Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

3ο μέρος


     
                                                                      3o μέρος

Κοίταξε γύρω της η Λενιώ και  άρχισε να σιάζει το χώρο στο σπιτάκι της  όπου ξεγέννησε το κορίτσι μέχρι που τίποτε δεν θύμιζε την αγωνία και το πάλεμα των τελευταίων ωρών.
 Κάπου σε μια γωνιά την ώρα που σκούπιζε βρήκε το ολόχρυσο βραχιόλι που έπεσε από εκείνη στη προσπάθεια της να της το δώσει.. Το σήκωσε μηχανικά , το κράτησε με προσοχή στα χέρια της και μέτρησε ασυναίσθητα το βάρος του ζυγίζοντας το με τη παλάμη της. . 
Ένας Δράκος σκαλισμένος ήταν όλο το βραχιόλι, μάτια με λαμπερές πέτρες, σίγουρα διαμάντια σκέφτηκε. Βαρύ, χρυσό και πανέμορφο, ακριβό σίγουρα.. Ούτε καν την δελέασε να το φορέσει για να δει πως της πηγαίνει, το τύλιξε πάλι στο μαντήλι του και το έβαλε στο προσκέφαλο του μωρού προσέχοντας μη το ξυπνήσει.
- Να.. κάτι θα σε χρυσώσει μωράκι μου .. κάτι ακριβό μα από τη μάνα σου ή τη γιαγιά σου σίγουρα , ίσως ...σκέφτηκε .. ποιος ξέρει…
Κάθισε αποκαμωμένη πια στη πολυθρόνα της αφού με ικανοποίηση περιεργάστηκε τα πάντα στο δωμάτιο  και τα βρήκε όπως τα ήθελε.. Την τράβηξε όμως λιγάκι φέρνοντας την πιο κοντά στο κρεβάτι που κοιμότανε το κορίτσι με ύπνο βαρύ. Σκέφτηκε με ικανοποίηση ότι τα βότανα της έκανα τη δουλειά τους. Η νεαρή μανούλα έπρεπε να ξεκουραστεί αρκετά.
Χάιδεψε ασυναίσθητα το ξύλινο μπράτσο του καθίσματος, η  πολυθρόνα αυτή ήταν δώρο ξεχωριστό από ένα επιπλοποιό από τη μεγάλη πόλη που έτυχε να περνά με τη γυναίκα του κάποτε τυχαία από το χωριό. Είχε τόσα να θυμάται η Λενιώ από ιστορίες στη ζωή της. ..
Ήταν στο μήνα της τότε εκείνη η γυναίκα  και την πήγαινε ο άνδρας της στη μάνα της να την φροντίσει για τη γέννα . Όμως όπως φάνηκε  το μωρό ήταν βιαστικό και της έπιασαν οι πόνοι στο δρόμο. Την φώναξαν την Λενιώ μέσα στο λιοπύρι του καλοκαιριού να πάει , έχει αρκετά χρόνια, νεότερη τότε έτρεξε κοντά τους στο σπίτι που τους πήγαν . Είχε μπει στο δωμάτιο και τα μάτια της έπεσαν μόνο στη νεαρή γυναίκα που σφάδαζε από τους πόνους. 
Από τη πρώτη στιγμή ένοιωσε ότι δεν ήταν αποδεκτή ή μάλλον δεν ήταν εκείνη σίγουρα αυτό που περίμενε να δει ο άνδρας της γυναίκας. Την περιεργάστηκε από πάνω μέχρι κάτω  τότε με καχυποψία και ρώτησε απελπισμένα στο χωρικό που τους πήρε σπίτι του αν μπορούσαν να φωνάξουν κάποιο γιατρό πραγματικό. Γέλασε εκείνος και του είπε:
-  Δεν ξέρουμε άνθρωπε μου εμείς εδώ στην άκρη από τέτοια, εσείς στη πόλη τα  έχετε όλα. Η κυρά Λενιώ  είναι ο άνθρωπος μας, η ..γιάτρισσα η δική μας εδώ και όλοι μας κάτι της οφείλουμε. Άστην να γιατροπορεύσει την κυρά σου και θα πάνε όλα καλά , στο τέλος με τη χαρά θα της φιλάς το χέρι…
Η Λενιώ τότε αμίλητη χωρίς να θυμώσει από εγωισμό και  θίξιμο για τις αμφιβολίες του , έκανε το καθήκον της όπως το ήξερε κι ακόμα καλύτερα. Του έβαλε στην αγκαλιά σε λίγη ώρα ένα όμορφο και γερό αγοράκι και φρόντισε τη γυναίκα του ώστε να μη φαίνεται ο κόπος της γέννας και να του χαρίσει στα σίγουρα στα επόμενα χρόνια και άλλα παιδιά. Μετά όσο εκείνοι χαιρόντουσαν το μωρό έφυγε αθόρυβα όπως ήρθε χωρίς να απαιτήσει αμοιβή.
 Την αντάμωσε  εκείνος φεύγοντας λίγες μέρες μετά με σκυμμένο το κεφάλι με ντροπή στη θύμηση της συμπεριφοράς του όταν τη πρωτογνώρισε.. Την χαιρέτησε με σεβασμό αυτή τη φορά και έβαλε  με βία 5  χρυσές λίρες στο χέρι παρά τις διαμαρτυρίες της . Μετά μπήκε στην άμαξα με την οικογένεια του πια κουνόντας της το χέρι σε αποχαιρετισμό ευγνωμοσύνης. Πρώτη φορά είδε λίρες  η καημένη η Λενιώ και τις φύλαγε σαν θησαυρό  για χρόνια -μήπως και δεν ήταν γι’ αυτήν θησαυρός - ….Για τη κακιά την ώρα σκέφτηκε ή ίσως για όταν θα έφτιαχνε κι αυτή την οικογένεια της κάτι που δεν έκανε ποτέ.  .
Ένα μήνα μετά σταμάτησε έξω από το σπίτι της ένα φορτηγάκι από αυτά που φέρνουν προμήθειες στο χωριό  και της παρέδωσαν καλά τυλιγμένη αυτή την υπέροχη  πολυθρόνα που μπορούσες να κουνιέσαι κι όλας  ελαφρά. 
Ένα σημείωμα μέσα της έλεγε ότι είναι δώρο για να τους θυμάται , να μη ξεχνά τα γενέθλια του γιου τους και τη διεύθυνση του αν τον χρειαστεί ποτέ στη πόλη . Συγκινήθηκε και κολακεύτηκε με το δώρο αυτό, ένοιωσε τόσο σημαντική και περήφανη. Βρήκε μετά από πολλές ..μετακινήσεις τη θέση που της ταίριαζε, την στόλισε και την χάιδεψε σαν κάτι πολύτιμο.. Αυτή η πολυθρόνα που ήταν και το μόνο σημαντικό έπιπλο που είχε η κυρά Λενιώ ήταν η ξεκούραση της.. Έγινε η γωνιά της, το κρεβάτι , το καταφύγιο και η αγκαλιά αγαπημένων προσώπων  που δεν είχε όταν ένοιωθε ανάγκη από κάτι τέτοιο. Πολλές φορές την χάιδευε και της μιλούσε στις μοναξιές της λες και ήταν ένας άνθρωπος δίπλα της  και την καταλάβαινε.
Απλώθηκε λοιπόν τώρα στη πολυθρόνα της με αναστεναγμό μα και με ικανοποίηση. Πήρε στα χέρια το βιβλίο της, έβαλε ξανά τα γυαλιά της και όμως πάλι κάρφωσε τα μάτια της στο χλωμό πρόσωπο του κοριτσιού. 
Πόσο χρονών να ήταν σκέφτηκε..17..18..μπα.. Πως ήξερε το σπίτι της και τι δουλειά έκανε; Πως βρέθηκε στην άκρη του χωριού χωρίς να την σταματήσει κάποιος στη κατάσταση που ήταν; Είχε γονείς και δικούς της ανθρώπους;.. Μέσα σ’ αυτό το σφυροκόπημα των ερωτήσεων που γέμισαν το μυαλό της δεν κατάλαβε πότε έκλεισαν τα μάτια της και πότε έπεσαν τα γυαλιά της στο στήθος δεμένα με κορδόνι γύρω από το λαιμό της. Το βιβλίο της κύλησε στα πόδια της δίπλα.. στο πολύχρωμο κιλίμι, σχεδόν απαλά λες και δεν ήθελε να την ξυπνήσει.
 Στα όνειρα της η Λενιώ έβλεπε μωρά με φτερά αγγέλων να της χαμογελούν κι εκείνη τους άπλωνε τα χέρια και τα χαιρετούσε. 
(συνεχίζεται)

3 σχόλια:

  1. Η συνέχεια απλώς επιβεβαιώνει την πρώτη μου εντύπωση. Πολύ καλό είναι...πραγματικά...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Άργησα αλλά διάβασα και τα τρία μέρη σήμερα, έχω να πω ότι κάτι είχα καταλάβει από το μπλογκ σου αλλά τώρα σιγούρεψα τη γνώμη μου ότι το έχεις και το παραέχεις στο γράψιμο! Περιμένω τη συνέχεια ;)

    Καλό βράδυ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πολύ όμορφο.
    Περιμένω την συνέχεια.
    Φιλάκια ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή