Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

4ο μέρος



 Την ξύπνησε το βογκητό της κοπέλας  και πετάχτηκε όρθια αλαφιασμένη που ξεχάστηκε για λίγο στην αγκαλιά του Μορφέα ! Αν πάθαινε κάτι το κορίτσι και αυτή δεν ξυπνούσε; Πα! πα! πα! , πως το έπαθε αυτή κάτι τέτοιο. Έσκυψε επάνω της και της έπιασε το σφυγμό , ήταν καλός κι εκείνη φαινότανε ζωντανεμένη.. νέο κορίτσι.. τι να πεις.. σαν τα λουλούδια τα   διψασμένα που τους πετάς νερό και ζωντανεύουν ενώ πριν λίγο νόμιζες ότι θα τα πετούσες στα σκουπίδια. Της χάιδεψε το μέτωπο για να δει αν είχε πυρετό και μετά αφού εκείνη δεν ρωτούσε της είπε χαμογελαστά:
-Θέλεις να δεις το κοριτσάκι σου; Κοριτσάκι είναι μικρή μου και όπως θα δεις πανέμορφο σαν κι εσένα.. Σηκώθηκε με σκοπό να της το φέρει μα η κραυγή του κοριτσιού την τράνταξε σαν ένα χέρι βίαιο.
- Όχι ..δεν θέλω…δεν θέλω να το δω, δεν θέλω να το πιάσω.. μη ..μη μου το δείξετε σας παρακαλώ.. Έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί από το κρεβάτι της μα έπεσε ξανά βογκώντας στα καθαρά στρωσίδια πια του που πριν λίγο είχαν δεχθεί τους πόνους της.
Η κυρά Λενιώ ξανακάθισε στη πολυθρόνα της αποκαμωμένη όχι από τη κούραση μόνο που δεν πρόλαβε ο λίγος ύπνος της να ελαφρώσει μα από τα λόγια του κοριτσιού. Τα ένιωσε σαν χτύπημα στην ίδια τη ψυχή της και ασυναίσθητα έστρεψε τα μάτια στο μικρό παιδικό κρεβατάκι. Το έρμο σκέφτηκε , κοίτα το.. σπάνιο για μωρό  λες και  ένοιωθε την απόρριψη του δεν έβγαζε ούτε μία φωνούλα τόσες ώρες. 
Πως θα το διαχειριζότανε αυτό το πρόβλημα , σκέφτηκε με πόνο η Λενιώ. Μπα ..θα της περνούσε παρηγόρησε τον εαυτό της . Οι πόνοι, το μικρό της ηλικίας της , ίσως τα όσα πέρασε πριν όλα μαζί ήταν ένα σοκ γι’ αυτήν…Μπα..θα ήταν σίγουρα λόγια της αναμπουμπούλας..θα της περάσει.. Ποια μάνα δεν θέλει το μωρό της σκέφτηκε και σηκώθηκε πάλι να την ηρεμήσει.
- Καλά, καλά, όταν το ακούσεις να κλαίει και θα το πάρεις στην αγκαλιά σου θα τα πούμε…αλήθεια ..πως σε λένε; Αυτό τουλάχιστον μου το οφείλεις να μου το πεις..
- Νιόβη με λένε Νιόβη .. μη ρωτάς επίθετο.. βρέθηκα στα μέρη σας, είχα ακούσει για σένα. Η αλήθεια είναι ότι ..ήρθα για σένα.. δεν ήξερα πια που να στρέψω τον εαυτό μου για βοήθεια και ..έμαθα για σένα ότι είσαι καλή γυναίκα, γιάτρισσα ..μη ρωτάς πως.. έμαθα….!
Δεκάδες ερωτήσεις σφυροκοπούσαν το μυαλό της Λενιώς μα σκέφτηκε με φρόνηση ότι έπρεπε να συγκρατηθεί για να μη τη τρομάξει, για να την αφήσει να ηρεμήσει. Σε λίγο το παιδάκι θα ξυπνούσε και θα ήθελε να φάει.. την επόμενη μέρα  αυτή η κοπέλα δεν θα μπορούσε να ελέγξει από τους πόνους στο στήθος της με το γάλα που θα της ερχότανε. 
  Στηριζότανε στη πείρα της για το μητρικό ένστικτο των γυναικών αν και μέσα της χωρίς να το θέλει ένοιωσε την παρουσία κάποιου θυμού γι’ αυτό το κορίτσι.. Σκέφτηκε ότι έπρεπε με τρόπο να πάρει όσες πληροφορίες μπορούσε από αυτή γιατί μπορεί να της χρειαζόντουσαν .Κάθισε λοιπόν κοντά της άκρη στο μικρό κρεβάτι της , πήρε το χέρι της στο δικό της και άρχισε να την χαιδεύει απαλά ενώ συγχρόνως της μιλούσε για το μωράκι και την ομορφιά της μητρότητας. 
Το ακίνητο χέρι της μέσα στο δικό της της έδωσε να καταλάβει ότι η παρουσία και η φλυαρία της έκανε περισσότερο κακό παρά καλό. Σηκώθηκε και γύρισε στην ασφάλεια της πολυθρόνας της, στην δική της ηρεμία .
 Η κυρά Λενιώ είχε πάντα από μικρή λες κάτι σαν διαίσθηση για τα μελλούμενα και σχεδόν πάντα είχε δίκιο. Αισθάνθηκε ότι το πλησίασμα που προσπαθούσε ήταν κάτι δύσκολο με αυτή τη μικρή και ότι όλα αυτά θα ήταν η αρχή για πολλά..χειρότερα. Έκλεισε τα μάτια στιγμιαία και έφερε μπροστά της το παλιό σπίτι  αυτού του χωριού που ζούσε με τη μάνα της όταν κατέφυγαν εδώ από τη πόλη .
Πατέρα δεν γνώρισε η Λενιώ και δεν ρώτησε κι όλας τη μάνα της γι’ αυτό. Στο χωριό μια φορά κάποιος τη φώναξε μπάσταρδο και όταν ρώτησε τη μάνα της γι’ αυτή τη λέξη της έδωσε ένα ξεγυρισμένο μπάτσο λέγοντας της να μη τη ξαναπεί.. Μέχρι τα 5 της στο χωριό μόνο ο παπάς με τη γυναίκα του της έδειχναν ενδιαφέρον και αγάπη. Η μάνα της έβριζε κάθε φορά που  έβλεπε το ζευγάρι να έρχονται να δουν τι κάνει, μισούσε γενικά όποιον ενδιαφερότανε για το «καλό » τους.
 Λίγο ο φόβος για τις διασυνδέσεις που είχε δυναμικός παππάς με τον αστυνόμο, λίγο το γεγονός ότι δεν ήθελε να ανακατεύονται με τι ασχολείται και τα βγάζει πέρα…υποχώρησε.Τους δέχθηκε λοιπόν με πολλούς κόπους και καυγάδες ιδίως όταν με πίεση  έβαλαν τη μικρή στο σχολείο.  Κανείς άλλος σκέφτηκε με πίκρα η Λενιώ δεν την ήθελε πραγματικά στο χωριό, την αποφεύγονταν λες και έφταιγε εκείνη για την μάνα της. 
Μόνον αυτοί, ο παπά- Μανώλης και η παπαδιά αγαπήσαν τη Λενιώ και ένοιωθε ευγνωμοσύνη για το ζευγάρι που αργότερα έμελλε να αλλάξουν τη ζωή της. . Εκείνοι την έπαιρναν μαζί τους σε καλέσματα στα σπίτια, στην εκκλησία, στις γιορτές και επέβαλαν κατά κάποιο τρόπο στους χωριανούς να την δουν σαν ένα παιδί δικό τους και να την δεχθούν χωρίς ρατσιστικές και παλιομοδίτικες ιδέες .Ήταν λοιπόν τόσο καλόβολο και υπάκουο κοριτσάκι  που σύντομα την αγάπησαν όλοι στο χωριό και την "πόνεσαν". Οι κυράδες μάλιστα την φώναζαν  συχνά όταν την έβλεπαν για να τους κάνει κάποιο θέλημα .Τότε της  έδιναν μερικές δραχμές και κάποιο φαγώσιμο κάθε φορά  χωρίς όμως ποτέ εκείνη να το ζητά. Ήξερε τη μάνα της και έκρυβε τα χρήματα μα όχι για εκείνη αλλά για να πληρώσει κάτι από το χρέος τους στο μπακάλη.
Όταν στο σπίτι της η μάνα της έφερε έναν  άνδρα να μείνει και της τον παρουσίασε σαν «θείο» έσκυψε το κεφάλι χωρίς λέξη και φρόντιζε να κάνει τις δουλειές που της έλεγε χωρίς κουβέντα. Μέχρι που κι εκείνος έφυγε ξαφνικά μετά από ένα θυελλώδη  καυγά και η μάνα της μετά « γκαστρώθηκε » όπως έλεγαν όλοι στο χωριό πίσω από τη πλάτη της μικρής Λενιώς.
 Τότε ήταν που 8 χρονών την ξεγέννησε και μεγάλωσε για δύο χρόνια το μικρό Θεόδωρο παρακαλώντας τους γείτονες που είχαν αγελάδα ή κατσίκα να της δώσουν γάλα για το μωρό κι εκείνη τους καθάριζε γι’ αυτό τις αυλές τους . 
Λίγο καιρό μετά η μάνα της έφερε κάποιον άλλο άνδρα στο σπίτι ( ποτέ δεν κατάλαβε που τους γνώριζε) και αυτός  έριξε άγκυρα κοντά της και δεν θέλησε να το κουνήσει.. Δύο ακόμα αγόρια έκανε μαζί του μα αυτά τα παιδιά τα φρόντιζε η ίδια αφού ο Σίμος – έτσι τον έλεγαν – δούλευε στα λατομεία και έφερνε λεφτά στο σπίτι. Πρέπει να παραδεχθεί ότι αυτός τουλάχιστον δεν φώναζε σαν τον προηγούμενο, τα πήγαινε καλά με τη μικρή και τον Θοδωρή και φαινότανε, πίστεψε  ότι η μάνα της τον αγαπούσε.
 Η Λενιώ πήγαινε στο σχολείο με χίλια ζόρια και αυτό το όφειλε πιο πολύ στο παπά Μανώλη ένα Κρητικό που η μοίρα τον έριξε σε αυτό το απομακρυσμένο και λησμονημένο χωριό να κάνει και τα  χρέη δασκάλου μαζί με ένα άλλο δάσκαλο που ερχότανε πότε πότε στο σχολειό. . Έτσι με πολύ κόπο τελείωσε το δημοτικό η μικρή όχι γιατί δεν το αγαπούσε αλλά γιατί η μάνα της δεν νοιαζόταν για να την μορφώσει. Το τελείωσε με άριστα βέβαια και ο παπά Μανώλης την φώναξε μια μέρα στο σπίτι τους με τη γυναίκα του να της μιλήσει μετά το σχολείο .
- Λενιώ μου, ξέρεις ότι σε θεωρούμε με τη παπαδιά δικό μας κορίτσι, είσαι φωτισμένο και ευλογημένο παιδί όσα κι αν τραβάς αγόγγυστα κορίτσι μου. Μιλήσαμε με τη παπαδιά από δω και σκεφτήκαμε ότι μπορείς να συνεχίσεις το σχολείο σου σε Γυμνάσιο. Εμείς χάσαμε το παιδί μας μικρό, Θεός σχωρέστο , είπε ο παπάς Μανώλης και έκανε με τη παπαδιά το σταυρό του, σε έχουμε σαν παιδί μας σου το ξαναλέω, το ξέρεις.. Δεν θέλω να χαθείς παιδί μου εσύ.. θέλω να γίνεις αυτό που σε προόρισε ο Ύψιστος.. ένας καλός άνθρωπος.
 Θα μιλήσω στη μάνας σου μην ανησυχείς , ξέρω τους φόβους σου μα ξέρω και ότι δεν θα αφήσω για κανένα λόγο να χαθείς. .Ψάξαμε με τη παπαδιά , υπάρχει μια σχολή οικοκυρικής στην Ορεστιάδα όπου θα μάθεις γράμματα , θα πάρεις δίπλωμα και μια τέχνη , επάγγελμα , όπου θες να τραβήξεις ..
-Θέλω να ξεγεννώ παιδιά πατερούλη, θέλω να βοηθώ τον κόσμο.. μου αρέσει να τα βλέπω να βγαίνουν στη ζωή και να τους δίνω το πρώτο χάδι όπως στ’ αδέλφια μου.
Ο παπά Μανώλης ένοιωσε συγκίνηση μέσα του και αισθάνθηκε ανήμπορος γιατί δεν θα μπορούσε να προσφέρει σε αυτό το παιδί όσα ήθελε, όμως πίστευε στο Θεό και ήξερε ότι αν ήταν το θέλημα του όλα μπορούσαν να γίνουν.  Σκέφτηκε ότι η Οικοκυρική σχολή είχε ευτυχώς Γυμνάσιο και Λύκειο μαζί  .Ίσως θα μπορούσε να είναι η αρχή από το να γλυτώσει αυτό το κρυφό διαμάντι από τη βρώμικη χαβούζα που έτυχε να βρεθεί, μετά.. ποιος ξέρει.. με λίγη βοήθεια θα έβρισκε το δρόμο του. Το μόνο πρόβλημα θα ήταν η μητέρα του μα ο Κρητίκαρος  είχε κι όλας βάλει σχέδιο αντιμετώπισης στα σκαριά. Θα πολεμούσε γι’ αυτό το κοριτσάκι, ήταν σίγουρος ότι ήταν ξεχωριστό.. φτιαγμένο μόνο για καλό και το αγάπησε να πάρει η ευχή από τη πρώτη στιγμή που είδε τα δακρυσμένα ματάκια του από τα σχόλια των συγχωριανών του!
(συνεχίζεται)

6 σχόλια:

  1. Πολύ όμορφα εξελίσεται η ιστορία.
    Φιλάκια ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μπράβο Κυρία Γεωργία. Μου άρεσε φοβερά η αφήγησή σας. Περιμένω τη συνέχεια σύντομα, παρακαλώ πολύ. Σοφία

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σήμερα βρήκα χρόνο και ήρθα και τα διάβασα όλα μαζί (και το πρώτο μέρος για δεύτερη φορά!!!!)!!!! Υπέροχη γραφή.... κρίμα που δεν έχεις αποφασίσει να το εκδόσεις!!! Περιμένω την συνέχεια!!!! Πολλά φιλακια Αχτιδούλα μου!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή