οι δύο να κάνουμε τη δουλειά μας.
 Θέλω ένα πιστοποιητικό υπογεγραμμένο και θα πάω στο ληξιαρχείο να το δηλώσω εγώ η ίδια.  Το παιδί θήλυ γεννήθηκε στις 12 Μαΐου πριν λίγες εβδομάδες.  Όνομα πατρός άγνωστο , μητρός Λενιώ Παπαδάκη, δεν  ίσως ξέρετε ότι ο Ιερέας και η γυναίκα του υιοθέτησαν νομικά την Λενιώ και της άφησαν την λίγη περιουσία τους μαζί με το όνομα τους . Βλέπετε γιατρέ μου ευτυχώς υπάρχουν και τέτοιοι άνθρωποι σαν κι αυτούς που προστάτεψαν ένα κοριτσάκι κατατρεγμένο και σαν τη Λενιώ που ετοιμάζεται να δώσει σπιτικό σε ένα άλλο αντί να το πάει σε ίδρυμα.. Περιμένω γιατρέ…
Τον είδε να περνάει τα χέρια του πάνω από τα μαλλιά του και να σφίγγει μετά τις γροθιές του νευρικά. Μετά την κοίταξε με ..κακία σχεδόν μα και με απόφαση να ξεμπλέξει.
-Αύριο θα το έχεις όμως θα δηλώσουμε γέννηση εδώ, στο ιατρείο μου και θέλω υπεύθυνη δήλωση της ότι δεν ήθελε γέννα σε κλινική και θα βάλουμε ημερομηνία γέννας αυριανή , τι ρόλο παίζει η ημερομηνία …
Η Μαίρη σηκώθηκε, τα πόδια της έτρεμαν μα δεν ήθελε να φανεί η αγωνία που πέρασε. Τον ευχαρίστησε και πήγε προς τη πόρτα με στητή τη πλάτη, πριν κλείσει τη πόρτα πίσω της απλά τον κοίταξε και τα μάτια της ήταν ψυχρά και με χρώμα νίκης μέσα τους  . Μπήκε στο γραφείο προσωπικού και πήρε τηλέφωνο τη Λενιώ.
-Λενιώ μου άκουσε με καλά και μη μιλάς. Όλα πήγαν καλά, στείλε μου με τηλεγράφημα τα στοιχεία σου , θα υπογράψω εγώ την υπεύθυνη δήλωση, έχει ο γιατρός  δικό του αστυνομικό, το ξέρω. Διέδωσε στο χωριό ότι η μάνα του πήγε βραδιάτικα σε κλινική βαριά άρρωστη και θα κρατήσεις εσύ το μωρό μέχρι να γίνει καλά. Μετά από λίγο καιρό θα πεις ότι η ..ξαδέλφη σου πέθανε και ότι επειδή λείπει ο πατέρας και θα αναλάβεις εσύ το παιδί, έπειτα..βλέπουμε . 
Βέβαια θα βαπτίσω εγώ το μωρό και το μυστικό θα μείνει ανάμεσα σε σένα , σε μένα και στο..γιατρό, σου ορκίζομαι ότι ούτε ο άνδρας μου δεν θα μάθει κάτι..
Η Λενιώ έμεινε άφωνη πανικοβλήθηκε στιγμιαία, η φύση της δεν της πήγαινε σε τόσα ψέματα μα η λαχτάρα της για το παιδί της σφράγισε κάθε ενδοιασμό.
Σε μία εβδομάδα όλα είχαν τελειώσει, η Λενιώ κοιτούσε το πολύτιμο χαρτί  με δάκρυα στα μάτια και μετά το έβαλε στο εικόνισμα. Η Μαίρη συνέχισε τη δουλειά της και η στάση της απέναντι στο γιατρό Ευθυμιάδη σχεδόν αδιάφορη, όλα όσα έγιναν  μεταξύ τους ήταν λες και δεν έγιναν ποτέ.








Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

31 η συνέχεια


………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Τώρα στεκόταν χρόνια πολλά μετά από εκείνη τη μέρα στο δωμάτιο , στο σπίτι που πάλεψε να κάνει έτσι, στη ζωή που μόχθησε για να βάλει σε δρόμο ηρεμίας και ασφάλειας..
Όρθια με ένα μωρό στην αγκαλιά, ένα ξένο μωρό, ένα μωρό που κάποτε θα έδινε και τη τελευταία σταγόνα από το αίμα της για να είναι δικό της. Ήταν όμως ένα μωρό, ένα γλυκό μωρό που το πρωτοαντίκρισε πριν από όλους μάλλον  η μόνη που το κοίταξε και το χάιδεψε. Τι είναι σκέφτηκε αυτό που σε κάνει μάνα; Ο πόνος της γέννας; Το αίμα και η σάρκα που σε ενώνει; Το έσφιξε επάνω στο κόρφο της κλαίγοντας , πλησίασε το κρεβάτι που χθες ξεγέννησε τη μάνα του και βλέποντας το διπλωμένο χαρτί στο μαξιλάρι σχεδόν κατάλαβε τι θα έγραφε. Ακούμπησε ήρεμα το μωρό στο μαξιλάρι της μάνας..ας έπαιρνε τουλάχιστον κάτι από τη μυρωδιά του ιδρώτα της αφού δεν είχε την ίδια. Κάθισε δίπλα του και πήρε το χαρτί στα χέρια της. Ήταν μία σελίδα από το τέλος ενός βιβλίου, η τελευταία σελίδα..η λέξη τέλος υπήρχε επάνω του..Τα γράμματα όμορφα , ταραγμένα μα στρωτά έδειχναν ότι τα έγραψε με πλήρη συνείδηση και αποφασιστικότητα.
<<Κυρία Λενιώ δεν σας ζητώ να με συγχωρήσετε, ούτε να με δικαιολογήσετε , ξέρω απλά ότι θα κάνετε αυτό, που πρέπει γιατί σας ένοιωσα ότι πάντα αυτό κάντε στη ζωή σας. 
Το παιδί αυτό αρνήθηκα να το δεχθώ από τη στιγμή που έμαθα την ύπαρξη του, αρνήθηκα να το δω για να μη πάρω μαζί του την εικόνα του και τις ενοχές που θα μου μετέφερε. Δεν θέλω να βλέπω κάτι γύρω μου που θα μου το θυμίζει, δεν θέλω να πάρω καν τη μυρωδιά της σάρκας του. Έφυγα σχεδόν νύχτα σαν εγκληματίας, σαν  κλέφτης μα κι εμένα μου έκλεψαν τα πάντα, εγκλημάτησαν επάνω μου, δεν θέλω παρά να πάρω μαζί μου το μάθημα που μου έμαθαν και την απόφαση να ζήσω  για μένα πια..μόνο για μένα. Σας αφήνω το παιδί , δεν θα γυρίσω ποτέ, δεν θα σας ζητήσω το λόγο , δεν θα ξέρω ούτε το όνομα του.
 Για σας θα είμαι η Ελπίδα , μια κάποια ελπίδα χαμένη..εσείς θα βρείτε λύση για το μωρό είμαι σίγουρη ότι θα πράξετε το σωστό. Κρατείστε από μένα μόνο την ιστορία μου και θάψτε την μαζί με τη θύμηση μου. Απλά..ευχαριστώ.. ο Θεός ας είναι πάντα μαζί σας.>>
Η Λενιώ στάθηκε δακρυσμένη να κοιτάζει το σημείωμα, μετά από του παραθυριού το θολωμένο τζάμι έψαξε με το βλέμμα κάτι που να της έδειχνε ότι όλα ήταν ψέμα και η φιγούρα της Ελπίδας θα γύριζε πίσω. Ήξερε ότι αυτό δεν θα γινόταν , καταλάβαινε ότι αυτή τη μέρα άνοιγε μία νέα σελίδα στη ζωή της και ανατρίχιασε μέχρι την άκρη του κορμιού της γι’ αυτό που ήξερε ότι αποφάσισε.
 Πήγε στο μωρό που κουνούσε τα χείλη και τα δαχτυλάκια του, μία φωνούλα άρχισε να μισοβγαίνει δειλά. Χαμογέλασε  η Λενιώ..αυτό το μωρό δεν έκλαιγε καν όταν έπρεπε. Το πήρε προσεκτικά στα χέρια της, το πίεσε στο στήθος της να νοιώσει περισσότερο την ύπαρξη του, κοίταξε την εικόνα του Άγιου της και Του είπε:
 - Μάρτυς μου Άγιε μου , θα γίνω μάνα γι’ αυτό, θα κάνω όλα όσα θα έκανε μία μάνα… Μάρτυς μου Άγιε μου αποφάσισα να το κρατήσω , να το μεγαλώσω και να το προστατέψω από κάθε τι .
Έτσι γύρισε η σελίδα της ζωής της και οργανωτική όπως ήταν άρχισε πυρετωδώς να ψάχνει λύσεις για τη τακτοποίηση του. Την ημέρα εκείνη το φρόντισε, το τάισε, το κοίμισε και τη νύχτα ξαγρύπνησε να βρει λύσεις και νομικές δικλίδες να κάνει πράξη την απόφαση της. Αν πήγαινε στην αστυνομία το μωρό θα το έπαιρνε η Πρόνοια, να το υιοθετήσει δεν μπορούσε λόγω ηλικίας και οικογενειακής κατάστασης. Έπρεπε λοιπόν να βρει μία..παράνομη λύση μα αυτό ήθελε γνωριμίες και διασυνδέσεις. 
Σαν αστραπή σκέφτηκε το μόνον άνθρωπο που εμπιστευόταν , τη φίλη της την Μαίρη, θα της έλεγε τα πάντα χρειαζόταν κάποιο πρακτικό και ανεπηρέαστο μυαλό να βρει μαζί της λύσεις. Ήξερε ότι δούλευε ακόμα και ήταν πλέον προϊσταμένη σε κλινική ιδιωτική Μαιευτική όπως παλιά. Περίμενε με αγωνία να ξημερώσει και πρωί πρωί την πήρε στο τηλέφωνο.
Δεν άκουσε ούτε τη χαρά της που την άκουγε, της έκοψε τη φλυαρία με απότομο τρόπο μα ήξερε ότι η Μαίρη θα καταλάβαινε.
-Μαίρη μου σε χρειάζομαι, πρέπει να σε δω οπωσδήποτε , έχω να σου πω πράγματα που δε λέγονται από το τηλέφωνο μα δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να έρθω εγώ κοντά σου. Μαίρη σου ζητάω πολλά μα σε παρακαλώ..έλα αυτό το ΣΚ στο χωριό, σε χρειάζομαι ..
Η Μαίρη δεν ρώτησε καν πως και γιατί απλά σιώπησε για λίγα δευτερόλεπτα και της είπε απλά μα δυναμικά όπως πάντα:
-Θα έρθω, τα παιδιά μου είναι μεγάλα πια, θα χαρούν που θα μείνουν μόνα και ο άνδρας μου θα δει σπορ με τους φίλους του στο σαλόνι με ανακούφιση που δεν θα του γκρινιάζω για τα τσιγάρα. Θα έρθω Λενιώ μου, Σάββατο πρωί με το πρώτο θα είμαι εκεί. Πες μου απλά αν θες χρήματα.
- Όχι καλή μου, δεν υπάρχει τέτοιο θέμα, εσένα χρειάζομαι και το..μυαλό σου δίπλα μου.
Μέχρι το Σάββατο της φάνηκε αιώνας και μόνο η φροντίδα του μωρού την κράτησε σε χαρούμενη διάθεση ώστε να διαχειριστεί όλα όσα οι σκέψεις και η λογική της έβαζαν εμπόδια στα σχέδια της. Όταν μία γειτόνισσα ήρθε για κάποιο πρόβλημα της ανήσυχη που δεν είχε φανεί στο χωριό δικαιολόγησε την απουσία της ότι φιλοξενούσε μία ξαδέλφη της με το μωρό της. Την κράτησε έξω από το σπίτι στο τραπεζάκι της αυλής και τη τράταρε γλυκό και καφέ όσο πιο γρήγορα μπορούσε και με χαμόγελο για να μη κινήσει τη περιέργεια της. Η Λενιώ που ήξερε μέχρι τώρα είχε χαθεί, το ψέμα ανάβλυζε σαν το νερό από το στόμα της με προσοχή στις πληροφορίες που μετέδιδε.
-Σε κρατώ έξω κυρία Μάρω γιατί η ξαδέλφη μου είναι άρρωστη από τη γέννα που έκανε και ήρθε σε μένα να τη φροντίσω αφού ο άνδρας της είναι ναυτικός. Φοβάμαι μη κολλήσει κάτι από τις επισκέψεις έτσι ευαίσθητη  που είναι  Το μωρό το φροντίζω εγώ μέχρι να δούμε τι θα γίνει. Λέω να πω μια φίλη μου να τη πάει σε ειδική κλινική για ανάρρωση, θα δούμε.
-Πάντα καλή και πονετική κυρά Λενιώ μου κι εγώ ήρθα να δεις κανένα φάρμακο από αυτά που κάνεις για κάτι που έβγαλα στο δέρμα μου, να ..εδώ στο χέρι.
Σαν αστραπή μπήκε και βγήκε η Λενιώ και της έφερε το βαζάκι με το φάρμακο που έκανε θαύματα σε τέτοιες περιπτώσεις.
-Πάρτο κυρά Μαριώ και δεν θέλω λεφτά, σου χρωστώ χάρη για τα φρέσκα αυγά που μου στέλνεις με τον εγγονό σου.
Χάρηκε η γειτόνισσα, το πήρε , ευχαρίστησε με υποσχέσεις για περισσότερα αυγουλάκια και χαιρετώντας την πήρε το δρόμο για το χωριό ενώ η Λενιώ ανάσανε και κοκκίνισε με την ησυχία της για όσα ψέματα είπε.
Το Σάββατο ήρθε και μη μπορώντας να πάει στη στάση του λεωφορείου υποδέχθηκε τη Μαίρη αγκαλιάζοντας την σφιχτά με λαχτάρα στη πόρτα της αυλής της. Ξέσπασε σε κλάματα, ότι είχε μαζεμένο μέσα της ξεχείλισε σαν το νερό της βρύσης στον ώμο της. Μετά εκεί, στο πέτρινο παγκάκι του κήπου της διηγήθηκε όλη την ιστορία..
-Μωρό..μωρό..τρελάθηκες φιληνάδα; Ξέρεις τι θέλει ένα μωρό; Ρώτα κι εμένα που τα έκανα με χίλια ζόρια κοτζάμ γαϊδούρια και ευχαριστώ δεν ακούω. Μωρό;..μωρό;
Μιλήσανε πολύ,  είπανε τα πάντα, άνοιξε τη καρδιά της η Λενιώ , είπε όσα ήθελε να πει και η Μαίρη μα στο τέλος την αγκάλιασε και της είπε τρυφερά:
-Σου αρνήθηκα ποτέ κάτι φίλη μου, αδελφή μου καλύτερα. Αν εσύ λες ότι ξέρεις τι κάνεις εγώ θα σταθώ δίπλα σου, τώρα πάμε να δω το ..μικρό μπελά που μας άναψε φωτιές!
Όταν μπήκε στο μικρό δωμάτιο που είχε σαν δικό της η Λενιώ και αντίκρισε το μωρουδάκι η Μαίρη λύγισε όπως λυγίζει κάθε γυναίκα στη θεά ενός τέτοιου πλάσματος. Το πήρε στην αγκαλιά της και το κούνησε ελαφρά με τη πείρα που της έδινε τόσα χρόνια δουλειάς. 
Το κοίταζε και το μυαλό της έτρεχε σαν βολίδα σε πιθανές λύσεις. Τέτοια ήταν  πάντα η Μαίρη , δυναμική, απρόβλεπτη, χωρίς πολλές αναστολές όταν έπαιρνε κάποια απόφαση. Είχε πετύχεις τη ζωή της σχεδόν όλα λογικά όσα ήθελε. Ένα ήρεμο γάμο με ένα σύζυγο που τον έπαιζε στα δάχτυλα του χεριού της, τα δύο παιδιά της , μία καλή άνοδο σταδιακά στη δουλειά της. Ήξερε τα πάντα μέσα στη κλινική, το δεξί χέρι των γιατρών , φρόντιζε τις δουλειές τους , τα ραντεβού, τα …φακελάκια τους και άπειρες φορές κάλυπτε τα λάθη τους. Έτσι έγινε κομμάτι δικό τους, απαραίτητη γι’ αυτούς σε πολλά, σχεδόν τους φόβιζε μήπως σε κάτι δυσαρεστηθεί και ανοίξει το στόμα της.
 Αυτό σκέφτηκε η Μαίρη και ήδη σε λίγα λεπτά χωρίς να πει κουβέντα είχε κι όλας βάλει τα επόμενα βήματα σε καλό δρόμο.
-Λενιώ μου δώσε μου λίγες μέρες καιρό μόλις γυρίσω , μη με ρωτήσεις, άσε σε μένα τα πάντα και έχε μου εμπιστοσύνη σε όλα..
Την αγκάλιασε και μετά της είπε με χαμόγελο:
-Αντε τεμπέλα, φτιάξε πρωινό, άσε το μπελαλίδικο να κοιμάται και έλα να πούμε τα δικά μας όπως παλιά, θυμάσαι; Αλήθεια θέλεις νέα από τον..δικό σου; Έγινε ένα χοντρός γιατρός λεφτάς, έκανε τρία παιδιά που του τα τρώνε και μία γυναίκα που της τα ..περνάει και την έχει κάνει τάρανδο όπως λένε οι νοσοκόμες.
Η Λενιώ κοκκίνισε, τόσα χρόνια μετά έρχονταν στιγμές που η σκέψη του έμπαινε με πόνο στο μυαλό της και έκανε τα μάτια της να δακρύζουν και τη ψυχή της να γεμίζει παράπονο. Συνέχισε να την ακούει να φλυαρεί σαν τη γαλιάντρα δίπλα της, η Μαίρη..σε τίποτε δεν άλλαξε λες και τα χρόνια δεν πέρασαν από επάνω της. Απλά φαινόταν ακόμα πιο σίγουρη στον εαυτό της και η πείρα της ζωής την είχε σφραγίσει με τον αέρα της υπεροχής. Χαιρόταν γι’ αυτήν , την αγαπούσε, ήταν τελικά ο μόνος άνθρωπος που είχε.
Αποχαιρετιστήκαν το απόγευμα αργά , την φίλησε και ήξερε ότι το πρόβλημα της θα είχε καλό διαχειριστή. Αυτό της έδωσε γαλήνη, μπήκε στο σπίτι και πήρε στην αγκαλιά της το μωρό, το χάιδεψε  απαλά στο προσωπάκι με την άκρη των δακτύλων της και άρχισε να του μιλάει για χίλια δυο πράγματα λες και την καταλάβαινε. Τέλος όταν το πήρε ο ύπνος το σήκωσε απαλά και το έβαλε στο κρεβατάκι του , το σκέπασε και..
-Χαρά..θα σε ονομάσω Χαρά..γιατί μωρό μου έγινες η χαρά μου!








Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

30η συνέχεια

Έτσι γύρισε λοιπόν στην καθημερινότητα της δουλειάς της, έπεσε όπως λένε με τα μούτρα σ’ αυτήν προσπαθώντας να βάλει άλλους ορίζοντες στη ζωή της. Η Μαίρη τελικά βλέποντας ότι η παρουσία της στο σπίτι έκανε καλό και στις δύο της πρότεινε να συγκατοικήσουν και έτσι η Λενιώ κοντά της απέφυγε τη μοναξιά και τις σκέψεις..Η Μαίρη ποτέ δεν της μίλησε περιέργως ξανά για τον Νίκο , δεν την ρώτησε ποτέ γιατί και πως κάθε φορά που την έβλεπε μελαγχολική. Αντίθετα ο χαρωπός και σκανδαλιάρικος χαρακτήρας της όρθωσε και στήριξε με το δικό του τρόπο τις μέρες της απελπισίας της. Τα βράδια όποτε συμπίπτανε τα ωράρια και έμεναν σπίτι το μόνο που έκαναν ήταν να ξεκουραστούν και να κάνουν γελώντας μία μικρή αναδρομή σε γεγονότα αστεία της εβδομάδας τους. Μοιραζόντουσαν τα έξοδα και τις δουλειές και σε λίγο κατάλαβαν ότι η συγκατοίκηση τους ήταν δώρο Θεού γι’ αυτές.
Έτσι πέρασαν 2 χρόνια και ήρθε κάτι που..άλλαξε τα πράγματα. Η Μαίρη σχετιζόταν με ένα συνάδελφο της κοντά 4 χρόνια, καλό παιδί ο Στάθης , με κοινά προβλήματα και ενδιαφέροντα γρήγορα τους οδήγησε στην απόφαση να παντρευτούν. Η Μαίρη το ανακοίνωσε διστακτικά και με κάποια ενοχή στη Λενιώ ξέροντας ότι αυτό θα άλλαζε τη ζωή τους. Η Λενιώ την αγκάλιασε σφίγγοντας την με δύναμη επάνω της.
-Γλυκιά μου να είστε ευτυχισμένοι, το αξίζετε και οι δύο. Χαμογέλα και κάνε το βήμα γρήγορα χωρίς να σκέπτεσαι τίποτε άλλο.
-Λενιώ μου υπάρχει και κάτι άλλο, παίρνουμε και οι δύο μετάθεση σε νοσοκομείο ώστε να ήμαστε μαζί και κοντά σε μέρος που θέλουμε να ζήσουμε. Θέλω να έχω τους γονείς μου κοντά μας ώστε..αν έρθει ένα παιδί..να υπάρχει κάποιος να βοηθήσει.
-Να κάνεις ότι σου λέει η καρδιά και το μυαλό σου Μαίρη μου, σου οφείλω πολλά και εύχομαι ο Θεός να σου τα ανταποδώσει όπως τα θέλεις.
Εκείνο το βράδυ στο μυαλό της Λενιώς καρφώθηκε μία ιδέα που όταν της ερχόταν παλιά την..προσπερνούσε. Να φύγει, να εγκαταλείψει τη πόλη και να γυρίσει στο… χωριό της..στις ρίζες της. Τόσο καιρό με την κλειστή ζωή που ζούσε είχε καταφέρει να μαζέψει κάποια χρήματα. Είχε στην άκρη και ότι της άφησαν οι καλοί ανάδοχοι γονείς της. Το σπίτι στη Κρήτη το είχε κλειστό, δεν ξαναπήγε ποτέ στη Κρήτη μετά το χαμό τους. Μάθαινε από το δικηγόρο και τη γειτόνισσα που το περιποιόταν ότι εκεί φιλοξενούσαν όποιον είχε ανάγκη και το τελευταίο καιρό έμενε ο ιερέας που ήρθε στο χωριό για την εκκλησία. Την ρώτησαν αν ήθελε ενοίκιο και απάντησε στο δικηγόρο ότι θα ήθελε ο νέος ιερέας να κάνει ότι ήταν πρέπον για τους φτωχούς του χωριού στο όνομα του Παπά Μανώλη και της κυρίας Ιουλίας.
Έτσι η ιδέα της φυγής καρφώθηκε σαν ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή της και ο γάμος της Μαίρης 4 μήνες μετά της έδωσε τη δικαιολογία που ήθελε. Πολλές φορές τα πάντα συνωμοτούν στη ζωή για κάτι, όλα θαρρείς με τη σειρά την οδηγούσαν εκεί που έπρεπε..που ήθελε η ίδια η μοίρα να την πάει. Άρχισε δηλώνοντας παραίτηση, σαν βόμβα έπεσε αυτό στις φίλες και στους γιατρούς που προσπάθησαν να την μεταπείσουν μάταια όμως. Μαζεύοντας τα πράγματα της ανακάλυψε ότι η …ζωή της όλη χωρούσε σε 3 μεγάλες βαλίτσες που η μία ήταν τα βιβλία της. Όλα τα άλλα τα μοίρασε , πούλησε μερικά που μπορούσε και περίμενε να τελειώσει η περίοδος που έπρεπε να είναι ακόμη στη δουλειά της σχεδιάζοντας με αγωνία ποια θα ήταν η νέα της ζωή. Τότε ήρθε και το τελευταίο σπρώξιμο της μοίρας λες και της έδειχνε σε ολοκάθαρο νερό την εικόνα της σωστής απόφασης της.
Ήταν μία Δευτέρα της τελευταίας εβδομάδος που θα δούλευε , είχε μπει στο γραφείο των γιατρών να φέρει κάτι φακέλους όταν τους είδε να γελούν και να εύχονται συγχαρητήρια σε ένα συνάδελφο με άσπρη ποδιά που είχε γυρισμένη τη πλάτη του σ’ αυτήν. Θα γνώριζε τη φιγούρα του ανάμεσα σε χιλιάδες, η καρδιά της σπάραξε, αναπήδησε έτοιμη να χυθεί έξω σαν το αίμα από βαθιά πληγή.
-Νίκο μου χαίρομαι, να ζήσετε ευτυχισμένοι και γρήγορα και μπαμπάς, χαίρομαι περισσότερο που θα σε έχουμε μαζί μας πλέον.
Η φωνή του διευθυντή της ακούστηκε όλο χαρά καθώς με το χέρι του τον αγκάλιαζε από τον ώμο.
Οπισθοχώρησε σιωπηλά και αθόρυβα κλείνοντας πίσω της τη πόρτα, ένοιωθε ζαλάδα, έκανε λίγα βήματα και έδωσε τους φακέλους σε μία συνάδελφο. Της χαμογέλασε βεβιασμένα και την παρεκάλεσε να τους πάει μέσα γιατί θυμήθηκε κάτι που άφησε στη μέση…
Χώθηκε στο γραφείο των νοσοκόμων και έψαξε την προϊσταμένη που την ήξερε από τότε που διορίστηκε εδώ. Εκείνη σηκώνοντας τα μάτια της κατάλαβε από τη πρώτη στιγμή ότι κάτι είχε.
-Λενιώ συμβαίνει κάτι; Έγινε κάτι σοβαρό ;
Η Λενιώ την κοίταξε και αυθόρμητα της εξήγησε απλά..την αλήθεια… την αλήθεια που ήθελε  να βγάλει από μέσα της. Η προϊσταμένη ήξερε την ιστορία της από τότε..από τότε που έχασε το παιδί.
-Σας  παρακαλώ, χρειάζεται να μη συναντηθώ μαζί του, είμαι έτοιμη να φύγω, γυρίζω σελίδα μπροστά και μαζί της γυρίζω πλάτη στις παλιές.
Τόσα χρόνια δεν είχε κλάψει κι εκείνη τη στιγμή θαρρείς ξεχείλισε ένα ποτάμια από αυτά σε μία γυναίκα που έβλεπε πάντα με σεβασμό και επαγγελματικά. Η προϊσταμένη σηκώθηκε και την  αγκάλιασε, έτσι απλά, χωρίς λόγια, χωρίς ερωτήσεις. Την ήξερε αυτά τα λίγα χρόνια μπορεί η αυστηρότητα να ήταν ανάγκη της θέσης της για να κρατά τα «γκέμια» στη δουλειά της όμως όλες οι νοσοκόμες εδώ ήταν κάτι σα..παιδιά της , η οικογένεια που δεν έκανε.
-Μη κλαις. Δεν αξίζει, δεν σου αρμόζει. Όρθιο το κεφάλι, χαμογέλα και..φύγε..σου δίνω άδεια αναρρωτική για την υπόλοιπη εβδομάδα μέχρι που φεύγεις λόγω.. που ..κόπηκες στο χέρι και σου κάναμε ράμματα. Μη σκέπτεσαι τίποτε κορίτσι μου, είσαι καλό παιδί, είσαι χρήσιμος άνθρωπος, ο Θεός σου έχει κάπου προορισμό. Φύγε χωρίς να χαιρετήσεις κανένα..όλοι θα καταλάβουν ..και εγώ θα εξηγήσω και στους γιατρούς. Εγώ θα αναλάβω και κάθε τι που έχεις σχέση με το λογιστήριο και όσα έχεις να παίρνεις, θα φροντίσω να μπουν στο λογαριασμό σου . Φύγε, καλό ταξίδι κορίτσι μου, καλό ξεκίνημα, γύρνα σελίδα χωρίς να κοιτάξεις πίσω σου , κράτησε τα καλά και πέτα τα …άχρηστα!
Έφυγε σαν κυνηγημένη ρίχνοντας απλά μία ματιά στο κτίριο που ήταν κάτι σαν σπίτι της τόσα χρόνια. Αυτή τη στιγμή της έλειπε η Μαίρη , θα ήθελε τόσο να χωθεί στην αγκαλιά της και να ακούσει χαμογελώντας τον οργισμένο..εξάψαλμο της για ότι την έκαμνε να κλαίει. Στάθηκε σε ένα παγκάκι του κήπου και την πήρε στο κινητό.
-Λενιώ μου τι κάνεις;… ασταμάτητη,  αυθόρμητη , σαν το νερό που κυλάει η φωνή της . Της  διηγήθηκε ένα σωρό πηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο..Η γλυκιά αγαπημένη Μαίρη..πόσο της έλειπε..
-Πήρα Μαίρη μου να σου πω ότι φεύγω..πάω στο..άγνωστο ..πετώ πίσω μου ότι με πλήγωσε και κρατώ μαζί μου ότι αγάπησα. Ευχαριστώ για όσα μου έδωσες και..μου λείπεις ,να ήξερες πόσο μου λείπεις και πόσο θα μου λείψεις στο μέλλον.
- Που πας; Μίλα μου..θέλεις να έρθω; Παίρνω το λεωφορείο και έρχομαι αν θες. Μίλα μου, εσύ κάτι έχεις, σε νοιώθω , το ξέρω. Αχ! Τι μου κάνεις..έγκυος γυναίκα θα με πεθάνεις, ξέρεις πόσο περίεργη είμαι.
-Έχεις το τηλέφωνο μου, έχω το δικό σου, μη με ρωτάς που πάω, είμαι καλά..Ξεκινώ για κάτι νέο, χρειάζομαι κάτι νέο. Μη με ρωτάς άλλο απλά δέξου αυτό που σου λέω και που είχα ανάγκη να σου πω. Θα είσαι πάντα η μόνη φίλη που είχα και έχω, κάτι σαν αδελφή. Θα σε πάρω εγώ τηλέφωνο όταν μπω στο δρόμο που θέλω και ίσως κάποτε συναντηθούμε ξανά και τα πούμε, όπως τότε, όπως παλιά.
Έκλεισε το τηλέφωνο γατί άκουσε το κλάμα της φίλης της που έσμιξε με το δικό της. Της είπε την αλήθεια, έπαιρνε μαζί της ότι αγαπούσε από τους ανθρώπους της , από τους «συγγενείς της». Τη μνήμη των ανάδοχων γονιών της και τη δική της φιλία .
Δύο μέρες μετά ανέβαινε στο λεωφορείο που θα την πήγαινε στο μικρό ορεινό χωριό των παιδικών της χρόνων. Επέστρεφε σε μέρες που την πλήγωσαν , την σημάδεψαν όμως χρειαζόταν να γυρίσει εκεί γιατί μόνον εκεί θα αντιμετώπιζε από την αρχή τις πρώτες πληγές της. Για να κάνεις μια νέα αρχή οφείλεις να κλείσεις παλιές υποθέσεις και να συμβιβάσεις μαζί τους τα …ασυμβίβαστα. Παραδόξως δεν ένοιωθε πλέον πίκρα, αισθανόταν δυνατή έτοιμη να παλέψει με τα θεριά και τα φαντάσματα. Έκλεισε τα μάτια και άρχισε να ονειρεύεται τα όσα ήθελε να αρχίσει εκεί , να πετύχει, να δοκιμαστεί και να κυριαρχήσει.
Άλλαξε δύο λεωφορεία για να φθάσει στο μικρό χωριό και όταν  κατέβηκε της φάνηκε ακόμα πιο μικρό από ότι το θυμόταν. Είδε τις ερευνητικές ματιές όσων την περιεργαζόντουσαν να κατεβαίνει σέρνοντας τις τρεις βαλίτσες της. Στάθηκε στη μέση της μικρής πλατείας με συγκίνηση, μέσα της έκανε τη διαδρομή της μικρής μπάσταρδης όπως την αποκαλούσαν οι περισσότεροι με τις κοτσίδες και το μπαλωμένο φόρεμα που πήγαινε από εκεί για το σχολείο και την εκκλησία. Προσπάθησε να προσανατολισθεί, και πήρε το δρόμο που αχνά της θύμιζε κάτι από παλιά. Τότε την πλησίασε ένα ηλικιωμένος, την χαιρέτησε με ένα κούνημα του κεφαλιού και την ρώτησε:
-Πούθε παγαίνεις κοπελιά; Νέα φαίνεσαι στο χωριό, ποιανού κοπέλα είσαι ή ήρθες για μελέτη το  δάσος μας  όπως έρχονται όποτε το θυμούνται.
Τι να του πει..σκέφτηκε..ποιανού παιδί να δηλώσει. Η μάνα της δεν ήταν σε εκτίμηση  κι εκείνη δεν χρειαζόταν βάρη άλλων στους ώμους της. Το ψέμα βγήκε άσχημη αρχή από το στόμα της και σαν τον Πέτρο αρνήθηκε τη ρίζα που την γέννησε.
-Ήρθα για το σπιτάκι των υλοτόμων στο βουνό, το… αγόρασα από κάποια κυρία Δήμητρα που το πούλησε. Ήρθα για να μείνω , είμαι μαία, νοσοκόμα και ήρθα για να βοηθήσω και να στεριώσω μακριά από τη πόλη και τις έννοιες της..
-Νοσοκόμα; Γιάτρισσα λοιπόν; Οουα..κορίτσι μου ουρά ο κόσμος έχει ανάγκη εδώ μα ..παρά δεν έχουμε να δώσουμε..
Η Λενιώ χαμογέλασε ευτυχισμένη που δεν σκάλισε το ψέμα της και μετά του είπε ότι τα χρήματα δεν είχαν τόση σημασία, θα ήθελε να βοηθήσει αν μπορούσε μα έπρεπε πρώτα να βρει το σπίτι και το δρόμο.
Ο γέρος σφύριξε σε ένα παιδί βάζοντας τα δύο δάχτυλα του στο στόμα κάτω από το πλούσιο μουστάκι του.
-Ε!έι..Σταυρή..πάνε τη κοπελιά στο σπίτι των υλοτόμων, ξέρεις εκείνη τη καλύβα της παστρικιάς της Δήμητρας που ξεκουμπίστηκε πριν χρόνια..που να ξέρεις όμως εσύ, μωρούλι ήσουν… Αϊ κοπελιά ακολούθα το μικρό και δώσε του τη μια βαλίτσα να κουβαλά, είναι ανδράκι αυτό.
Πήγε να διαμαρτυρηθεί η Λενιώ  μα ο μικρός ένα 11χρονο περίπου αγόρι άρπαξε επιδεικτικά τη μια βαλίτσα και  άρχισε να ανεβαίνει την χωμάτινη ανηφόρα. Στάθηκε μια στιγμή την κοίταξε με μάτια γεμάτα αγορίστικη υπερηφάνεια πρόωρου ανδρισμού και της έκανε νεύμα με το χέρι να τον ακολουθήσει.
Η Λενιώ προσπάθησε να τον φθάσει, μέσα της ξύπνησε το κοριτσάκι που έτρεχε αυτό το δρόμο κρυφά από τη μάνα της για να κάνει θελήματα στις γυναίκες του χωριού. Το δάσος άρχιζε αμέσως μετά το τελευταίο σπίτι και λίγο μετά αντίκρισε με συγκίνηση το παλιό πέτρινο σπιτάκι τόσο μικρό και παλιό που στιγμιαία ένοιωσε μία απογοήτευση και φόβο για την απόφαση που πήρε.
-Τι θα κάνεις εδώ θεία μόνη σου; Της είπε το αγοράκι..
Η Λενιώ άφησε τις βαλίτσες από το χέρι της και στάθηκε να περιεργαστεί το κήπο που ήταν σαν ένας αγρός εγκαταλελειμμένος. Μετά έβαλε στο χέρι του μικρού ένα χαρτονόμισμα και το ευχαρίστησε χαϊδεύοντας του τα μαλλιά..Εκείνο τέντωσε το πολύτιμο χαρτί στον ήλιο και το τίναξε χαρούμενος κανόνας μικρά πηδήματα στον αέρα...
-Είσαι πλούσια θεία; Είναι δικό μου αυτό; Θα το πάρω..μα θα με μαλώσει η μάνα μου αν το μάθει..
-Θα της πεις ότι μου έκανες δουλειά , την αλήθεια δηλαδή, θα πλήρωνα να μου κουβαλήσουν τη βαλίτσα γιατί ήμουν κουρασμένη. Όχι μικρέ ..δεν είμαι πλούσια, απλά κάποτε μου έδιναν κι εμένα κάτι για να βοηθήσω όπως εσύ κάποια.
Ο μικρός πήρε χαρούμενος το δρόμο για το χωριό και πριν εξαφανιστεί της φώναξε:
-Πως σε φωνάζουν θεία; Ποια να πω μου τα έδωσε;
-Η κυρία Λενιώ θα πεις αγόρι μου η νοσοκόμα.
-Θα έρχομαι να σε βλέπω αν θες κάτι της απάντησε , δεν θέλω λεφτά άλλα είναι πολλά αυτά που μου έδωσες. Η μάνα σίγουρα θα μου τα αγοράσει φανέλες , συμπλήρωσε γελώντας. Εμένα με λένε Σταυρή.
Τον ακολούθησε η ματιά της μέχρι που εξαφανίστηκε στην άκρη της στροφής, μετά πήρε μία ανάσα και προχώρησε στο μικρό κατεστραμμένο πλακόστρωτο ανάμεσα από τα τεράστια χόρτα  που το πλαισίωναν. Έφθασε μπροστά στη πόρτα , την ακούμπησε με την άκρη των δαχτύλων της και είδε ότι δεν ήταν καν κλειδωμένη, τι να κλέψει κανείς από το..τίποτα. Μπήκε μέσα, κάτι από παλιό παιδικό παραμύθι, αράχνες και σπασμένα αντικείμενα, τα πατζούρια όπως τα θυμόταν, τα δύο δωμάτια, το μικρό σαλόνι στη μέση και η πόρτα που οδηγούσε στη κουζίνα που έβγαζε στην αυλή. Ένα ποντίκι ξαφνιάστηκε που την αντίκρισε και την έκανε ακόμα μια φορά να αισθανθεί παρείσακτη όπως ήταν πάντα εδώ μέσα. Να εκεί στεκόταν η μάνα της, σαν να την έβλεπε να την κοιτάζει με εκείνα τα πανέμορφα μα άχρωμα από αισθήματα μάτια της. Η πόρτα του δωματίου της σχεδόν πάντα κλειστή να μη την δει ο εκάστοτε σύντροφος της και θυμώσει. Δίπλα από το άλλο δωμάτιο λες και ακούστηκαν φωνές των αγοριών, το κλάμα του μωρού. Εκεί στην αρχή κοιμόταν εκείνη πάνω σε ένα ξύλινο ντιβάνι, μετά της είπε η μάνα να κοιμάται στο σαλόνι και να σηκώνεται νωρίς να μη την βλέπει κανείς. Άνοιξε το δωμάτιο της μάνας της… το μεταλλικό κρεβάτι ακόμη υπήρχε..εκεί την βοήθησε να ξεγεννήσει το Θοδωρή σκέφτηκε και το στόμα της γέμισε σάλιο πικρό για τον αδελφό που αγάπησε και την απαρνήθηκε χωρίς τύψεις.
Κόντευε απόγευμα, η λογική της έδωσε θαρρείς ένα χαστούκι για να τη συνεφέρει. Μέσα της ξύπνησε η Λενιώ που τόσα χρόνια φρόντιζε τόσο κόσμο..ναι..τώρα έπρεπε, όφειλε να φροντίσει τον εαυτό της. Θα νύχτωνε, κάπου έπρεπε να κοιμηθεί, ένα καθαρό μέρος να ξεκουραστεί για το αύριο που την περίμενε.
Ακούμπησε το ελαφρύ ζακετάκι της στις βαλίτσες της , ήταν Μάης όμως εδώ στα ορεινά τα βράδια έκαμνα ψύχρα , έπρεπε να κάνει γρήγορα λοιπόν. Πήγε στη κουζίνα και με ανακούφιση είδε ότι ακόμη υπήρχε η ..πανάρχαια σκούπα ακουμπισμένη στο τοίχο. Δίπλα ο τενεκεδένιος κουβάς και ένα λειωμένο πια σφουγγαρόπανο φαγωμένο από τα ποντίκια. Δοκίμασε τη βρύση και με ανακούφιση είδε ότι έτρεχε νερό, στην αρχή με βουητό σκούρο σαν σκουριά μα μετά καθάρισε στα χέρια της  δίνονταν της θάρρος να συνεχίσει. Η σούπα γύρισε στα ..χέρια της όπως παλιά και άρχισε να σκουπίζει ενώ από μέσα της βγήκε ένας ήχος που θύμιζε παιδικό τραγούδι. Η συγκίνηση είχε πάρει τη θέση που της έπρεπε..παρελθόν και το μικρό της σιγοτραγούδισμα την απόφαση της να κάνει τα..αδύνατα δυνατά.
Ήρθε για να μείνει σκέφτηκε με ότι της επιφυλασσόταν να αντιμετωπίσει για να το καταφέρει, ήρθε σαν από κάλεσμα  που θα την οδηγούσε σε ότι της όριζε ο Θεός, η μοίρα, το άγνωστο μέλλον της.  








Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

29η συνέχεια


Μετά από μια καταστροφή θαρρείς όλα κυλούν γρήγορα, ίσως γιατί ο χρόνος παύει να έχει τη πραγματική του αξία και ο πόνος σε κάνει να είσαι απλός θεατής . Λαβωμένος κοιτάς απλά γύρω σου αυτά που πέφτουν και αναρωτιέσαι από πού ξεκίνησε για σένα τέτοιο κακό,  λες και μία πέτρα που κύλησε πήρε μαζί της και άλλες πολλές.
 Η Λενιώ πήγε στη Κρήτη και κήδευσε τους «γονείς » της μαζί με ένα ολόκληρο χωριό από ανθρώπους που κλαίγανε και θρηνούσαν δύο καλούς ανθρώπους του Θεού. Θα ήθελε να είναι δίπλα της ο Νίκος μα ήταν μόνη και στο βάθος ένοιωσε, διαπίστωσε ότι μερικές φορές η μοναξιά και ο πόνος πάνε αδελφωμένα μαζί και σπάνια μοιράζονται. Έμεινε 3 μέρες στο σπιτάκι  τους , ξάγρυπνη , θρηνώντας, τριγύρισε σε κάθε γωνιά του λες και θα τους έβλεπε να ξεπροβάλλουν. Με ενοχές για τη δική της απουσία από δίπλα τους  θέλησε να αισθανθεί σαν ανάγκη συγχώρεσης τη παρουσία τους στο ησυχαστήριο τους. Εκείνο που δεν μπορούσε ίσως να συγχωρέσει στον εαυτό της ήταν ότι αυτό το ταξίδι έγινε για εκείνη… για να την δουν..να ζήσουν μαζί της ότι είχαν διαισθανθεί ότι την απασχολούσε. Θα το κουβαλούσε μέσα της για χρόνια  κάθε φορά που κάτι θα της θύμιζε το πέρασμα τους από τη ζωή της. 
Λίγο πριν φύγει πήρε από αυτούς ακόμη ένα δώρο, μια προσφορά αγάπης σε κείνη που διάλεξαν να πάρει τη θέση του παιδιού τους. Την επισκέφτηκε ένας συμβολαιογράφος και της παρέδωσε τη τελευταία επιθυμία αυτών των καλών ανθρώπων μαζί με μία επιστολή. Του ζήτησε συγνώμη και μπήκε στο δωμάτιο τους να τη διαβάσει. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς άνοιγε το σφραγισμένο φάκελο, το χαρτί ..τα γράμματα θολωμένα μπροστά της από τα δάκρυα.
Ήταν λες και τον έβλεπε το παππά Μανώλη μπροστά της όπως τον πρωτογνώρισε ..να την κοιτάζει με εκείνο το σοβαρό και συγχρόνως τόσο γλυκό χαμόγελο. Εκείνη ..μικρή, με το μπαλωμένο φόρεμα ,τα μαζεμένα με κορδέλα μαλλιά, τα τρύπια παπούτσια, τα χεράκια πάντα παγωμένα, αδρά από τις δουλειές και το βλέμμα απελπισμένο για το μέλλον…
« Αγαπημένο μας παιδί όταν θα έρθει στα χέρια σου η παρούσα επιστολή σημαίνει ότι εμείς θα είμαστε ευτυχισμένοι στα χέρια του Κυρίου μας. Ήσουν για μας ένα φως ξαφνικό, μία μικρή αχτίδα στην αρχή που μπήκε στο κόσμο της απομόνωσης μας και έγινε δυνατή και φώτισε τη ζωή μας. Έγινες μία δεύτερη ευκαιρία να γίνουμε γονείς Λενιώ μας . . Σ’ ευχαριστούμε που ήσουν αυτό που περιμέναμε από εσένα, μία καλή κόρη, ένας σωστός  άνθρωπος.
Σου αφήνουμε την ευχή μας, την αγάπη και τη προσευχή μας μαζί με κάποια υλικά αγαθά που ελπίζουμε να σε βοηθήσουν στη ζωή σου. Το σπιτάκι μας στο χωριό, το περιβολάκι μας,  κάποιες οικονομίες ζωής και τα λιγοστά πράγματα του σπιτιού μας. Να είσαι ευλογημένη με ότι κάνεις στη ζωή σου, να γίνεις χρήσιμη και ανιδιοτελής, να προσφέρεις ότι μπορούν οι δυνάμεις σου και να μοιράζεσαι ότι σου δίδαξε η ζωή και εμείς με αγάπη και καλοσύνη ψυχής.
Οι γονείς που μπορεί να μη σε γέννησαν μα… σε διάλεξαν σαν  γονείς καρδιάς.»
Πατήρ Εμμανουήλ ΚΑΙ Πρεσβυτέρα Ιουλία.»
Έβαλε η Λενιώ το έγγραφο στη θέση της καρδιάς και έκλαψε ακόμα πιο πολύ για ότι έχασε δίνοντας όρκο ψυχής να δώσει κάποτε σε κάποιον όσα της έδωσαν αυτοί οι άνθρωποι. Βγαίνοντας από τη πόρτα, αγκάλιασε με το βλέμμα της την όμορφη γραφική εικόνα του σπιτιού, κλείδωσε και μετά παρέδωσε το ένα κλειδί στη γειτόνισσα τους. Την παρεκάλεσε να φροντίζει τα …λουλούδια και τα βότανα της κυρίας Ιουλίας και να το μεταχειριστεί σαν ξενώνα όποτε χρειαστεί να μείνει κάποιος που είχε ανάγκη στέγης. Μετά πήρε πεζή το δρομάκι χωρίς να κοιτάξει άλλο πίσω της, ότι ήταν ζωντανό υπήρχε μέσα της στη καρδιά της και θα ήταν πάντα.
Το επόμενο πρωινό παρουσιάστηκε κι όλας στη δουλειά της και έπεσε με τα μούτρα σ’ αυτήν .Με τη Μαίρη δέθηκε περισσότερο πια, το είχε ανάγκη  να γίνει  αυτή που δεν είχε μέχρι τώρα.. μία..κολλητή όπως έλεγε γελώντας η πρόσχαρη κοπέλα. Ποτέ της δεν ήταν τόσο κοντά με ένα άλλο κορίτσι και σταδιακά της άνοιξε τη καρδιά της και τις πληγές της.
 Ο Νίκος ήταν πάντα τρυφερός , αγαπημένος σύντροφος μα.. κάτι είχε αλλάξει. Κάτι ήταν διαφορετικό από..τότε που χάθηκε το μωρό τους. Όταν έψαχνε διακριτικά στο πρόσωπο και στη συμπεριφορά του να βρει αυτό το..κάτι δεν μπορούσε να το ανακαλύψει, να το εντοπίσει και να του δώσει όνομα  μα..το ένοιωθε..το διαισθανόταν.. Είχε την αίσθηση ότι κρατούσε νερό στη χούφτα της, πίνεις να ξεδιψάσεις ..μα το νερό φεύγει μέσα από τα σφιγμένα δάκτυλα σου και μένει η χούφτα σου στο τέλος άδεια .
Πρόσεξε ότι απέφευγε να της μιλάει όπως πριν για την οικογένεια του, τα όνειρα που κάποτε της περιέγραφε έγινα απλές κουβέντες για τη καθημερινότητα του. Το χάδι του ήταν κάτι από..αδελφικό, με στοργή μα..χωρίς το πάθος που πρέπει να υπάρχει σε δύο νέα άτομα. Έτσι εκείνη στράφηκε στη δουλειά της κι εκείνος στη δική του. Τα βράδια έτρωγαν στο ίδιο τραπέζι με κάποιες σκόρπιες συζητήσεις για την ημέρα τους . Τις νύχτες  στο ίδιο κρεβάτι , ο έρωτας ανθρώπινη αδυναμία χωρίς το πάθος που δίνει αυτό το κάτι και που βάζει φωτιά …το νερό κυλούσε από τη παλάμη της..δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε για να το κρατήσει. Έτσι μια μέρα..άνοιξε τα δάκτυλα και το άφησε να φύγει.
Εκείνο το βραδάκι ζήτησε από τη Μαίρη να την αντικαταστήσει, ο Νίκος είχε ρεπό και του ζήτησε το πρωί πριν φύγει να πάνε κάπου μετά μαζί..να μιλήσουν. Είδε ,με λύπη έπρεπε να πει , ότι χαμήλωσε το βλέμμα του και ένοιωσε ότι ήταν κάτι που ήθελε κι εκείνος και που δίσταζε να της το ζητήσει. Παράξενο μα η Λενιώ ένοιωσε μία ανακούφιση πάντα διάλεγε σαν λύση να αντιμετωπίζει το πρόβλημα κατάματα, της το είχε διδάξει ο παππά Μανώλης όταν την έβλεπε να κρύβεται σε μια γωνιά και να κλαίει..
-Λενιώ μου μη κρύβεσαι από τα προβλήματα, θα γίνουν περισσότερα και βαθύτερα. Στάσου μπροστά τους και κοίτα τα από..μακριά..σαν ξένος παρατηρητής… τότε θα δεις ότι θα βρίσκεις λύσεις σε ότι σε απασχολεί.
Διάλεξαν ένα ήσυχο ταβερνάκι κοντά στη θάλασσα που πήγαινα όταν..γιόρταζαν κάτι. Της τράβηξε τη καρέκλα να καθίσει και έσκυψε να φιλήσει τρυφερά τα μαλλιά της..ένοιωσε ανατριχίλα..ένοιωσε πόνο. Στιγμιαία σκέφτηκε να διώξει από μπροστά της το «ποτήριον τούτο» μα το νερό στη παλάμη της εξακολουθούσε να κυλάει και ήταν μάταιο να κάνει ότι δεν το βλέπει.
-Νίκο μου ξέρω ότι κατάλαβες γιατί ήρθαμε εδώ, πάντα ήμασταν αληθινοί και σωστοί στη σχέση μας. Έγιναν πολλά, ας μην αφήσουμε να γίνουν άλλα. Αισθάνομαι ότι κάτι άλλαξε και ξέρεις καλά ότι δεν έχω άλλα περιθώρια , ας το συζητήσουμε πριν γίνουμε αυτό που δεν θέλουμε..δύο ξένοι.
Τον είδε να κοιτάζει με πόνο, το ένοιωθε..τη αγαπούσε ακόμα  όμως..όμως … κάτι έλειπε..κάτι δεν ήταν όπως παλιά. Η καρδιά της γέμισε από τρυφερότητα, ήταν λες και έβλεπε τον αδελφό της να ψάχνει μέσα του να βρει τα..κότσια να ομολογήσει κάτι που τον βάρυνε . Η ίδια ενοχή στο βλέμμα, ο ίδιος φόβος της τιμωρίας. Του έπιασε τρυφερά το χέρι  και ήταν λες και τον παρότρυνε να μιλήσει να βγάλει από μέσα του αυτό που τον πίεζε και τον καταπονούσε. Τον είδε στην αρχή με δισταγμό να προσπαθεί να βρει τις κατάλληλες λέξεις και μετά η ψυχή ξεγυμνώθηκε, ανοίχθηκε,  η σχέση που είχαν μέσα τους πάντα βρήκε το δρόμο . Ότι τον βάρυνε ξαφνικά βγήκε στην επιφάνεια, διστακτικά, με ντροπή μα έπρεπε να γίνει, της το όφειλε.
Κάτι είχε αλλάξει ομολόγησε με σκυμμένο το πρόσωπο παίζοντας με τα δάκτυλα του, ένοιωθε ενοχές για πολλά και ίσως ήταν τελικά το μόνο που τον κρατούσε δίπλα της. Οι γονείς του περίμεναν ένα γιατρός στο χωριό τους, ονειρεύονταν από αυτόν  εγγόνια στην αυλή τους, μία οικογένεια, ήθελαν  πολλά.
Εκείνο με το παιδί το ..περίμενε η Λενιώ όμως την πλήγωσε σαν μαχαίρι αγκαθωτό στη καρδιά της. Δεν το έδειξε, απλά του έσφιξε περισσότερο το χέρι για να του περάσει μήνυμα ότι το καταλάβαινε.
-Σε αγαπώ Λενιώ μου, σε αγαπώ..όμως..οφείλω πολλά στους γονείς μου, το ξέρεις, και έχω μπροστά μου πολλά χρόνια για να γίνω όσα θέλουν. Μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε το θέμα του παιδιού με υιοθεσία μα οι γονείς μου δεν τα το ξεπερνούσαν ποτέ. Ντρέπομαι, πονάω γιατί αισθάνομαι ότι φταίω, έπρεπε να προσέχω. Ίσως αν το ανακαλύπταμε μετά το γάμο , ίσως να μη πληγωνόντουσαν οι γονείς μου .Όμως το είδες παρακαλούν για ένα εγγόνι , μόνον από μένα θα  έχουν κάτι τέτοιο, μία συνέχεια τους, το ξέρεις Λενιώ μου.
-Δεν χρειάζεται να μου δικαιολογείσαι καλέ μου, σε νοιώθω, το καταλαβαίνω, σ’ αγαπώ πολύ ώστε να σταθώ εμπόδιο σε ότι θα σε κάνει ευτυχισμένο.
Έβγαλε το δακτυλίδι από το χέρι της και το ακούμπησε μπροστά του ,
η σιωπή και η αμηχανία έπεσε σαν πέπλο ομίχλης στο τραπέζι τους. Σταμάτησαν τη κουβέντα , βυθίστηκαν στα σκέψεις τους κάνοντας λες και κάποιες αλήθειες δεν ειπώθηκαν ποτέ , πως ήταν όλα όπως πριν, πως   δεν άλλαξε η ζωή τους όλη .
 Το κρασί τελείωσε, τα μεζεδάκια έμειναν μισοφαγωμένα στα πιάτα, κάποιο παιδάκι που πουλούσε λουλούδια έφυγε λες και ένοιωσε τη πίκρα. Το φεγγάρι βγήκε ολόφωτο μέσα από τα σύννεφα μα δεν είχε την ίδια σημασία όπως παλιά για εκείνη το μαγευτικό θέαμα του. Σηκώθηκα σιωπηλοί , πλήρωσε και πήραν το δρόμο για το σπίτι. Παράξενο..η Λενιώ δεν ένοιωθε πόνο πια παρά μία απογοήτευση και ένα πόλεμο σκέψεων για το αύριο και το τι θα έπρεπε να κάνει. Είχε ξενοικιάσει το σπίτι της εδώ και καιρό, δεν είχε που να μείνει πια. Εκείνος λες και το κατάλαβε , την αγκάλιασε και της είπε:
-Μπορώ να κοιμηθώ στο νοσοκομείο απόψε μέχρι να δούμε πως θα τακτοποιηθείς, θα κάνω ότι μου ζητήσεις..
-Νίκο δεν ήμαστε μικρά παιδιά ,ούτε χρειαζόμαστε να στεναχωρούμε ο  ένας τον άλλο. Ας μείνουμε σήμερα σπίτι, σαν φίλοι πια και αύριο θα λύσω το πρόβλημα μου.
Έτσι ..χώρισαν, απλά, φιλικά, χωρίς διενέξεις , κλάματα και εγωιστικές πετριές για το ποιος και τι έφταιγε. Πονούσε, όμως η λογική και η αξιοπρέπεια της έλεγε ότι πάνω από όλα έπρεπε να γίνει ο χωρισμός τους όπως ακριβώς ήταν και η σχέση τους μέχρι τώρα.
Την επομένη στη δουλειά ζήτησε από τη Μαίρη να την φιλοξενήσει για λίγες μέρες στο σπίτι της αν μπορούσε μέχρι να δει τι θα κάνει. Η Μαίρη αφού ξέσπασε  σε θυελλώδη κατηγορητήριο και εξάψαλμο στο Νίκο μετά την αγκάλιασε και της είπε ότι θα ήταν ότι πιο βολικό γι’ αυτήν να έχει μία συγκάτοικο να μοιράζεται το νοίκι και τα έξοδα.
 Έτσι η Λενιώ μάζεψε τα λιγοστά πράγματα της, αποχαιρέτησε με μια ματιά το μέρος που έζησε τον έρωτα και έκλεισε τη πόρτα πίσω της.
Μέσα στο ταξί που την πήγαινε στο σπίτι της Μαίρης αναλογίστηκε πόσες φορές έκλεισε πόρτες πίσω της, πόσες φορές έκλαψε για όσα άφηνε , για όσα την εγκατέλειπαν ,για ότι την πρόδιδαν και την απομάκρυναν  από αυτό που όλα τα κορίτσια ονομάζουν ευτυχία. Θυμήθηκε την αδιαφορία της  μάνα της, τα αδέλφια που δεν έζησε μαζί τους όσα έπρεπε να ζήσει ώστε να αγαπηθούν. Τα παιδιά του χωριού που την έδειχναν με το δάκτυλο, τη μοναξιά και τον αγώνα της να γίνει κάτι..να φτιάξει μία φωλιά γύρω της. Άδικος  κόπος σκέφτηκε με χιούμορ και λίγη ειρωνεία. Υπάρχουν άνθρωποι που γεννήθηκαν με χρυσόσκονη ολόγυρα τους και άλλοι που σαν τη Σταχτοπούτα ανακατεύτηκαν με τη στάχτη και χαθήκαν μέσα της μέχρι να φανεί ο..  πρίγκιπας. Νόμιζε κάποια στιγμή ότι τον βρήκε..πίστεψε  ότι τα μάγια λύθηκαν ..έκανε απλά λάθος. Δεν υπάρχουν πρίγκιπες σκέφτηκε, ούτε χρυσόσκονη…





Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

28η συνέχεια


Η Λενιώ άφησε το βλέμμα της να διαβεί στο φως της Δύσης που έμπαινε από το παράθυρο. Πάντα της άρεσε αυτό το φως, έκλεινε μέσα του όσα έγιναν όλη την ημέρα , τα καλά, τα κακά και τα δύσκολα. Συνήθως το παρακολουθούσε μέχρι που έσβηνε ολοκληρωτικά αφήνοντας όμως στο τέλος του ένα κοκκινόχρωμο μωβ απομεινάρι να θυμίζει τα όσα έπαιρνε μαζί του. Αλήθεια ..μπορούσε ίσως να πάρει μαζί αυτό το πόνο που της έσφιγγε τη καρδιάς;
Τα λόγια του γιατρού προσπαθούσε να τα κρατήσει στην άκρη, λες και έτσι θα ήταν ελαφρότερα, λες και θα εξαφανιζόντουσαν από το μυαλό και τη καρδιά της. Πάντα λάτρευε τα παιδιά, όταν τα πρωτόπιανε στις γέννες στην αγκαλιά της βρώμικα από τα υγρά και τα αίματα  και τα φρόντιζε με περίσσια αγάπη το πρώτο που σκεπτόταν ήταν ότι κάποτε θα κρατούσε στην αγκαλιά της ένα δικό της μωρό.
 Σύνελθε Λενιώ , είπε στον εαυτό της ξεροκατάπιε το δάκρυ που κύλησε μέσα στο λαιμό της και έτσι γρήγορα ξέθαψε από μέσα της τη Λενιώ που αντρώθηκε μέσα στη σκοτεινή πλευρά της παιδικής της ζωής. Η σκέψη της πήγε στο παππά Μανώλη , λες και τον είχε δίπλα της τώρα ..παιδί εκείνη με μάτια κλαμένα..καρδιά διαλυμένη και όνειρα πια λασπωμένα. Ένοιωσε το σφίξιμο των δακτύλων του στη παιδική παλάμη της , το χάδι στα μπερδεμένα μαλλιά της και τη φωνή του να της ψιθυρίζει: - Κύριε  ελέησον με..γενηθήτω το θέλημα Σου!
Τότε ένοιωσε τη δύναμη να επιστρέφει , μα αμέσως μετά μια νέα εικόνα την βύθισε σε νέα πάλη με δαίμονες και συμπληγάδες..ο Νίκος..ο Νίκος.. Της ξέφυγε το βογγητό και η πόρτα αμέσως άνοιξε με τη Μαίρη να ορμάει με φόρα δίπλα της.
-Τι έχεις; Τι θες; Πονάς γλυκιά μου; Εδώ είμαι εγώ… και έσιαξε μηχανικά το μαξιλάρι της.
Η Λενιώ αυθόρμητα της άνοιξε την αγκαλιά της , ήθελε να δώσει και να πάρει από αυτήν , έτσι, χωρίς λόγια απλά με τη πίεση και τη θέρμη των χεριών της φίλης της. Λένε ότι οι φιλίες δοκιμάζονται στα δύσκολα και σήμερα το καταλάβαινε αυτό. Η Μαίρη ήταν πάντα γι’ αυτήν μία απλή συνάδελφος, ποτέ δεν αντήλλαξαν μυστικά, ιδιαίτερες κουβεντούλες. Με ενοχή σκέφτηκε ότι η παρουσία του Νίκου στη ζωή της την απέσπασε από το να κάνει άλλους δεσμούς έστω και φιλικούς. Τώρα έβλεπε ότι η στάση της ήταν λιγάκι εγωιστική , ζούσε την ευτυχία της βάζοντας την μαζί με τη δουλειά της σε πρώτη θέση χωρίς να κοιτάζει γύρω της. Η τόση ανάγκη της να αγαπηθεί και να νοιώσει ότι ανήκει κάπου την έδεσε με το Νίκο σχεδόν ολοκληρωτικά.
Έτσι εκεί σε αυτή την αγκαλιά άφησε τον εαυτό της ελεύθερο και την ανάγκη να κλάψει για όσα έμαθε και όσα έπρεπε να παλέψει. Αδιόρατα μέσα της φώλιασε η σκοτεινή προσμονή μιας απειλής, αυτό το συναίσθημα που μας κυριεύει όταν η διαίσθηση μας προειδοποιεί και μας ετοιμάζει για τυφώνες και ανεμοστρόβιλους. Μετά έκανε την ερώτηση που της έκαιγε τα σωθικά.
-Ο Νίκος το έμαθε; Του τηλεφώνησες είπες….
Η Μαίρη ανασηκώθηκε και της έσιαξε τα ιδρωμένα τσουλούφια των μαλλιών της. Ένοιωθε τρυφερότητα ανεξήγητη για τη Λενιώ , κάτι σαν να της ωθούσε  να την προφυλάξει , να την προστατέψει όπως αν είχε μία μικρή αδελφή. Δεν είχαν  κάτι ιδιαίτερο όμως ίσως η Λενιώ δεν καταλάβαινε ότι το γλυκό υποτακτικό χαμόγελο της ήταν εκείνο που την έκανε τόσο αγαπητή σε όλους εκεί μέσα. Σήμερα όλος ο όροφος μιλούσε για τη Λενιώ , ακόμη και οι ασθενείς της ζητούσαν νέα της υγείας της. Ο Νίκος είχε έρθει λίγη ώρα μετά από το τηλεφώνημα της  , περίμενε στην εγχείρηση έξω από το χειρουργείο, άκουσε το κατσάδιασμα του γιατρού και το μάθημα περί..πρόληψης εγκυμοσύνης. Μετά τον είδε να σωριάζεται στη καρέκλα όταν ο Αποστολάκος του είπε για το πρόβλημα που προέκυψε. Δεν άκουγε τι έλεγαν η Μαίρη μα παρακολουθούσε πλάγια όσο μπορούσε πιο διακριτικά τα πρόσωπα τους. Ο Νίκος φαινόταν συγκλονισμένος και όταν ο γιατρός τον χαιρέτησε και έφυγε έβαλε το κεφάλι μέσα στις παλάμες του και έμεινε έτσι μέχρι που είδε το φορείο με τη Λενιώ να βγαίνει στο διάδρομο. Τον είδε να της κρατάει το χέρι για λίγο, της φίλησε το μέτωπο και… έφυγε σαν κυνηγημένος από το διάδρομο . Η Μαίρη αυθόρμητα έτρεξε ξοπίσω του και του φώναξε στις σκάλες δυνατά:
-Νίκο..Νίκο..
Γύρισε και την κοίταξε, θολωμένη ματιά, με αφηρημένη περιέργεια έψαχνε ίσως μέσα του να ταυτοποιήσει το πρόσωπο της με κάποιο όνομα ή ανάμνηση. Τον πρόλαβε και πήγε δίπλα του.
-Είμαι η Μαίρη..φίλη και συνάδελφος της. Γιατί φεύγεις; Περίμενε να ξυπνήσει..θα σε χρειαστεί το ξέρεις.
-Πρέπει να γυρίσω πίσω όταν θα διώξω από μέσα μου τις ενοχές και το πόνο που νοιώθω, πως θα την αντικρίσω;
- Τι είναι αυτά που λες; Αυτά είναι απρόοπτα της ζωής, γίνονται, γιατρός θα γίνεις, τα ξέρεις.. Εγώ το μόνο που ξέρω είναι ότι θα σε χρειαστεί τώρα περισσότερο από ποτέ, της το οφείλεις πάνω από όλα.
Τον είδε να βουρκώνει, τον αισθάνθηκε τρομοκρατημένο και ..παγιδευμένο θα έλεγε με συναισθήματα και συλλογισμούς.
-Το ξέρω και θα γυρίσω, απλά θέλω κι εγώ λίγο χρόνο..θέλω να μείνω με το εαυτό μου να συνειδητοποιήσω τα γεγονότα, τι να κάνω, τι να της πω, τι να πω σε όλους;
-Ποιους όλους; Δεν καταλαβαίνω; Αυτό αφοράει εσένα και αυτήν και την..αγάπη σας..Την αγαπάς έτσι δεν είναι;
Της γύρισε τη πλάτη αργά και συνέχισε να κατεβαίνει τη σκάλα, λίγο πριν το τελευταίο σκαλί γύρισε και της φώναξε:
-Την αγαπώ..την αγαπώ..πρέπει να σκεφτώ..έχω πολλά να σκεφτώ πες της όμως ότι τη αγαπώ..
Η Μαίρη χαμογέλασε στη Λενιώ.
-Ο Νίκος ήταν εδώ, δίπλα σου, έξω από το χειρουργείο. Πλάι  σου όταν βγήκες, σου κρατούσε το χέρι, σου μιλούσε και σου χάιδευε τα μαλλιά… Μετά τον..κατσάδιασε ο γιατρός που..έκλαιγε και τον έδιωξε στη δουλειά του λέγοντας του ότι δεν θα σου το πει και ότι θα είμαι εγώ δίπλα σου γιατί  θα αργούσες να ξυπνήσεις..
Είδε την ανακούφιση στο πρόσωπο της Λενιώς και έδωσε άφεση αμαρτιών στον εαυτό της για τις… γαρνιτούρες που έβαλε στο σκηνικό με ήρωα το Νίκο. Αύριο ίσως όλα γινόντουσαν καλύτερα και ευκολότερα, τώρα έπρεπε η νύχτα να την βρει ήσυχη και ήρεμη. Κάθισε κοντά της στο κρεβάτι και άρχισε να φλυαρεί και να χαριτολογεί για το τι χαμός έγινε με το πέσιμο της και το καροτσάκι με τα εργαλεία που γέμισαν με παταγώδη θόρυβο την ήσυχη πτέρυγα του. Κατάφερε να την κάνει όχι απλά να χαμογελάσει μα και να ακουστεί στο δωμάτιο ένα ασυναίσθητα νευρικό γέλιο και των δύο.
Ο Νίκος ήρθε σχεδόν με το χάραμα της μέρας, τα μάτια του έδειχναν ότι ξενύχτησε και τα χείλη του επάνω στα δικά της υγρά από τη πίκρα που ένοιωθε. Οι νοσοκόμες τους άφησαν διακριτικά να μείνουν μόνοι και η σιωπή τους « φλύαρη» τα είπε όλα σαν κλείστηκε μέσα στην αγκαλιά του. Στην αρχή μίλησαν απλά για ότι..έχασαν, ένα μωρό, μετά αφαίρεσαν από τις λέξεις κάθε τι που είχε θέση στο θέμα μιας εγκυμοσύνης στο μέλλον. Λες και το πρόβλημα δεν υπήρχε, λες και έμεινε θαμμένο στις δηλώσεις του γιατρού, λες και όλα ήταν και θα ήταν όπως πριν… πριν από τι;..την αλήθεια; Την αποδοχή της; Όμως μέσα τους το πρόβλημα είχε θέση πια και έτσι ξαφνικά ο Νίκος  το ..έβγαλε από μέσα του.
-Δεν θέλω να σκέπτεσαι οτιδήποτε δυσοίωνο , ο Αποστολάκος δεν είναι ο ..μοναδικός, ο ένας και ο σπουδαιότερος. Θα το εξετάσουμε το θέμα, θα το ελέγξουμε, θα το πολεμήσουμε, θα βρούμε λύση..
Η Λενιώ χωρίς να απαντήσει τον διαβεβαίωσε με τα μάτια της ότι όλα θα πήγαινα καλά, ήξερε ότι έτσι καθησύχαζε τους δικούς του φόβους. Μέσα της κάτι είχε κι όλας κατασταλάξει σαν απόσταγμα όλων όσων γέμιζαν τις σκέψεις και τη ψυχή της. Ήταν η εσωτερική  αποδοχή της μοίρας της  να της φέρνει η ζωή μπροστά της πάντα κάτι να παλέψει, να την νικήσει, να το αντιπαρέλθει, να το διαγράψει και να προχωρήσει. Όταν τον αποχαιρέτησε με ένα φιλί είχε κι ήδη «ψυχανεμιστεί» όπως έλεγε ο παπά Μανώλης ότι τα δύσκολα τώρα μόλις άρχιζαν.
Έμεινε στη κλινική όλο το 10ήμερο που χρειάστηκε για να συνέλθει κατόπιν εντολής και επιθυμίας όλων των γιατρών της που ήξεραν ότι δεν είχε κανέναν στο σπίτι να την βοηθήσει. Η ευγνωμοσύνη που ένοιωθε για όλους ήταν απέραντη, αν δεν ήταν αυτό οικογένεια τι άλλο θα ήταν άραγε;
Βιάστηκε να σηκωθεί, να δηλώσει σε όλους έτοιμη και να τους πιέσει να την αφήσουν να δουλέψει έστω και με λιγότερη εργασία προσωρινά. Η δουλειά της ήταν ένα φάρμακο μοναδικό πάντα, η παρουσία του Νίκου στη ζωή της έγινε διαφορετική από εκείνη τη μέρα. Βέβαια πάντα τρυφερός και καλός μαζί της μα ..κάτι..κάτι είχε αλλάξει. Κάτι που απέφευγαν να δουν, να το συζητήσουν , να το αντιμετωπίσουν πριν ανδρωθεί και τους κυριαρχήσει. Η Λενιώ δεν είπε κάτι ούτε στους κηδεμόνες της για το συμβάν, ντρεπόταν, φοβόταν..απέφευγε να τους αναγγείλει το πότε θα τους γνώριζε το Νίκο με δικαιολογία την εξάσκηση του και τη δική της δουλειά.
Ο παπά Μανώλης δεν ήταν χαζός, ένοιωθε ότι κάτι είχε συμβεί μα πάντα διακριτικός της έδινε χρόνο να του μιλήσει εκείνη για ότι την προβλημάτιζε. Μόνο κάποια μέρα είπε στην Ιουλία τις σκέψεις του καθώς πίνανε το μυρωδάτο φασκόμηλο δίπλα στο αναμμένο τζάκι τους.
-Κάτι έχει το κορίτσι κυρά μου, κάτι έχει, το κατέχω εγώ..κάτι της τρώει τη ψυχή και δεν το μολογάει. Σκέπτομαι..λέγω εγώ τώρα..ε! καιρό έχουμε να πάμε στην πόλη μια βόλτα. Δεν θα της πούμε πράμα..ξαφνικά , να την δούμε από κοντά ως έχει, να προσκυνήσουμε και τον Άγιο Διονύση μεγάλη η χάρη Του..τι λες εσύ κυρά;
Τον κοίταξε η Ιουλία και κατάλαβε ότι για να πει , να σκεφτεί κάτι τέτοιο ο παππάς της το είχε μελετήσει καλά, τον έτρωγε σαράκι. Αγαπούσε αυτό το κορίτσι σαν το παιδί που έχασαν και δεν χάρηκαν. Τον θυμάται τότε ιερέα στο χωριό της να της μιλάει για το κοριτσάκι που είχε ανακαλύψει μέσα στη..λάσπη μιας οικογένειας όπως έλεγε με θυμό.
-Ότι πεις παππά μου , δίκιο έχεις καιρό κλειστήκαμε  μα θα μπορέσουμε να πάμε; Μη κουραστείς;
-Ιντα λες κυρά μου; Εγώ να κουραστώ; Θα πάμε με το αμάξι στα Χανιά και έπειτα θα πάρουμε το πλοίο για το Πειραιά. Αυτές τις μέρες κιόλας θα το δω , θα πάρω τον Παύλο το γειτονόπουλο που είναι αστυνόμος  πια εκεί να μου κλείσει θέσεις στο πλοίο. Βράδυ θα φύγουμε πρωί πρώτα ο Θεός θα ήμαστε στης κόρης τη δουλειά απέξω! Χαρά που θα κάνει το κορίτσι, χαρά που θα κάνουμε όλοι μας, θα σε πάω και βόλτα στη πόλη κυρά μου .
Την αγκάλιασε από τους ώμους, χρόνια πολλά μαζί, ήπιανε αμέτρητα  ποτήρια χαράς και λύπης, σύντροφοι στο ίδιο δρόμο που χάραξαν από  τη μέρα που την πήρε νύφη στην αγκαλιά του λίγο πριν πάρει το χρίσμα της ιεροσύνης.
Δυο μέρες μετά απόγευμα αργά ξεκίνησαν για τη πόλη των Χανίων, ο καιρός μουντός, η βροχή σιγανή εδώ και μέρες έτρωγε τα σωθικά των χωματόδρομων. Το παλιό αγροτικό σκαμπανεβάζοντας στις λακκούβες, έβαλε μηχανικά μία κασέτα με τη δοξολογία της Παναγιάς… την συνόδεψε με τη βραχνή πια φωνή του από συνήθεια. Κοίταξε τη κυρά του την Ιουλία..κοίταξε τον ουρανό ..έφερε στο μυαλό του την εικόνα της Λενιώς.. Δεν κοίταξε το δρόμο που χάθηκε απότομα στο διάβα του κάτω από τις φθαρμένες πια ρόδες του, το αμάξι κύλησε στο γκρεμό και το μόνο που πρόλαβε να πει ήταν: - Κύριε  ελέησον μας..γενηθήτω το θέλημα Σου!
Η Λενιώ κρατούσε το ακουστικό στο χέρι στο γραφείο της προϊσταμένης παγωμένη, αμίλητη, χαμένη. Κάποιος της έκανε φάρσα μάλλον..τι κι αν της δήλωνε γνωστός και αστυνόμος, φάρσα κακόγουστη θα ήταν ..Της έλεγε πως  ότι αγαπούσε, ότι την στήριξε και την έκανε ότι ήταν ..απλά… χάθηκε..εξαφανίστηκε. Αν ήταν κάτι αληθινό θα το..ένοιωθε..θα το καταλάβαινε..
Η Μαίρη της πήρε το ακουστικό από το χέρι, μίλησε με το άτομο στην άλλη άκρη της γραμμής, σημείωσε πρόχειρα ότι της είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.
-Λενιώ..Λενιώ μου ήταν συγγενείς σου; Ήταν κάποιοι αγαπημένοι για σένα; Μίλα μου γλυκιά μου.
Η Λενιώ την κοίταξε μέσα από τα δάκρυα που κυλούσαν χωρίς έλεγχο πια. Σκέφτηκε ασυναίσθητα ότι αν αυτός  δεν ήταν ο πόνος του χαμού ποιος άλλος μπορεί να ήταν αλήθεια.
-Ήταν οι..γονείς μου Μαίρη μου..οι γονείς μου… τώρα ναι..τώρα μπορώ να πω ότι ήταν οι μόνοι γονείς που είχα ποτέ.
Για πρώτη φορά ένοιωσε οργή με τη μοίρα της, ένοιωσε παρασυρμένη από ένα κυνηγητό που της έκαμνε η ζωή ηθελημένα. Γιατί ..γιατί σ’ εκείνη πια όλα, γιατί της έπαιρνε ότι αποκτούσε με τόσο κόπο ; Γιατί Θεέ μου σ’ εμένα..
Η Μαίρη της κράτησε το χέρι και της το έσφιξε δυνατά. Μέσα στη θολούρα του πόνου της το παρομοίαζε με το χέρι που της είχε απλώσει κάποτε ο παππά Μανώλης εκεί… στο σχολείο όταν την είδε να κλαίει που κάποιο παιδάκι την απεκάλεσε..μπάσταρδο. Τότε του άπλωσε δειλά το δικό της και είχε χωθεί στην μαυροφορεμένη αγκαλιά του.
 Η οργή έφυγε ξαφνικά και την αντικατέστησε η ντροπή για το ξέσπασμα της το ανθρώπινο. Ο πόνος έμεινε και ότι της δίδαξε αυτός ο υπέροχος άνθρωπος τον κάλυψε και τον έκανε ακόμη πιο δυνατό για το χαμό του.
Ναι..σήμερα έχασε πραγματικά τους γονείς της, του γονείς που της έστειλε ο Θεός για να γίνει αυτό που είναι . Όφειλε να τους τιμήσει με τον τρόπο που τους άρμοζε, με το έργο της , με τη δουλειά και το κουράγιο της. Ναι..σήμερα έμεινε πια μόνη.